Κοινωνια

Γιατί μερικοί άνθρωποι πάντα αργούν;

Τι προκαλεί την αργοπορία και πώς γίνεται κανείς συνεπής;

A.V. Team
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιατί μερικοί άνθρωποι πάντα αργούν; Στρες, αμέλεια ή μήπως ασέβεια για τον χρόνο των άλλων;

Οι άνθρωποι που μας στήνουν, που φτάνουν πάντοτε στα ραντεβού με καθυστέρηση, δεν είναι πάντοτε αγενείς· συχνά είναι ασθενείς: είτε δυσκολεύονται με τον σχεδιασμό και τις εκτελεστικές λειτουργίες, είτε έχουν υπερβολικά βάρη (έχετε προσπαθήσει ποτέ να φύγετε από το σπίτι μαζί με ένα νήπιο;), είτε είναι υπερβολικά αισιόδοξοι για τον χρόνο που περνά. Τέοιες μορφές αισιοδοξίας μπορούν να αποβούν τοξικές.

Οι χρονικά αισιόδοξοι υποτιμούν συνεχώς πόσο χρόνο θα χρειαστούν για τα καθήκοντά τους. Οι ψυχολόγοι κάνουν λόγο για πλάνη σχεδιασμού· για μια γνωστική προκατάληψη κατά την οποία οι άνθρωποι υιοθετούν τα καλύτερα σενάρια αντί για τα ρεαλιστικά. Αν και διαδρομή 10 λεπτών με το αυτοκίνητο μπορεί στην πραγματικότητα να διαρκέσει 30 λεπτά μαζί με τη στάθμευση, πολλοί άνθρωποι εστιάζουν στην ιδανική εκδοχή. Άλλοι δεν αισθάνονται αισιόδοξοι για τον χρόνο, αλλά έχουν ιδιαίτερο ταλέντο στο να τον χάνουν: διάσπαση προσοχής, αφηρημάδα, απουσία εσωτερικού «ρολογιού». Αυτοί οι άνθρωποι εκτροχιάζονται από μικρές εργασίες —από ένα email, από ένα τηλεφώνημα, από το να γυρίσουν στο σπίτι να πάρουν την ομπρέλα— με αποτέλεσμα να καθυστερούν χωρίς να αντιλαμβάνονται τη ροή του χρόνου. «Δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα…» λένε ενώ οι άλλοι τους περιμένουν, συνήθως εκνευρισμένοι. Πρόκειται για έλλειψη οργάνωσης που σίγουρα εκδηλώνεται και σε άλλες πλευρές της ζωής τους.

Μερικοί από τους χρονίως καθυστερούντες είναι άνθρωποι που φορτώνονται πολλά καθήκοντα, που δεν μπορούν να πουν όχι. Αυτοί οι άνθρωποι υπερφορτώνουν το πρόγραμμά τους επειδή θέλουν να ευχαριστήσουν τους άλλους, φοβούνται μήπως χάσουν ευκαιρίες ή υπερεκτιμούν τις δυνατότητές τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα φαινόμενο ντόμινο: καθυστερώντας από το ένα πράγμα στο άλλο, ποτέ δεν μπορούν να τους ικανοποιήσουν όλους.

Τέλος, υπάρχουν οι επονομαζόμενοι «επαναστάτες» που απλούστατα δεν σέβονται τον χρόνο των άλλων. Μας στήνουν με τη την μισο-ασυνείδητη πεποίθηση ότι η εξουσία και τα συστήματα είναι «κακά» κι ότι κάποιος πρέπει να πάρει θέση κάνοντας τα πράγματα με τον δικό του τρόπο. Η αργοπορία είναι επίδειξη ανεξαρτησίας: οι επαναστάτες βιώνουν την καθυστέρηση ως αφορμή έκλυσης αδρεναλίνης, άσκησης εξουσίας πάνω στους άλλους.

Το κοινό στοιχείο πολλών χρονίως αργοπορημένων είναι το στρες: όταν κάποιος βρίσκεται υπό συνεχή πίεση, η προσοχή του στρέφεται σε πολλαπλές κατευθύνσεις και η ψυχική του ενέργεια εξαντλείται. Το άγχος δυσκολεύει τον προγραμματισμό εκ των προτέρων, την ιεράρχηση προτεραιοτήτων και την ομαλή μετάβαση μεταξύ εργασιών, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα να φτάνει κάποιος αργά στα ραντεβού του. Ρόλο παίζει συχνά το να θέλει να είναι «απόλυτα έτοιμος» ή να έχει ελέγξει «τα πάντα» προτού φύγει από το σπίτι. Μερικοί άνθρωποι αλλάζουν ρούχα ή χτενίσματα κάμποσες φορές μέχρι να νιώσουν ότι έχουν πετύχει την «σωστή» εμφάνιση: τέτοια χαρακτηριστικά μοιάζουν με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή («Κλείδωσα την πόρτα; Έβγαλα το σεσουάρ από την πρίζα;»)

Όταν τα άτομα καθυστερούν σε κοινωνικές συναναστροφές, σε ένα πάρτυ λόγου χάρη, ίσως έχουν αυξημένο κοινωνικό άγχος: προτιμούν να εμφανίζονται αργά παρά να είναι οι πρώτοι που θα φτάσουν. Φοβούνται την αμηχανία ή θέλουν να αφιερώσουν όσο το δυνατόν λιγότερο χρόνο στην εκδήλωση για να περιορίσουν την κοινωνική επαφή και τον χρόνο κατά τον οποίον αισθάνονται άβολα με τους άλλους. Με λίγα λόγια, για τους κοινωνικά αγχωμένους, η καθυστέρηση έχει να κάνει με τη μείωση ή την αποφυγή της δυσφορίας.

Πώς γίνεται κανείς ακριβής και συνεπής; Η λύση ξεκινά από μέσα μας, από την αυτογνωσία μας. Γιατί αργούμε όταν αργούμε; Γιατί δεν λαμβάνουμε υπόψη τις ενδεχόμενες καθυστερήσεις (κυκλοφοριακή συμφόρηση, δυσκολία πάρκινγκ, καθυστέρηση μετρό); Αντί να αποφασίζουμε πότε θα φύγουμε, ας αποφασίζουμε πότε πρέπει να φτάσουμε και μετά ας σχεδιάζουμε τη διαδικασία προς τα πίσω αφήνοντας ένα μικρό περιθώριο για το απροσδόκητο. Η αντίστροφη εργασία αντισταθμίζει την τάση του εγκεφάλου να υποτιμά τον χρόνο που χρειάζονται τα «ενδιάμεσα» βήματα, όπως η μετακίνηση σε ώρα αιχμής ή η δυσκολία εύρεσης ενός ταξί. Όσοι από μας είναι πάντοτε αργοπορημένοι, μπορούν να χρησιμοποιήσουν την τακτική του ψέματος: να πουν στον εαυτό τους ότι η συνάντηση ξεκινά στις 12:45 αντί για τη 1:00 και να πράξουν αναλόγως. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό το «μαξιλάρι» μπορεί να γίνει πραγματική συνήθεια. Καμιά φορά βοηθάει η ρύθμιση του ξυπνητηριού 15 λεπτά πριν από την ώρα αναχώρησης: σ’ αυτά τα λεπτά μπορούμε να ολοκληρώσουμε κάτι που κάνουμε προτού πεταχτούμε έξω από την πόρτα. Τέλος, ένα κίνητρο είναι η ευχαρίστηση των άλλων: όταν αργούμε εκνευρίζουμε τους συνανθρώπους μας οι οποίοι εκλαμβάνουν την αργοπορία ως ασέβεια —και συνήθως αντιδρούν. Το να είναι κανείς συνεπής στην ώρα του δείχνει σεβασμό και ακεραιότητα.