Κοινωνια

Αλέξανδρος Γιωτόπουλος: Ο «Μισέλ» του Μάη του '68, μια ολόκληρη ζωή στο σκοτάδι της «17 Νοέμβρη»

Ποιος είναι ο αρχηγός της τρομοκρατικής οργάνωσης, που αποφυλακίστκε χθες

Κώστας Κυριακόπουλος
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Αλέξανδρος Γιωτόπουλος: Το παρασκήνιο της αποφυλάκισής του στα 82 του χρόνια. Οι άγνωστες μαρτυρίες για τα νεανικά του χρόνια στο Παρίσι. Η κόντρα του πατέρα του με τον ίδιον τον Τρότσκι. Η διαγραφή του από τον Πάγκαλο στο Παρίσι. Η άγρια κόντρα του με τον Κουφοντίνα στις φυλακές και η σύντροφός του, Μαρί-Τερέζ Πεϊνό, που έχασε τα ίχνη της.

Είναι μία από τις πιο viral εικόνες αυτών των ημερών. Ένας καλοστεκούμενος ασπρομάλλης ηλικιωμένος διασχίζει έναν δρόμο στον Βύρωνα με μια πλαστική σακούλα στο χέρι. Περπατά στο πεζοδρόμιο και στρίβει σε μια γωνία όπου ένα περίεργο παιχνίδι της συγκυρίας τη διακόσμησε με μερικά σκισμένα παλιόχαρτα αλλά και ένα κολλημένο κηδειόσημο. Έπρεπε, αυτές τις μέρες, κάποιος να ήταν απομονωμένος από όλους και από όλα για να μην ήξερε ότι αυτός ο ηλικιωμένος άντρας που μόλις είχε βγει από τη φυλακή, είχε καταδικαστεί σε 17 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη ως ο ηθικός αυτουργός σε 17 δολοφονίες, που είχε καταγράψει σε όλα τα χρόνια της δράσης της η «17 Νοέμβρη». Μαζί με διάφορα άλλα για τη δράση της «17Ν» που παραμένουν ακόμα στο σκοτάδι, κανείς δεν θα μάθει πώς ένιωθε ο σημερινός 82άχρονος άντρας όταν για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες ήταν υπεύθυνος για τα κηδειόσημα πολλών ανθρώπων των οποίων ο ίδιος είχε σχεδιάσει τον θάνατό τους.

Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ή «Λάμπρος» ή «Μιχάλης Οικονόμου» ή «Γιατρόπουλος» ή ένας Θεός ξέρει πόσα ψευδώνυμα είχε χρησιμοποιήσει όλα αυτά τα χρόνια, από την εποχή της δικτατορίας κιόλας, είναι μια ολόκληρη ιστορία. Όχι καμιά τυχαία ιστορία αλλά ολόκληρη -ή σχεδόν ολόκληρη- η ιστορία του ελληνικού ένοπλου αντάρτικου πόλεων υπό τη σημαία της 17Ν. Η μακροβιότερη τρομοκρατική οργάνωση στην Ευρώπη. Και από τις ιταλικές «Ερυθρές Ταξιαρχίες», τη γερμανική «Μπάαντερ – Μάινχοφ», τη γαλλική «Αξιόν Ντιρέκτ». Δεν μιλάμε για τον ΙΡΑ στην Βρετανία ή τους Βάσκους στην Ισπανία που διολίσθησαν στην ένοπλη βία ξεκινώντας από εθνικοαπελευθερωτικές αφετηρίες.

Δεν ήξεραν ποιον σκότωσαν

Έχουν γραφτεί πολλά γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Πάρα πολλά. Και ιδίως για τη στάση που είχε κρατήσει κατά τη διάρκεια της δίκης της «17Ν». Δεν παραδέχθηκε ποτέ και τίποτα. Παρ’ όλα αυτά καταδικάστηκε με πλήθος στοιχείων που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο και κυρίως από τις περιγραφές των υπολοίπων μελών της οργάνωσης που δικάζονταν μαζί του. Τουλάχιστον επτά από αυτούς τον κατονόμασαν και τον υπέδειξαν ως τον άνθρωπο που αποφάσιζε μαζί με τον Κουφοντίνα τους «στόχους» και παρείχε το ιδεολογικό - θεωρητικό υπόβαθρο για τη σύνταξη των προκηρύξεων. Πρώτος από όλους ο ίδιος ο Σάββας Ξηρός σε όσα είπε για τη δολοφονία του Στίβεν Σόντερς το πρωί της Τετάρτης 8 Ιουνίου 2000. Ήταν σε μια μοτοσικλέτα ο ίδιος με συνεπιβάτη τον Δημ. Κουφοντίνα. Πλησίασαν το αυτοκίνητό του στη Λ. Κηφισίας και άρχισαν να ρίχνουν. Γνωστά είναι αυτά, μην τα ξαναλέμε. Στην κατάθεσή του, όμως, ο Σάββας, τα είπε: «Για την ενέργεια αυτή, η οργάνωση έβγαλε προκήρυξη την οποία ο “Λάμπρος” είχε συντάξει από πριν και ο “Λουκάς” (σ.σ. ο Δημ. Κουφοντίνας) την είχε δακτυλογραφήσει στον υπολογιστή. Επειδή δεν γνωρίζαμε το όνομα του θύματος από πριν, το πληροφορηθήκαμε από τις ειδήσεις και ο “Λουκάς” το πρόσθεσε στην προκήρυξη», είχε πει όταν τον ανέκρινε ο Στέλιος Σύρος, διάδοχος του Φώτη Νασιάκου στη θέση του επικεφαλής της Αντιτρομοκρατικής.

Ας δούμε, όμως, τη φρέσκια είδηση. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς ενέκρινε την υφ' όρον απόλυσή του μετά από 24 χρόνια κράτησης, περίπου ένα χρόνο πριν από τη συμπλήρωση των 25 ετών πραγματικής έκτισης που ορίζει ο νόμος για τους πολυϊσοβίτες. Καθοριστικοί παράγοντες ήταν η άριστη διαγωγή του, η ηλικία του (82 ετών), τα προβλήματα υγείας, οι άδειες χωρίς παραβάσεις και η ακαδημαϊκή του δραστηριότητα (μεταπτυχιακό και διδακτορικό στα μαθηματικά). Αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους (απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα, παραμονή στον Βύρωνα).

Η είδηση προκάλεσε άμεση παρέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος ζήτησε να εξεταστεί το ενδεχόμενο άσκησης αναίρεσης. Κεντρικό νομικό ζήτημα είναι πλέον το νομοθετικό πλαίσιο που θα έπρεπε να είχε εφαρμοστεί — το παλαιότερο (19 έτη έκτισης) ή το ισχύον από το 2021 (25 έτη). Από ό,τι φαίνεται αυτό θα είναι και το πιο ευαίσθητο σημείο και το οποίο δεν αποκλείεται να οδηγήσει σε έκπληξη που σίγουρα θα είναι δυσάρεστη για τον ίδιον τον Γιωτόπουλο. Και ευχάριστη για όλους όσοι πίστευαν και εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν έπρεπε να αποφυλακιστεί.

Από τον Μάη του '68 στην οδό Δαμάρεως

Αυτή η εξαιρετικά αινιγματική μορφή του ελληνικού «αντάρτικου πόλης», που τήρησε την πιο μυστηριώδη στάση καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης της «17Ν», δεν είναι μια μορφή που ήρθε από το πουθενά μετά την έκρηξη της βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού τον Ιούνιο του 2002 στο λιμάνι του Πειραιά. Η ιστορία του είναι μακριά, στις σημερινές γενιές δεν θα λέει τίποτα αλλά χάνεται στους δρόμους του Γάλλου θεωρητικού του μαρξισμού και ιδρυτικού μέλους της Καταστασιακής Διεθνούς, του Γκυ Ντεμπόρ, χάνεται κάπου στα γεγονότα του Μάη του '68, χάνεται τους αθηναϊκούς δρόμους κατά τη διάρκεια της δικτατορίας σε γιάφκες και κρυψώνες του Βύρωνα και των Αμπελοκήπων, χάνεται στο Παρίσι και ξαναβρίσκεται στην Αθήνα, ντύνεται εργάτης, καθηγητής ή και μεταφραστής γαλλικών, χάνεται στις «θεωρίες της αναδίπλωσης», φιδοσέρνεται σε περίεργες διαδρομές μεταξύ αντιδικτατορικών οργανώσεων όπως η «29η ΜΑΗ» ή «Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση», ξαναβρίσκεται κάπου μεταξύ των οδών Πάτμου στα Κ. Πατήσια, όπου υπήρξε η πρώτη γιάφκα της «17Ν», συνεχίζει μετά στην άλλη γιάφκα στη Δαμάρεως στο Παγκράτι όπου βρέθηκαν και οι ρουκέτες, πάει στους Λειψούς, συλλαμβάνεται σε μια από τις πιο εντυπωσιακές αστυνομικές επιχειρήσεις, συνεχίζει στις φυλακές Κορυδαλλού…

Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος στη δίκη της 17Ν © EUROKINISSI/ ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

«Από τους πλέον δυσπραγούντες οικονομικά»

Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος γεννήθηκε στο Παρίσι το 1944. Ο πατέρας του, Δημήτρης Γιωτόπουλος, ήταν πολύ γνωστό στελέχους του τροτσκιστικού κινήματος στη δεκαετία 1925-1935 και ηγέτης του ρεύματος του Αρχειομαρξισμού. Μητέρα του ήταν η Ζωή Μεταξά. Κατάγεται από το χωριό Γιαννιτσού Φθιώτιδας, έχει μια αδελφή και παππούς του ήταν ο Παρνάσσος Γιωτόπουλος, δάσκαλος. Το 1946 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Χαλάνδρι, όπου και μεγάλωσε. Το 1962 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι αρχίζοντας να σπουδάζει μαθηματικά και εν συνεχεία οικονομικά, ολοκληρώνοντας με επιτυχία τις σπουδές του.

Τι γράφει, όμως, για αυτόν ο αείμνηστος καθηγητής πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου του Παρισιού, Κώστας Βεργόπουλος, πολύ τακτικός αρθρογράφος της «Ελευθεροτυπίας». Γράφει στο βιβλίο του «Οι Αμετανόητοι - Από τη δεκαετία του '20 στον 21ο αιώνα» (Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2010): «Κατ' αρχάς στο Παρίσι ο νεαρός Αλέκος είχε φτάσει ως προστατευόμενος του Μιχάλη Ράπτη, λόγω της παλαιάς φιλίας που διατηρούσε ο ''Πάμπλο'' με τον πατέρα του Μήτσο, ήδη από τη δεκαετία του '30. [...] Συναντηθήκαμε με τον γιο του Αλέκο στο Παρίσι κατά τη διετία 1966-68. Ερχόταν συχνά το φοιτητικό εστιατόριο της Πανεπιστημιούπολης για φαγητό και βλεπόμασταν επίσης συχνά στις συνελεύσεις του φοιτητικού συλλόγου του Παρισιού, στο προεδρείο του οποίου ήταν εκλεγμένο μέλος. Με την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1967, πραγματοποιήθηκε τις αμέσως επόμενες εβδομάδες συνάντηση στο Παρίσι όλων των ελληνικών φοιτητικών συλλόγων του εξωτερικού. [...]

Πρέπει να υπογραμμίσω ότι ο Αλέκος ήταν ένας από τους πλέον δυσπραγούντες οικονομικά φοιτητές. Οι άλλοι δύο αυτής της κατηγορίας ήσαν τότε ο εκλιπών Φαίδων Μεταλληνός και ο Στέλιος Ράμφος. Και οι τρεις αλληλοβοηθούντο στο να βρίσκουν κάποια τουριστική ξενάγηση στο Παρίσι, για να μπορούν να επιβιώνουν. Για την προσωπικότητα του Γιωτόπουλου έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι ήταν διπρόσωπος, ότι παρέμεινε αντικοινωνικός, κομπλεξικός, κυνικός και εκδικητικός. Ομολογώ ότι εξεπλάγην όταν είδα παρόμοιες εκτιμήσεις να προέρχονται από πρώην οικείους του, που θα έπρεπε να τον γνωρίζουν καλύτερα. Όσον με αφορά, έχω μείνει με την εντύπωση ότι ο ίδιος έφερε τα ακριβώς αντίθετα χαρακτηριστικά: παρά τη δεινή οικονομική κατάστασή του, διατηρούσε το χιούμορ του, παρέμεινε ονειροπόλος και γενναιόδωρος, ιδιαίτερα κοινωνικός, ευγενικός και διστακτικός νέος». Ο πατέρας του, ο Μήτσος Γιωτόπουλος έμεινε στην ιστορία των ευρωπαϊκών μαρξιστικών κινημάτων για τη μεγάλη του διαφωνία με τον Τρότσκι, γύρω στο 1934. Η απόσταση που τον χωρίζει από τις μετέπειτα επιλογές του γιο του ήταν μεγάλη. Φαίνεται ακόμα και από τη φράση που είχε χρησιμοποιήσει το 1947 όταν ίδρυσε το Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδας. «Ανάμεσα στη φασιστική και στη σταλινική βαρβαρότητα, η μόνη επιλογή είναι η αστική δημοκρατία», είχε δηλώσει και είχε δώσει την αφορμή να τον χαρακτηρίσουν ακόμα και προδότη. Ο γιος του, πάντως, δεν θα μείνει στην Ιστορία για κάτι θεωρητικό…

«Ο όμορφος ψηλός άντρας» και η διαγραφή από τον Πάγκαλο

Μετά το 1974, τα ίχνη του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν τον είχε δει, κανείς δεν είχε ακούσει κάτι συγκεκριμένο γι' αυτόν. Κανείς δεν ξέρει τι έκανε. Ο Μιχάλης Χρυσοχοϊδης που έχει συνδέσει το όνομά του με την εξάρθρωση της «17Ν» γράφει στο βιβλίο του «Στον ίδιο δρόμο» ότι οι υπηρεσίες είχαν μια πρώτη περιγραφή ενός ανθρώπου που παρέπεμπε στον Γιωτόπουλο λίγα χρόνια πριν από την έκρηξη στο λιμάνι του Πειραιά. Οι πληροφορίες της εποχής ήθελαν τις υπηρεσίες του υπουργείου και προσωπικά τον υπουργό να έχει ακούσει για τον Γιωτόπουλο ήδη από το 1999 ενώ αμερικανικές και γαλλικές μυστικές υπηρεσίες φέρεται να γνώριζαν από τις αρχές της δεκαετίας του '90 για έναν «όμορφο, ψηλό άντρα που συνδέεται με τη 17Ν στην Ελλάδα και κατά πάσα πιθανότητα είναι ο ηγέτης της». Ο άνθρωπος που μίλησε στον Μιχ. Χρυσοχοϊδη γι' αυτόν στα τέλη του 1999 ήταν «κάποιος που τον γνώριζε την περίοδο 1966-1970 στο Παρίσι». «Η περιγραφή του από την εποχή του Παρισιού άρμοζε στη διαχρονική περιγραφή του αρχηγού, του "Ψηλού που είχε πυροβολήσει ο ίδιος στις πρώτες δολοφονίες. Η "φιγούρα" για την οποία είχαν κουβεντιάσει ατέλειωτες ώρες με τον Διώτη αποκτούσε για πρώτη φορά μια πιθανή ταυτότητα», γράφουν στο βιβλίο τους «Φάκελος 17 Νοέμβρη», ο Αλέξης Παπαχελάς και ο Τάσος Τέλλογλου (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, Δεκέμβριος 2002).

Στο ίδιο γράφουν και το εξής: «Ο Χρυσοχοϊδης τηλεφώνησε στον Θεόδωρο Πάγκαλο, ο οποίος είχε ζήσει τα έντονα χρόνια του τέλους της δεκαετίας του 1960 ανάμεσα στους έλληνες φοιτητές του Παρισιού. Όταν συναντήθηκαν, τον ρώτησε ''αν ήξερε κάποιον Γιωτόπουλο και αν μπορεί να σκεφτεί ποιος κρύβεται πίσω από τη 17 Νοέμβρη που να είχε σχέση με το Παρίσι. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών τού δήλωσε πως ''υπήρχαν δέκα περίπου άτομα που διέγραψα από το ΚΚΕ στο Παρίσι γιατί ήταν υπέρ της ένοπλης πάλης. Ανάμεσά τους ήταν και ο Γιωτόπουλος».

Η Γαλλία και το ταξίδι στην Κούβα

Το γεγονός ότι ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός πριν από την έκρηξη στο λιμάνι του Πειραιά, το 2002, ήταν και ένα από τα σημαντικότερα θέματα του πρόσφατου ντοκιμαντέρ του Αλ. Παπαχελά στον ΣΚΑΙ. Ο εμβληματικός διοικητής της Αντιτρομοκρατικής, μετέπειτα αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Φώτης Νασιάκος περιέγραψε μια άκρως απόρρητη συνάντηση στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, παρουσία του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και ενός υψηλόβαθμου στελέχους των βρετανικών υπηρεσιών (MI6). Ο Νασιάκος προκάλεσε τον Βρετανό να γράψουν σε ένα χαρτί ποιον θεωρούν αρχηγό της 17Ν.

«Ο ένας έγραψε Αλέξανδρος Γιωτόπουλος και ο άλλος έγραψε ο αρχηγός της ΛΕΑ (Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση) – οργάνωση με αντιδικτατορικά χαρακτηριστικά. Στην ουσία, γράψαμε το ίδιο πρόσωπο», είπε ο Φ. Νασιάκος. Στο ίδιο ντοκιμαντέρ έγινε γνωστό ότι οι γαλλικές αρχές είχαν εντοπίσει μια παλιά φωτογραφία του Γιωτόπουλου, ενώ οι ελληνικές υπηρεσίες έμαθαν ότι είχε εκπαιδευτεί στην Κούβα. Αυτό οδήγησε τον τότε διοικητή της ΕΥΠ, Παύλο Αποστολίδη, να ταξιδέψει μέχρι την Αβάνα για έρευνες. Ένας άλλος Φώτης, της Αντιτρομοκρατικής, ο Φώτης Παπαγεωργίου είχε αναλάβει να εντοπίσει τον Γιωτόπουλο στην Αθήνα παρακολουθώντας συγγενείς του (όπως την αδελφή του), οι οποίοι όμως αρνούνταν να μιλήσουν. Ψάχνοντας έναν άνθρωπο με γαλλική παιδεία, οι αστυνομικοί έφτασαν σε ακραία σημεία παρακολούθησης: «Φτάσαμε να παρακολουθούμε όλα τα περίπτερα που πουλούσαν γαλλικές εφημερίδες. Αλλά αυτός δεν πήγαινε σε περίπτερα, πήγαινε στον "Ελευθερουδάκη"», είπε ο Φ. Παπαγεωργίου.

Εξαιρετικά ενδιαφέρων ήταν ο διάλογος που είχε ο ίδιος αξιωματικός ο οποίος ηγήθηκε του κλιμακίου που συνέλαβε τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο στους Λειψούς:

Όταν οι τοπικοί αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν, τον μετέφεραν στον μικρό αστυνομικό σταθμό του νησιού, τον έδεσαν σε μια καρέκλα καφενείου. Ο Φ. Παπαγεωργίου περιγράφει στο ντοκιμαντέρ τον ιστορικό και γεμάτο ένταση διάλογο που είχε μαζί του μόλις μπήκε στο δωμάτιο:

Παπαγεωργίου: «Γεια σου Λάμπρο».
Γιωτόπουλος (φοβισμένος, προσπαθώντας να κρατήσει την ψευδώνυμη ταυτότητα): «Λάμπρο; Τι όνομα είναι αυτό;»
Παπαγεωργίου: «Γεια σου Αλέκο».
Γιωτόπουλος: «Είσαι Νενέκος».
Παπαγεωργίου: «Είμαι Έλληνας αξιωματικός, πατριώτης».
Γιωτόπουλος: «Κι αν εσείς δεν είστε, είναι οι πάνω από εσάς. Πάμε στοίχημα ότι σε λίγες ώρες θα είμαι στο Γκουαντάναμο;»
Παπαγεωργίου: «Πάμε στοίχημα ότι θα σαπίσεις στις ελληνικές φυλακές;»

Όλες οι μετέπειτα πληροφορίες αναφέρουν ότι ο «Λάμπρος» παραδέχθηκε την πραγματική του ταυτότητα αλλά και την εμπλοκή του στη θεωρητική ηγεσία της οργάνωσης, μόνο κατά την ανάκρισή του στην Αντιτρομοκρατική. Από εκεί και έπειτα σφράγισε το στόμα του ιδίως κατά τη διάρκεια του δικαστηρίου. Όπως γράφει ο Τ. Τέλλογλου στο τελευταίο του βιβλίο «Πατριδογνωσία» (εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2026), σε ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον κεφάλαιο για το παρελθόν του Αλ. Γιωτόπουλου: «Στη δίκη της 17Ν ο αρχηγός της οργάνωσης Αλέξανδρος Γιωτόπουλος ελάχιστα πήρε τον λόγο. Σε μία από τις παρεμβάσεις του ξάφνιασε το δικαστήριο. "Έβαλα βόμβα στην πρεσβεία των Αμερικανών την εποχή της χούντας…", είπε. Ο πρόεδρος του τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Μιχάλης Μαργαρίτης τα έχασε και ο Γιωτόπουλος επανέλαβε τη φράση του. Μιλούσε για βόμβα που τοποθετήθηκε από τη ΛΕΑ στις 29 Αυγούστου 1972 στο ισόγειο της αμερικανικής πρεσβείας».

Η συνολική του στάση, πάντως, κατά τη διάρκεια της δίκης αλλά και στο μετέπειτα Εφετείο, χαρακτηρίστηκε από απόλυτη άρνηση των κατηγοριών και μια σταθερή προσπάθεια αποστασιοποίησης από το επιχειρησιακό σκέλος της οργάνωσης, σε αντίθεση με άλλους κατηγορούμενους. Από εκεί άρχισαν να χαλάνε οι σχέσεις του με αδέρφια Χριστόδουλο και Βασίλη Ξηρό αλλά κυρίως με τον Δημ. Κουφοντίνα. Χαρακτηριστική της περίεργης στάσης του ήταν η φράση που είχε πει: «Δεν συμφωνώ με τις ενέργειες της 17 Νοέμβρη, αλλά και δεν τις καταδικάζω».

Ήρθαν στα χέρια στον προαυλισμό

Οι εντάσεις με τους άλλους καταδικασθέντες διατηρήθηκαν και, μάλιστα, κορυφώθηκαν κατά τη διάρκεια της φυλάκισής τους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της εποχής, στην ειδική πτέρυγα του Κορυδαλλού, οι ισοβίτες της 17Ν είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα:

Στη μία πλευρά ήταν ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος (που είχε κοντά του τον Βασίλη Τζωρτζάτο). Στην άλλη πλευρά ήταν ο Δημήτρης Κουφοντίνας (μαζί με τον Χριστόδουλο Ξηρό, πριν ο τελευταίος αποδράσει και επανασυλληφθεί). Κατά τη διάρκεια ενός κοινού προαυλισμού οι δύο πλευρές αντάλλαξαν βαρύτατες εκφράσεις, η κατάσταση ξέφυγε και πιάστηκαν στα χέρια με σπρωξίματα και γροθιές, αναγκάζοντας τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους να παρέμβουν για να τους χωρίσουν. Έκτοτε, το πρόγραμμα προαυλισμού και οι ώρες εξόδου από τα κελιά τροποποιήθηκαν, ώστε οι δύο άνδρες να μην συναντιούνται ποτέ. Η απόλυτη επιβεβαίωση της άγριας κόντρας τους ήρθε στις αρχές του 2015, όταν αποφασίστηκε η μεταγωγή των μελών της 17Ν στις φυλακές υψίστης ασφαλείας (τύπου Γ') στον Δομοκό. Όταν ο Δημήτρης Κουφοντίνας έφτασε στο κατάστημα κράτησης, η πρώτη και πιο έντονη απαίτηση που έθεσε στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους ήταν: «Το μόνο που θα ήθελα σας παρακαλώ είναι να μη με βάλετε στην ίδια πτέρυγα με τον Γιωτόπουλο». Οι αρχές σεβάστηκαν την επιθυμία του και έβαλαν τον Γιωτόπουλο σε διαφορετική πτέρυγα.

Ποτέ δεν τα βρήκαν. Η άποψη που είχαν οι υπόλοιποι για τον Γιωτόπουλο ήταν ότι επρόκειτο για «έναν δειλό που προσπάθησε να πείσει τους άλλους να τα πάρουν όλα πάνω τους για να γλιτώσει ο ίδιος».

Η Πεϊνό δεν ήξερε τίποτα

Η Μαρί-Τερέζ Πεϊνό ήταν το πρόσωπο με το οποίο ο Γιωτόπουλος μοιραζόταν τη δημόσια, νόμιμη πλευρά της ζωής του. Μαζί της ζούσε στο διαμέρισμα του Βύρωνα και μαζί είχαν φτιάξει το περίφημο «ροζ» -λόγω χαρακτηριστικού εξωτερικού χρώματος- εξοχικό σπίτι στους Λειψούς. Στο κοινωνικό τους περιβάλλον, το οποίο αποτελούνταν κυρίως από ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, εμφανίζονταν ως ένα καλλιεργημένο, ήσυχο ζευγάρι ελληνογαλλικής παιδείας. Όπως είπε και η ίδια κατά τη διάρκεια της δίκης, όλα αυτά τα χρόνια ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος ήταν για εκείνην ο «Μιχάλης Οικονόμου», οι πιο κοντινοί του άνθρωποι τον φώναζαν «Μισέλ». Μετά τη δίκη, οι πληροφορίες ήθελαν την Πεϊνό να είναι σοβαρά άρρωστη και από τότε αποτραβήχτηκε από τη δημοσιότητα και τα ίχνη της αγνοούνται. Οι πληροφορίες θεωρούν ως επικρατέστερη πιθανότητα να έχει φύγει από τη ζωή.

Άρρωστος, λέγεται, ότι είναι και ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, γεγονός που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αποφυλάκισή του στην ηλικία των 82 ετών. Η εικόνα του με το τζιν παντελόνι, το μπλε πουκάμισο και την πλαστική σακούλα στο χέρι είναι βέβαιο ότι θα παίζει για αρκετό καιρό ακόμα, ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθεί η υπόθεση της αποφυλάκισής του.