Κοινωνια

Ο ελεύθερος xρόνος ως reel

Όσα κάποτε αποτελούσαν απλά «χόμπι» ασκούνται πια ολοένα και περισσότερο σε επίπεδο ημι-επαγγελματικό, τόσο ώστε η έκθεσή τους στα social να έχει κάποια αξία σε σχέση με τον ανταγωνισμό

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 991
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Κατερίνα Τριανταφυλλίδου, Junior Executive στην εταιρεία Pitch media, γράφει για την ενασχόληση με τα social, τα χόμπι και την απόλαυση του ελεύθερου χρόνου

Με τον όποιο ελεύθερο χρόνο απομένει να πολιορκείται επιθετικά από scrolling και reels, αυτές τις ηλεκτρικές σκούπες που ρουφάνε τις ώρες σε μια στιγμή, τα όρια μεταξύ επαγγελματικής και ερασιτεχνικής απασχόλησης γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα. Όσα κάποτε αποτελούσαν απλά «χόμπι» ασκούνται πια ολοένα και περισσότερο σε επίπεδο ημι-επαγγελματικό, τόσο ώστε η έκθεσή τους στα social να έχει κάποια αξία σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Δεν αρκεί μόνο να κάνεις ενδιαφέροντα πράγματα στη ζωή σου, πρέπει αυτά να μεταφράζονται και σε κάτι που «είσαι».

Με τον εαυτό να χτίζεται ως brand, η προσωπική εξέλιξη απαιτεί να είσαι σχεδόν ειδικός σε αυτά που κάνεις: Δεν φτάνει να δείχνεις απλά τον εαυτό σου να κάνει squats, πρέπει ταυτόχρονα να είσαι και fitness coach, πρότυπο και πηγή motivation για τους followers σου. Είτε όμως παράγεις content online είτε όχι, η καθημερινή έκθεση σε σχεδόν «τέλειο» περιεχόμενο, το οποίο παρουσιάζεται από την οπτική του ειδικού και παράγεται από καθημερινούς ανθρώπους σαν εμάς, δημιουργεί την ανάγκη για κάποιον επαγγελματισμό σε όσα κάνουμε στον μη επαγγελματικό μας χρόνο. Από fitness, μαγειρική, diy κατασκευές στο σπίτι, μέχρι την προετοιμασία του παιδικού τάπερ για το σχολείο(!), η αίσθηση ότι «οι άλλοι» ασχολούνται με τα χόμπι τους σε σημείο να τους αποφέρει συχνά και εισόδημα, μπορεί να εντείνει την ήδη υπάρχουσα τάση –ιδιαίτερα της Gen Z– για αυτοσαμποτάζ, αναβολή και αυτοακύρωση.

Δεν είναι κακό να βγάζεις χρήματα από αυτό που αγαπάς, ίσα ίσα, όλοι αυτό θα θέλαμε ιδανικά. Αλλά η εμμονή εξαρχής με την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου στόχου εκτός της απόλαυσης και της χαράς που προσφέρει η ερασιτεχνική ενασχόληση μπορεί να αποδυναμώσει το ίδιο το κίνητρο για να καταπιαστούμε μ’ αυτήν. Αν η ενασχόληση με κάτι αξιολογείται με κριτήρια αγοράς, τι μπορεί να νοηματοδοτήσει την περίοδο που ασχολούμαστε μ’ αυτό χωρίς ακόμα να είμαστε επαγγελματίες ή έστω και ελάχιστα επιδέξιοι; Μήπως οι influencers και τα motivational βιντεάκια τους μας εγκλωβίζουν τελικά πολλές φορές σε έναν παθητικό ρόλο απραξίας, παρά μας βοηθούν και μας εμπνέουν (όπως υπόσχονται) να δράσουμε, βιώνοντας τις εμπειρίες εμείς οι ίδιοι;

Στη θετική πλευρά, η διερώτηση και συνειδητοποίηση των παραπάνω ίσως ανοίγει μια διέξοδο από τη μάστιγα της χρονοτριβής (procrastination) και της αίσθησης ανεπάρκειας που ταλαιπωρεί τον σύγχρονο άνθρωπο. Η συνειδητή ενασχόληση με κάτι που μας ενδιαφέρει, έχοντας πρώτα συμφιλιωθεί με το ενδεχόμενο να είμαστε «απλά μέτριοι» σε αυτό, μπορεί να αποδειχθεί ανακουφιστική έως και απελευθερωτική. Ίσως, τότε, να καταφέρουμε να περάσουμε και πάλι καλά στον ελεύθερό μας χρόνο, να τον ξανακερδίσουμε, αφήνοντας στην άκρη το άγχος της απόδοσης και τη διαρκή επιτήρηση του εαυτού μας.

Κυκλοφορεί ένα ενδιαφέρον trend στα social, όπου συγκρίνεται το περιεχόμενο που παράγουν οι σημερινοί έφηβοι με τις «αμήχανες» έως και cringe δημιουργίες των παιδιών του ’90 ή του ’00. Τα σημερινά παιδιά της γενιάς Alpha θα προβάρουν μια χορογραφία μέχρι να τελειοποιηθεί, θα την τραβήξουν και θα τη μοντάρουν ώστε το αποτέλεσμα να είναι άψογο – αλλιώς δεν την ποστάρουν. Και οκέι, θαυμάζεις και το skill και το αποτέλεσμα, αλλά απλώς προχωράς στο επόμενο reel. Τα στραβοτραβηγμένα εφηβικά βίντεο, όμως, των τωρινών millennials, που εμφανίζονται με ό,τι να ’ναι ρούχα στο παιδικό τους δωμάτιο και προσπαθούν να αντιγράψουν τις κινήσεις των αγαπημένων τους τραγουδιστών καταλήγοντας απλά να χοροπηδούν επί τόπου, έχουν άλλη ενέργεια. Βασικά, φαίνεται απλώς να το ευχαριστιούνται και βλέποντάς το μάλλον θα χαμογελάσεις χωρίς να το καταλάβεις.

Αυτό που τα παιδιά των 90s έκαναν ακομπλεξάριστα, χωρίς να το πολυσκεφτούν, ήταν απότοκο ενός δικαιώματος που έχουμε απολέσει και που χρειάζεται να επαναδιεκδικήσουμε. Θέλει προσπάθεια για να κάνεις τη μικρή επικριτική φωνούλα να σωπάσει, αλλιώς δεν μπορείς να είσαι παρών/παρούσα σε αυτό που κάνεις, ή καταλήγεις να το απαξιώνεις. Η καταφυγή στον αυτοσαρκασμό μπορεί όντως να απαλύνει προσωρινά τον φόβο της έκθεσης και το βάρος μιας πιθανής αποτυχίας που δημιουργείται όταν παίρνεις κάτι στα σοβαρά. Από την άλλη, ακυρώνει και αδικεί την όποια ειλικρινή προσπάθεια πριν αυτή εκκινήσει. Έχουμε δικαίωμα σ’ αυτή την προσπάθεια χωρίς να μπορούμε να εγγυηθούμε για το αποτέλεσμα. Όπως και στο να κάνουμε κάτι απλώς επειδή μας δημιουργεί όμορφα συναισθήματα, τα οποία δεν προκύπτουν απαραίτητα από το ότι μας αρέσει ο εαυτός μας μέσα σε αυτό το κάτι, αλλά το «κάτι» το ίδιο.