Κοινωνια

Χανιά: Η Σταυρούλα επέζησε από το χτύπημα και τις μαχαιριές, όμως ο 43χρονος δεν σκόπευε να την αφήσει να ζει

Μαρτυρικός ο θάνατός της - Τα ιατροδικαστικά ευρήματα

Newsroom
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μαρτυρικός ο θάνατος της Σταυρούλας στα Χανιά - Τα ιατροδικαστικά ευρήματα

«Φως» σε όσα διαδρματίστηκαν μέσα στο σπίτι του 43χρονου και στον τρόπο με τον οποίο έχασε τη ζωή της η 45χρονη Σταυρούλα στα Χανιά ρίχνουν τα ιατροδικαστικά ευρήματα.

Σύμφωνα με τον αστυνομικό συντάκτη, Βασίλη Λαμπρόπουλο, απορρίπτεται η εκδοχή του στραγγαλισμού, ενώ τα τραύματα από μαχαίρι κρίνονται επιφανειακά και όχι θανάσιμα. Το μοιραίο χτύπημα ήταν ένα συντριπτικό πλήγμα στο κεφάλι, το οποίο προκάλεσε εκτεταμένο κάταγμα και εγκεφαλική αιμορραγία, οδηγώντας τελικά στον θάνατο του θύματος στα Χανιά.

«Υπάρχει μια πρώτη εικόνα, έχει ολοκληρωθεί η έρευνα. Λοιπόν, τα συμπεράσματα είναι τα εξής: Δεν είχε το άτυχο θύμα της δολοφονικής επίθεσης ίχνη στραγγαλισμού. Από ‘κει και πέρα, τα δύο χτυπήματα με μαχαίρια, με το μαχαίρι, κρίνονται σχετικά επιφανειακά. Έχουν πλήξει το υποδόριο, δηλαδή λίγο κάτω από το δέρμα, αλλά δεν έχουν χτυπήσει το θώρακα, ζωτικά όργανα του θώρακα. Και από ‘κει και πέρα, το καθοριστικό εύρημα,, είναι το χτύπημα στο κεφάλι.

Όπως προκύπτει από την έρευνα, από την εμπεριστατωμένη έρευνα των ιατροδικαστών στην Κρήτη, υπάρχει κάταγμα στη μισή πλευρά του κεφαλιού, από την αριστερή πλευρά του κεφαλιού, η οποία έχει προκαλέσει πλήγματα στην ινιακή, στη μετωπιαία, στο μέτωπο και στη βάση του κεφαλιού.

Συντριπτικό χτύπημα έχει δημιουργήσει λεγόμενη αιμορραγική διήθηση στο τριχωτό της κεφαλής, και αιμορραγία στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου, μεγάλη αιμορραγία που προκαλεί και το θάνατο», είπε ο Βασίλης Λαμπρόπουλος.

Και συμπλήρωσε: «Η σφοδρότητα ήταν τέτοια, που της έχει διαλύσει ουσιαστικά την αριστερή πλευρά του κεφαλιού και δημιουργείται αιμάτωμα και αιμορραγία στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου σύμφωνα με τους ιατροδικαστές, που είναι και το μοιραίο. Επίσης, ο συγκεκριμένος άνθρωπος έμεινε ένα ολόκληρο βράδυ με τη σορό της γυναίκας, προσπαθώντας να τακτοποιήσει και να δημιουργήσει άλλοθι».

Πώς περιέγραψε ο καθ΄ ομολόγιαν δράστης το στυγερό έγκλημα

Ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος ισχυρίζεται πως το έγκλημα κρύβει ερωτικό υπόβαθρο. Κάτι πάντως που δεν προκύπτει, από την έρευνα των αστυνομικών. Όλα δείχνουν πως η αιτία του φόνου ήταν άλλη από αυτή που περιγράφει, ο 43χρονος ενοικιαστής του σπιτιού.

«Την 30-05-2026 με πήρε τηλέφωνο 13:30 ώρα το μεσημέρι και εγώ ήμουν στη δουλειά. Μου είπε να έρθει στο σπίτι για να το επιθεωρήσει σύμφωνα με το συμβόλαιο και της είπα μετά τις 15:00 ότι θα είμαι στο σπίτι να έρθει. Πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα. Ξαφνικά άλλαξε τη συζήτηση και μου κόλλησε ζητώντας να συνευρεθούμε».

Οι ισχυρισμοί του προκαλούν οργή στους συγγενείς της δολοφονημένης γυναίκας. Όπως και οι κυνικές περιγραφές του για τα όσα είπε σε αστυνομικούς πως έκανε στη συνέχεια.

«Εκεί έκανε σαν τρελή και ξεκίνησε να μου φωνάζει ότι θα με καταστρέψει. Άρχισε να ωρύεται και να με απειλεί ότι θα το πει στη γυναίκα μου, θα με ξεφτιλίσει, θα πει ότι την έχω βιάσει και θα με διώξει από το σπίτι. Εκείνη τη στιγμή πάνω στην τρέλα της άρπαξε ένα γεμάτο μπουκάλι κρασί που το είχα σαν διακοσμητικό στο σύνθετο που έχει ένα ράφι κάτω από την τηλεόραση του υπνοδωματίου μου και πήγε να με χτυπήσει. Εκεί της έπιασα το μπουκάλι για να μη με χτυπήσει και μπλέχτηκαν τα πόδια μας. Έτσι έπεσε χτυπώντας το κεφάλι της στο πάτωμα, στη δεξιά μεριά του αυτιού της».

Ο 43χρονος ανέφερε πως σε εκείνο το σημείο αποφάσισε να σκοτώσει την 45χρονη. Για να μην μπλέξει, όπως είπε σε αστυνομικούς.

«Εκεί είδα στα πλακάκια κάτω αίμα που έτρεχε από την πλευρά του δεξιού αυτιού της. Εκεί ξεκίνησε και φώναζε και εγώ θόλωσα και λέω “θα μπλέξω για μια τρελή”. Την χτύπησα με το μπουκάλι που είχα πάρει από τα χέρια της. Την τύλιξα δύο φορές γύρω από το κεφάλι της και αυτή προσπαθούσε να το βγάλει με τα χέρια της. Επέμεινα και το τύλιξα άλλη μία φορά και ξαφνικά έπεσε αναίσθητη. Σταμάτησε και δεν κουνιόταν καθόλου και λέω ‘’εντάξει τελείωσε’’».

«Της κάρφωσα το μαχαίρι στο ύψος της καρδιάς»

Η Σταυρούλα Λεβεντάκη ψυχορραγεί. Δεν έχει δυνάμεις να σταθεί στα πόδια της. Και αυτό αφήνει στον καθ’ ομολογίαν δολοφόνο να ολοκληρώσει το έγκλημα.

«Εγώ θεώρησα ότι είχε πεθάνει και πήγα στην κουζίνα να ηρεμήσω. Μετά από ένα με δύο λεπτά το πολύ ξύπνησε και φώναζε βοήθεια. Εγώ θολωμένος επιστρέφω πίσω στο υπνοδωμάτιο και είχα πάρει ένα κουζινομάχαιρο από το συρτάρι της κουζίνας μαζί μου. Αυτή ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα σε πλάγια θέση και φώναζε. Εγώ την πλησίασα και την κάρφωσα με το μαχαίρι στο ύψος της καρδιάς νομίζω δύο φορές. Εκεί σταμάτησε να φωνάζει και εγώ έφυγα στην κουζίνα και έπλυνα το μαχαίρι με σαπούνι για τα πιάτα και ξύδι. Δεν θυμάμαι ποιο μαχαίρι πήρα και ούτε που το πέταξα μετά. Εκεί σκέφτηκα ‘’τελείωσε, έφυγε, θα ηρεμήσω’’».

Αμέσως μετά όμως, άκουσε όπως είπε και πάλι τη φωνή της Σταυρούλας.

«Μετά ξεκίνησε πάλι και φώναζε ‘’βοήθεια, βοήθεια, με ακούει κανένας;’’. Πήγα και πήρα ένα κούτσουρο, πήγα στο υπνοδωμάτιο όπου η Σταυρούλα ήταν μέσα στα αίματα σε πλάγια θέση ξαπλωμένη με τη δεξιά πλευρά της στο πάτωμα και με το κομμάτι ξύλου που κρατούσα, τη χτύπησα στο κεφάλι δύο φορές σίγουρα, για τρίτη δε θυμάμαι. Τότε είδα ότι είχε πεθάνει και η ώρα ήταν 17:00 ή 17:15».

Αυτή ήταν η ώρα που έπαψε η Σταυρούλα Λεβεντάκη να εμφανίζεται ενεργή στο viber. Η ώρα που ο 43χρονος σκεφτόταν πως θα εξαφανίσει τη σορό της.

«Εκεί στο πάτωμα δίπλα της είχαν πέσει δύο κάρτες ανάληψης τράπεζας. Πήγα στο ATM και πάτησα τον κωδικό. Ήταν αυτός ο κωδικός έβγαλα 1.000 ευρώ και γύρισα σπίτι. Το έκανα αυτό επειδή ήθελα να φανεί ότι έγινε ληστεία και να μη με συνδέσουν με το θάνατό της».

Η μεταφορά της σορού λίγο μετά τα μεσάνυχτα

Τις πρώτες ώρες μετά το έγκλημα, ο 43χρονος δεν είχε μεταφέρει τη σορό της δολοφονημένης γυναίκας. Το έκανε τη νύχτα. Όταν στην περιοχή δεν κυκλοφορούσε κανείς.

«Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ και κατά τις 00:30 έστριψα ένα τσιγάρο χασίς για να χαλαρώσω. Αποφάσισα να την πάω στο χωράφι μου στον Βατόλακκο όπου έχω το κοντέινερ. Περίπου 06:00 της 31-05-2026 τη σήκωσα μέχρι ένα σημείο και στα σκαλιά δεν μπορούσα άλλο και ξεκίνησα να τη σέρνω μέχρι το μπλε βαν μου. Κατάφερα να τη σύρω μέχρι το μπλε βαν μου, της έβαλα άλλη μία σακούλα και τη φόρτωσα στον αποθηκευτικό χώρο του αυτοκινήτου».

Ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος κατευθύνεται σε χωράφι του, περίπου 5 χιλιόμετρα από το σπίτι που έβαψε τα χέρια του με αίμα. Όταν έφτασε έκανε έλεγχο και διαπίστωσε πως δεν κυκλοφορούσε κανείς άλλος.

«Ξεκίνησα στο βάθος του χωραφιού ανάμεσα στις πορτοκαλιές να σκάβω ένα λάκκο. Όταν τελείωσα μετά από 20 λεπτά το σκάψιμο, γύρισα στο αμάξι παίρνοντας ένα καρότσι που έχω εκεί και είναι οικοδομής και τοποθέτησα πάνω το πτώμα. Το μετέφερα μέχρι το βάθος του χωραφιού στο λάκκο που είχα μόλις ανοίξει και την έριξα μέσα».