Κοινωνια

Σε βλέπω απελπισμένο

Τους το είπες μία και σ’ έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια. Τους το είπες δύο, τους το είπες τρεις. Έγραψες μια ταμπέλα-παράκληση, έγραψες δύο, η παράκληση έγινε προσευχή και η προσευχή απελπισία.

Λένα Διβάνη
ΤΕΥΧΟΣ 997
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όταν το παράνομο παρκάρισμα σού διώχνει την πελατεία

Τους το είπες μία και σ’ έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια. Τους το είπες δύο, τους το είπες τρεις. Οι μηχανόβιοι πάρκαραν τις μηχανές τους σωρηδόν, όχι απλώς πάνω στο πεζοδρόμιο, ώστε να κάνει ακροβατικά για να περάσει ανάμεσά τους ο πεζός, αλλά σχεδόν ακουμπώντας τες στη βιτρίνα σου. Πώς να την πλύνεις, ο φουκαράς; Αλλά και πώς να σε πλησιάσει πελάτης όταν ζέχνει από τη σκόνη η βιτρίνα; Έγραψες μια ταμπέλα-παράκληση, έγραψες δύο, η παράκληση έγινε προσευχή και η προσευχή απελπισία.

Όταν πέρασα χτες από κει, είδα ότι τα μάζεψες κι έφυγες. Ή μου φάνηκε, επειδή εγώ θα τα μάζευα και θα ’φευγα για να ανοίξω μαγαζί στο Πουρί του Πηλίου, για να μιλάω στον κούκο και το αηδόνι. Αυτά νομίζω ακούν…