- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών - Η ιστορία της Φωτεινής Λεομπίλλα: Μία κατάβαση στην κόλαση και μετά η ανάσταση
Έζησε 18 χρόνια στην εξάρτηση, έχασε τον σύζυγό της από υπερβολική δόση, πέρασε 11 μήνες στη φυλακή και τελικά κατάφερε να βρεθεί στην πρώτη γραμμή της απεξάρτησης
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών, η Φωτεινή Λεομπίλλα μιλάει για τη μόνη διαδρομή που σε βγάζει ζωντανό
Στα Ταμπούρια, εκεί όπου το Κερατσίνι ακουμπάει τη Δραπετσώνα, μια κοπέλα 16 χρόνων φεύγει από το νεκροταφείο, όπου μόλις έχει τελεστεί η κηδεία της μητέρας της. «Πέθανε 7 Μαΐου του '80. Ο θάνατος της μάνας μου λειτούργησε σαν καταλύτης. Άρχισα να απολαμβάνω ένα είδος ελευθερίας-ασυδοσίας, γιατί δεν υπήρχε κανένας έλεγχος πλέον - όχι ότι υπήρχε ιδιαίτερος και πριν».
Η μητέρα της δούλευε ατελείωτες ώρες, ο αδερφός της είχε προβλήματα υγείας κι όση φροντίδα περίσσευε πήγαινε σ’ εκείνον. Η Φωτεινή Λεομπίλλα μεγάλωνε μόνη από τα πέντε της: Έμαθε να ντύνεται μόνη, να διαβάζει μόνη, να τα βγάζει πέρα μόνη. Όταν «έφυγε» η μητέρα της, έμεινε με τον αδερφό της – 14 ετών εκείνος - και τους μαζεύει η γιαγιά, η μάνα της μάνας της, στη Νίκαια.
«Θυμωμένη ήμουν με όλους και με όλα. Δεν ήθελα να παραδεχτώ πόσο με πόνεσε ο θάνατος της μάνας μου». Ο θυμός βρήκε διέξοδο στους «outsiders», στις παρέες που ήταν λίγο περιθωριακές. Χρόνια αργότερα το ερμήνευσε: «Εγώ η ίδια ένιωθα περιθώριο».
Μεγαλωμένη με πενιχρά μέσα, χωρίς γονείς, σε ένα σχολείο όπου γινόταν στόχος με την παραμικρή αφορμή. «Είχε χάσει ένας δάσκαλος το πορτοφόλι του, και από τα ένα-δυο παιδάκια που ρώτησε από πού ήρθες και από ποιο δρόμο έρχεσαι, ήμουν εγώ».
Είχε ήδη μια σκιά από πάνω της κι αυτό το βάρος ένιωσε ότι πρέπει να το κουβαλήσουν τα χάπια. Τα Artane πρώτα - φάρμακα για το Πάρκινσον, που τα έβρισκες χωρίς συνταγή και που σε κάποιον υγιή δημιουργούν παραισθήσεις, ξηροστομία, έναν φόβο που μεγεθύνει τους θορύβους. Μετά το «μαύρο». Μετά οι βενζίνες, οι πτητικές ουσίες, οι εισπνοές. «Σιγά-σιγά έμπαινα σε μια κουλτούρα. Ήταν ένα είδος αντίδρασης και μια κραυγή βοήθειας προς την οικογένεια, όση είχε μείνει. Ένας τρόπος να τραβήξω το ενδιαφέρον, με λάθος τρόπο».
Η ιστορία της Φωτεινής Λεομπίλλα με τα ναρκωτικά
Η πρώτη «πράξη»
Γύρω στα δεκαεφτά δοκιμάζει την ηρωίνη. Πολύ γρήγορα για τα δεδομένα της εποχής, και ειδικά για κορίτσι. Και η πρώτη φορά είναι κατευθείαν ενδοφλέβια, με τη βοήθεια κάποιου άλλου. Η Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 1980 ήταν μια διαφορετική χώρα. Κάτι αλλάζει εκείνη την περίοδο όχι μόνο στο πολιτικό και στο κοινωνικό, αλλά και στις συνήθειες χρήσης: η «πρέζα» πέφτει ξαφνικά στην πιάτσα. Μέχρι τότε ελάχιστοι έκαναν ηρωίνη. Οι ηλικίες έναρξης ήταν περί τα 18. «Τώρα το βλέπουμε να είναι 12, 13, 14», λέει. «Ήταν πιο στενές οι οικογενειακές σχέσεις τότε, πιο έντονος ο έλεγχος της γειτονιάς. Δεν ήταν εύκολο να εξοκείλει ένα παιδί».
Το δικό της «βάρεμα» γίνεται στην παλιά Κοκκινιά. Πηγαίνουν τρεις - εκείνη, μια κοπέλα δυο χρόνια μικρότερη «αλλά ήδη μπασμένη», κι ένας τρίτος - στέκονται κάτω από μια κολώνα της ΔΕΗ. Παίρνουν ένα λεμόνι από ένα σουβλατζίδικο.
«Το πρώτο μου βάρεμα έγινε εκεί, σε μια κολώνα, σε μια γωνία, σε έναν δρόμο της παλιάς Κοκκινιάς». Και τότε ήρθε αυτό που αναζητούσε για χρόνια. «Μια απίστευτη πληρότητα μέσα μου, ηρεμία, γαλήνη», που κράτησε κοντά στις δώδεκα ώρες. «Λέω, εδώ είμαστε. Αυτό έψαχνα σε όλη μου τη ζωή».
Όπως λέει, «το ποτό μου ήταν η ηρωίνη». Όλα τα άλλα δεν της έλεγαν τίποτα.
Βαποράκι
Μέσα σε έναν χρόνο καταλαβαίνει ότι έχει εξαρτηθεί. Ξυπνάει άρρωστη, με στερητικά. Και επειδή «το πιόμα έπρεπε πια να γίνεται καθημερινά, και είναι ακριβό σπορ, το γύρισα στη διακίνηση». Είναι τέλη του '80, αρχές των '90. Ο Πειραιάς, η Τρούμπα, η πλατεία Ιπποδαμίας έχουν γίνει κέντρο διακίνησης ηρωίνης. Άνθρωποι που είχαν έρθει νόμιμα από την Τανζανία με διακρατικές συμφωνίες και που, μην μπορώντας να επιβιώσουν αλλιώς, μπήκαν στο κύκλωμα. Τα κανάλια έγιναν γνωστά εκ των υστέρων: ένας «άνθρωπος-βαπόρι» έκανε το ταξίδι Πακιστάν - Συρία, έβγαινε από τη Λατάκια, έπιανε με το φεριμπότ τον Βόλο και κατέβαινε Αθήνα, με την ηρωίνη κρυμμένη μέσα του σε συσκευασίες σαν αυγά, πενήντα και εξήντα και εβδομήντα γραμμαρίων το καθένα. Μετά γινόταν δόσεις του ενός γραμμαρίου στα σημεία της Τρούμπας.
Εκεί κάνει επαφές. Της δίνουν πίστωση, κρατάει για τον εαυτό της, πουλάει το υπόλοιπο, γυρίζει, πληρώνει το προηγούμενο, παίρνει το επόμενο. «Είχα φτιάξει καλό όνομα στην πιάτσα. Δεν έκοβα τη μερίδα, δεν έκλεβα, δεν έκανα πακέτα. Πέντε, δέκα γραμμάρια κάθε φορά. Γιατί στην πιάτσα για μια γυναίκα ειδικά ο δρόμος είναι πολύ συγκεκριμένος».
Ο άντρας της
Τον γνωρίζει το '88, μετά τα μέσα Ιουνίου. Έρχεται με δυο φίλους του από μια επαρχιακή πόλη να «αγοράσει», την πλησιάζει σε ένα καφενείο. «Ρε φιλαράκι, πώς θα γίνει να γίνουμε;» Εκείνη τους τακτοποιεί. Το ίδιο βράδυ της κάνει μια πρόταση: να πάει για δυο-τρεις μέρες στο χωριό του. Μπαίνει σε ένα ημιφορτηγό με τρεις άγνωστους άντρες -«πραγματικά άγνοια κινδύνου»- επειδή δεν είχε λογαριασμό να δώσει σε κανέναν, κανείς δεν νοιαζόταν για κείνη.
Στο χωριό υπάρχει οικογένεια. Αγρότες, παραγωγοί λαϊκών αγορών, άνθρωποι της δουλειάς. «Πάρα πολύ άξιοι. Τους ευγνωμονώ, γιατί μεγάλωσαν τα παιδιά μου». Μένει έγκυος και παντρεύονται. Το βλέπει σαν ευκαιρία να ξεφύγει από την Αθήνα. «Είχα αρχίσει να λέω: μακάρι να έκοβα».
Δεν έκοψε. «Όταν είναι δύο χρήστες ενεργοί, δεν υπάρχει περίπτωση ο ένας να μην τραβήξει τον άλλον. Συνήθως τον τραβάει προς τα μέσα. Είναι σχεδόν αξιωματικό». Κάνει χρήση και έγκυος, ελεγχόμενη, μικρές ποσότητες για να μην έχει στερητικά. Γεννάει τον γιο της 20 Ιουνίου του '89. Το παιδί βγαίνει καλά, με ήπια στερητικά που περνάνε. «Είμαι ευγνώμων που δεν το πλήρωσε το παιδί μου... Δεν είμαι καθόλου περήφανη γι' αυτό το κομμάτι. Το θεωρώ απίστευτη επιπολαιότητα».
Η ζωή χωρίς εξάρτηση
Μετά τη γέννα, η πίεση των πεθερικών δίνει αφορμή για την πρώτη σοβαρή προσπάθεια. Δεν υπάρχουν ομάδες Ανωνύμων στο χωριό, οπότε έρχεται στο σπίτι ένας Αμερικανός, πρώην ανώνυμος αλκοολικός με σπουδές συμβουλευτικής, και τους περνάει τα βήματα. Κάνουν ένα «off» που κρατάει περίπου τρία χρόνια. Ούτε αλκοόλ. Μέσα σε αυτό το διάστημα γεννιέται και η κόρη της.
Είναι η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής τους ως οικογένεια. «Έχω γίνει μαμά πλήρους απασχόλησης - σπίτι, παιδιά, μαγείρεμα, κοινωνικές επαφές». Μαζεύουν λεφτά, χτίζουν, παίρνουν αυτοκίνητο. «Υπήρχε χρήμα, ήταν προσοδοφόρο αυτό που κάναμε, και όταν δεν το χαλάς σε τέτοια, μένουν». Και ύστερα έρχεται το λάθος...
Κατεβαίνουν στην Αθήνα με την πεθερά και την κόρη για έναν αθώο λόγο: εκείνη είχε παλιά τατουάζ, από πριν γίνουν μόδα, και ήθελε να τα βγάλει με λέιζερ. Ραντεβού σε δερματολόγο στα Εξάρχεια. Κι εκεί, μέσα στην πλατεία, «μας μπήκε ο διάβολος». «Τώρα που είμαστε εδώ», λέει εκείνος, «ας πάρουμε μια πρέζα για το καλό, σιγά πότε θα ξαναέρθουμε». Είναι αυτό που λένε οι Ανώνυμοι: «Το ένα είναι πολύ και τα χίλια δεν φτάνουν».
Ψάχνουν όλη μέρα -Εξάρχεια, Ζήνωνος, Βάθης- και δεν βρίσκουν. Απελπισμένος εκείνος λέει «άστο, πάμε σπίτι». «Άντε, πάμε κι από κει, ένα τελευταίο», λέει εκείνη. Στο τελευταίο, αγοράζουν. Από το '94 και μετά, υποτροπιάζουν. Κι αν νόμιζαν ότι είχαν πιάσει πάτο νωρίτερα, δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό. «Αυτό το πιόμα του '94 οδήγησε εκείνον στο χώμα κι εμένα στη φυλακή».
Η κατάβαση
Ο άντρας της πεθαίνει τον Φεβρουάριο του '98. Είχαν προηγηθεί δύο σοβαρά τροχαία, ένας γκρεμός που τον έβγαλε ζωντανό από θαύμα. Στο μεταξύ, η αγάπη είχε πάει περίπατο. «Ήμασταν χαρμάνηδες, μου έκλεβε τη δόση, μου έβαζε νερό στη δική μου για να πιει αυτός περισσότερο. Άχρηστοι γονείς, όσο κι αν αγαπούσαμε τα παιδιά. Αν δεν αγαπάς τον εαυτό σου, τι αγάπη να δείξεις;»
Μετά από έναν φοβερό καυγά, παρατάει τα πάντα και φεύγει για την Αθήνα, με μία λογική: «Θα κάτσω στον δρόμο όσο αντέξω. Άμα πεθάνω, πέθανα». Τα παιδιά μένουν στο χωριό. «Δεν με ένοιαζε. Θεωρούσα ότι είναι καλύτερα να μη με βλέπουν σε αυτά τα χάλια». Στην Ομόνοια ξαναγίνεται βαποράκι. Κοιμάται στον δρόμο - στις καλές μέρες πληρώνει ένα παλιό ξενοδοχείο για ένα μπάνιο.
Και μετά ήρθε η σύλληψη: ένας μεγαλύτερος έμπορος, φοβούμενος ότι θα τον καρφώσουν, εμπιστεύεται σε κείνη κι έναν φίλο της 100 γραμμάρια πρέζα να τη φυλάξουν. Τη θάβουν στον δρόμο μαζί με ζυγαριές. Μέσα στη νύχτα φοβάται ο ένας τον άλλον, τη σηκώνουν κι αποφασίζουν να πάνε στον Βόλο να την «σπρώξουν». Σε τρεις μέρες το είχε μάθει η Ασφάλεια. Εκεί την πιάνουν. Προφυλακίζεται. «Μάλλον ήταν το καλύτερο που μπορούσε να μου συμβεί», λέει σήμερα. Αλλά εκείνη τη στιγμή έμοιαζε με κόλαση.
«Δεν είναι θέμα τρομάρας τόσο. Είναι ένα απίστευτο ψυχοπλάκωμα η ώρα που μπαίνεις στο κελί και κλείνει η πόρτα». Μόνη της σε γυμνό κελί, με ένα κρεβάτι κι ένα στρώμα, σε στερητικά, ακούει τα κάγκελα να κλείνουν. «Γκαπ-γκαπ. Ένας ήχος που δεν έχω ξεχάσει ποτέ. Κι ένα συναίσθημα που δεν έχω ξεχάσει ποτέ - και καλό είναι που δεν το έχω ξεχάσει».
Το τηλεφώνημα
Μέσα στη φυλακή υπάρχουν ομάδες - ΚΕΘΕΑ, 18 ΑΝΩ, Ανώνυμοι. Στην αρχή πηγαίνει μόνο και μόνο για να φεύγει από το κελί, να βρεθεί με ανθρώπους απ' έξω, ν' αλλάξει παραστάσεις. Αλλά κάτι αρχίζει να δουλεύει μέσα της.
Ο άντρας της έρχεται επισκεπτήριο -την είχε δει στην τηλεόραση όταν τη συνέλαβαν- και προσπαθεί, φιλώντας την, να της περάσει χάπια που εκείνη δεν είχε ζητήσει. Είχε ήδη σταματήσει τη χρήση, ήταν καλά. Καταλαβαίνει ότι αυτός παραμένει στα ίδια, και στο επόμενο τηλεφώνημα του λέει: δεν θέλω να ξανάρθεις. «Θα κάνω μια προσπάθεια απεξάρτησης. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να είμαστε μαζί». Ήταν η τελευταία φορά που του μίλησε.
Γύρω στα τέλη Μαρτίου, αρχές Απριλίου, παίρνει τηλέφωνο το σπίτι. Το σηκώνει η νύφη της. «Δώσε μου τον», λέει για τον άντρα της. «Τι τον θες; Έχει πεθάνει». Νομίζει στην αρχή ότι είναι σχήμα λόγου, ότι της λένε μην ενοχλείς. «Άσε τις φλυαρίες, είμαι στο τηλέφωνο της φυλακής». «Τι θες, να μας δεις μαυροφορεμένους για να το πιστέψεις; Είχαμε τα σαράντα του». Σοκ. «Ήταν το τελευταίο που περίμενα να ακούσω…»
Πέθανε από υπερβολική δόση, στα 33 του. «Αν τότε ο άνθρωπος που ήταν δίπλα του είχε μια ναλοξόνη, ο μπαμπάς του παιδιού μου θα ζούσε. Μπορεί να πέθαινε αργότερα, δεν το ξέρω. Αλλά από εκείνο το περιστατικό δεν θα είχε πεθάνει». «Θεωρώ, αν μπορώ να του δώσω και μια φιλοσοφική διάσταση, ότι ο θάνατός του λειτούργησε ως ζωή για μένα. Γιατί η εξάρτηση ανοίγει πολύ συγκεκριμένους δρόμους. Ψυχιατρείο, φυλακή, θάνατος». Είχε ήδη βιώσει τη φυλακή. Είχε βιώσει τον θάνατο - όχι τον δικό της. Έμενε το ψυχιατρείο. «Είχα μια διασταύρωση μπροστά μου. Τι άλλο ήθελα για να καταλάβω;»
Στα σκαλιά, λίγο πριν την ανάβαση
Μένει προφυλακισμένη έντεκα μήνες. Στο δικαστήριο παίρνει ποινή με αναστολή και αποφυλακίζεται. Της δίνουν μέσα τρεις μαύρες σακούλες σκουπιδιών τα πράγματά της - δεν είχε σακβουαγιάζ, δεν είχε λεφτά, δεν είχε επισκεπτήρια. Κάθεται στα σκαλιά έξω από τις γυναικείες φυλακές με τις σακούλες δίπλα της και δεν ξέρει πού να πάει. Της είχαν πει οι γυναίκες που τη συνόδευαν στην έξοδο: μη γυρίσεις πίσω να κοιτάξεις, γιατί αν το κάνεις θα ξαναβρεθείς εδώ. Έντεκα μήνες δεν έχει δει εξωτερικό χώρο. Τα αυτοκίνητα της φαίνονταν παράξενα. Σχεδόν δεν θυμάται να περπατάει σε δρόμο με φανάρια.
Γυρίζει και κοιτάει. «Εκείνη τη στιγμή λέω στον εαυτό μου: εγώ θα ξαναγυρίσω εδώ, αλλά σαν θεραπεύτρια…»
Είχε ήδη πλάνο. Πάει σε θεραπευτική κοινότητα στη Λάρισα - επίτηδες διάλεξε μια δύσκολη, σκληρή. Μένει δέκα μήνες. Δεν ολοκληρώνει το πρόγραμμα, αλλά παίρνει αυτά που τη συντρόφεψαν μετά: να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων της. «Από τότε δεν υπάρχει περίπτωση να κάνω λάθος και να μην πω: εγώ το έκανα». Διαχείριση χρόνου. Ειλικρίνεια. «Σκληρή αγάπη», γιατί η ζωή θα σου φερθεί σκληρά. «Αν όλοι περνούσαν από μια διαδικασία κοινότητας, θα ήμασταν μάλλον μια καλύτερη κοινωνία. Πιο αληθινή, λιγότερο ευθυνόφοβη».
«Μα σωματικά ήσουν καθαρή. Γιατί πήγες;» ρωτάω. «Δεν μπορεί να σταθεί ένας άνθρωπος μόνο επειδή είναι καθαρός σωματικά...»
Δεν παίρνει πλέον ηρωίνη. Μπαίνει στον ΟΚΑΝΑ, σε μεθαδόνη που δεν τη χρειάζεται, σε χαμηλές δόσεις, για να έχει «την ομπρέλα ενός προγράμματος». Μηδενίζει πολύ γρήγορα. Δίπλα της η Βάσω Ρεζίτη, μια θεραπεύτρια που κατάλαβε από πού ερχόταν. Μέσα σε 14 μήνες πάει στην επανένταξη. Αρχίζει μαθήματα, σεμινάρια, υπολογιστές, ιταλικά, αγγλικά. Βάζει στόχους.
Δίνει Πανελλήνιες στα 43. Περνάει στο Πάντειο, κοινωνιολογία - τρίτη στη βαθμολογία στην κατεύθυνσή της. Παίρνει το πτυχίο με άριστα. Δίνει τον όρκο με την κόρη της από κάτω. «Έχω ζήσει πολύ συγκινητικές στιγμές, που με κάνανε να νιώθω ότι αυτή τη στιγμή επέστρεψα. Επέστρεψα για τα καλά, κάνω περήφανους τους δικούς μου ανθρώπους, είτε είναι στη ζωή είτε όχι. Δεν χρειάζεται πια να ντρέπομαι. Δεν έχω καμία σχέση με εκείνο το πλάσμα».
Τα παιδιά τα ξαναβρίσκει το 2008. Ο γιος, που την είχε βρίσει στο τηλέφωνο όταν τον φώναξε ο γυμνασιάρχης, θα δεχτεί να τη δει τρία χρόνια μετά την κόρη. Δεν είναι η κλασική σχέση μάνας και παιδιών. Το κομμάτι της μαμάς «έχει σπάσει». Αλλά μιλάνε.
Η επιστροφή
Το 2012 η Αθήνα ζει την επιδημία του HIV στους χρήστες. Βγαίνουν δύο προκηρύξεις που ζητάνε αποφοίτους θεραπευτικών προγραμμάτων· η μία για το Αριστοτέλης 1, το πρώτο διαγνωστικό πρόγραμμα του Άγγελου Χατζάκη, βραβευμένο από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Στις 21 Μαΐου την ειδοποιούν ότι πήρε μία από τις έξι θέσεις.
Στήνουν το διαγνωστικό κέντρο στην Καποδιστρίου, πάνω από τον ΟΚΑΝΑ. Δουλειά της είναι να φτιάχνει τα καρτελάκια, να κάνει συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια, ένα είδος συμβουλευτικής. «Από τα χέρια μου περάσανε περίπου 3.700 μοναδικοί ενδοφλέβιοι χρήστες μέσα σε 18 μήνες.
Όταν ο άλλος καταλάβαινε από τον τρόπο που μίλαγα ότι έχω περάσει από πιάτσα, του ήταν πιο εύκολο να εμπιστευτεί». Δεν έκανε θεραπεία, έκανε μείωση βλάβης. «Μην είσαι καραγκιόζης, πέτα την παλιά τη σύριγγα, ρε, πάρε καινούργια.» «Έλα να σου κάνουμε ένα τεστάκι». «Τα πόδια σου είναι χάλια, έχεις αποστήματα, να φωνάξουμε κάποιον». Μια αμεσότητα που οι ίδιοι οι χρήστες την αποδέχονταν πιο εύκολα.
Την ρωτάω αν ένιωθε ότι σώζει την ψυχή της, ότι πληρώνει αμαρτίες. «Εννοείται. Αυτό υπηρετούσε εκείνο τον σκοπό - ότι θα γυρίσω πίσω στη φυλακή ως θεραπεύτρια». Ήταν κεντρικός άξονας. «Αυτό που πήρα από τους θεραπευτές του ΚΕΘΕΑ μέσα στη φυλακή, που με κινητοποίησαν, όφειλα να το δώσω πίσω. Να νιώσω ότι είμαι χρήσιμη. Είναι κάτι που με ακολουθεί μέχρι τώρα».
Και άφησε αποτύπωμα. Πίσω από τις σημαντικές νομοθετικές αποφάσεις των τελευταίων χρόνων υπάρχει, όπως σημειώνει, και η δική της υπογραφή. «Είμαι πολύ επίμονος κηπουρός εκεί πέρα. Υπουργούς, υφυπουργούς, παρατρεχάμενους - δεν τους άφηνα να πάρουν ανάσα». Αναγνωρίζει και ανθρώπους που της άνοιξαν πόρτες: «Αν δεν ήταν ο Κώστας Μπακογιάννης, μάλλον δεν θα με υπολόγιζε κανείς. Τις πόρτες μου τις άνοιγε η παρουσία του και η υποστήριξή του».
Αλλά μέσα στις πόρτες μπήκε μόνη. «Είμαι ρεαλίστρια, έχω επιχειρήματα, έχω υπομονή και η ιστορία έχει δείξει ότι είμαι και αποτελεσματική. Θέλω φεύγοντας από εδώ να πουν: αυτή η γυναίκα έκανε δύο πράγματα. Η ναλοξονη, ο Ξενώνας, ο Χώρος Εποπτευόμενης Χρήσης (ΧΕΧ) και οι κινητές μονάδες ΧΕΧ. Έχουν από κάτω και τη δική μου υπογραφή».