Κοινωνια

Η υπόθεση γυναικοκτονίας της Δώρας Ναστούλη: «Αν δεν είσαι δική μου, δεν θα είσαι κανενός»

Μια υπόθεση που ανέδειξε τα κενά προστασίας μετά τον χωρισμό και άνοιξε ξανά τη συζήτηση για τη θωράκιση των θυμάτων κακοποιητικών σχέσεων

Μιμή Φιλιππίδη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η γυναικοκτονία της Δώρας Ναστούλη στο Αγρίνιο: Η ζωή μιας μητέρας τριών παιδιών που κόπηκε βίαια, σε δημόσιο χώρο, μπροστά στα μάτια πολιτών

Τον Νοέμβριο του 2024, το Αγρίνιο βρέθηκε στο επίκεντρο της επικαιρότητας μετά τη γυναικοκτονία της 43χρονης Δώρας Ναστούλη, μητέρας τριών παιδιών. Το έγκλημα σημειώθηκε σε κεντρικό σημείο της πόλης, μέρα μεσημέρι, προκαλώντας σοκ όχι μόνο στην τοπική κοινωνία αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Η υπόθεση αυτή ήταν το αποκορύφωμα μιας τοξικής σχέσης, ενός χωρισμού που δεν έγινε αποδεκτός και μιας εμμονικής συμπεριφοράς που κλιμακώθηκε παρά τις καταγγελίες και τους περιοριστικούς όρους που είχαν ήδη επιβληθεί στον δράστη.

Η 43χρονη ήταν διαζευγμένη και μητέρα τριών παιδιών. Μετά τον χωρισμό από τον πρώην σύζυγό της είχε συνάψει σχέση με τον (τώρα) 32χρονο, που θα γινόταν ο γυναικοκτόνος της, αλλά η σχέση τους τελείωσε. Το επόμενο διάστημα η Δώρα Ναστούλη προχώρησε τη ζωή της και ήταν έτοιμη να αρραβωνιαστεί με τον σύντροφό της. Τη μοιραία ημέρα της γυναικοκτονίας τον Νοέμβριο του 2024, ο δράστης είχε στήσει καρτέρι στη γυναίκα έχοντας όπλο (το προμηθεύτηκε ενώ μερικούς μήνες πριν οι Αρχές του είχαν αφαιρέσει δύο κυνηγετικά όπλα που κατείχε μετά από μήνυση που είχε υποβάλλει σε βάρος του το θύμα για ενδοοικογενειακή βία).

Ο 32χρονος, παρόλο που του είχε αφαιρεθεί ο οπλισμός, ταξίδεψε στην Αθήνα, αγόρασε νέο όπλο από τη «μαύρη αγορά» και επέστρεψε στο Αγρίνιο. Περίμενε μέχρι να φθάσει η γυναίκα στο σημείο που έλαβε χώρα η γυναικοκτονία και όταν εκείνη στάθμευσε το αυτοκίνητό της, την αιφνιδίασε μπαίνοντας στο αυτοκίνητο από την πόρτα του συνοδηγού. Ακολούθησε σύντομη λογομαχία, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο δράστης έβγαλε όπλο και πυροβόλησε τη γυναίκα εξ επαφής. Οι πυροβολισμοί προκάλεσαν πανικό στην περιοχή. Περαστικοί και καταστηματάρχες έσπευσαν να βοηθήσουν, ενώ ειδοποιήθηκε άμεσα η αστυνομία και το ΕΚΑΒ. Η 43χρονη μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένη, όμως υπέκυψε στα τραύματά της. Η εικόνα του αυτοκινήτου στο κέντρο της πόλης έγινε σύμβολο μιας ακόμη γυναικοκτονίας που θα μπορούσε να είχε αποτραπεί.

Μετά την τέλεση του εγκλήματος, ο δράστης άφησε το αυτοκίνητό του και άρχισε να περιφέρεται, φτάνοντας στην περιοχή της Μυρτιάς, όπου εντοπίστηκε μερικές μέρες αργότερα. Νωρίτερα είχε επικοινωνήσει με την αδελφή του και της είχε πει «χτύπησα τη Δώρα». Την αποθήκη όπου είχε καταφύγει ο γυναικοκτόνος της 43χρονης μητέρας τριών παιδιών υπέδειξαν στους αστυνομικούς η μητέρα και η αδελφή του, οι οποίες φοβήθηκαν ότι θα μπορούσε να βάλει τέλος στη ζωή του. Σύμφωνα με τις αρχικές του δηλώσεις, δεν είχε σχεδιάσει να τη σκοτώσει, αλλά «ήθελε να της μιλήσει». Ωστόσο, τα στοιχεία της προμελέτης, η παραβίαση των περιοριστικών όρων και η οπλοφορία έδειχναν διαφορετική εικόνα. Κατά την ανάκριση, φέρεται να επικαλέστηκε έντονη συναισθηματική φόρτιση και ψυχολογική πίεση. Παρ’ όλα αυτά, η εισαγγελική αρχή απήγγειλε κατηγορία για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν αργότερα στη δίκη, η σχέση τους είχε λήξει αρκετό καιρό πριν το έγκλημα. Ωστόσο, ο πρώην σύντροφός της δεν αποδέχθηκε ποτέ ουσιαστικά το τέλος της. Μαρτυρίες συγγενών και φίλων ανέφεραν ότι η 43χρονη είχε εκφράσει φόβο για τη συμπεριφορά του. Υπήρχαν περιστατικά έντονων καβγάδων, πιεστικής επικοινωνίας, ζηλοτυπίας και ελέγχου. Η ζήλια και η ερωτική αντιζηλία φαίνεται πως αποτέλεσαν βασικό κίνητρο, καθώς ο δράστης φέρεται να μην άντεχε την ιδέα ότι εκείνη προχωρούσε τη ζωή της χωρίς εκείνον. Η κατάσταση είχε ήδη φτάσει στο σημείο να υπάρξει καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία, με αποτέλεσμα να του επιβληθούν περιοριστικοί όροι. Παρ’ όλα αυτά, όπως αποδείχθηκε, οι όροι αυτοί δεν στάθηκαν αρκετοί για να αποτρέψουν την τραγωδία.

Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λευκάδας τον Φεβρουάριο του 2026, μέσα σε έντονα φορτισμένο κλίμα. Η πολιτική αγωγή υποστήριξε ότι: ο δράστης είχε ξεκάθαρο κίνητρο ερωτικής αντιζηλίας, δεν αποδέχθηκε ποτέ τον χωρισμό, παραβίασε συνειδητά τους περιοριστικούς όρους, προσέγγισε το θύμα οπλισμένος, γεγονός που καταδεικνύει πρόθεση. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο γεγονός ότι υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια: απειλές, παρακολούθηση και εμμονική συμπεριφορά.

Η υπεράσπιση προσπάθησε να αναδείξει ψυχολογική αστάθεια και συναισθηματική φόρτιση, ζητώντας ελαφρυντικά. Ωστόσο, το δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα τους ισχυρισμούς περί μειωμένου καταλογισμού. Το δικαστήριο έκρινε τον 32χρονο ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοχρησία, παραβίαση περιοριστικών όρων. Η ποινή που επιβλήθηκε ήταν ισόβια κάθειρξη και επιπλέον πέντε έτη φυλάκισης. Η απόφαση έγινε δεκτή με έντονη συναισθηματική φόρτιση από τη μητέρα της Δώρας, τον αδερφό της και τα τρία παιδιά της που όλα αυτά τα χρόνια ζητούσαν δικαίωση για τη γυναίκα που έχασε τη ζωή της με βίαιο τρόπο.

Ο δικηγόρος της οικογένειας της Δώρας Ναστούλη κ. Καραγκούνης δήλωσε: «Τόσο εγώ όσο και η οικογένεια, αισθανόμαστε πλήρως δικαιωμένοι μετά την απόφαση του δικαστηρίου. Από την πρώτη στιγμή, η οικογένεια της Δώρας είχε εμπιστοσύνη στο έργο της δικαιοσύνης και μετά τη σημερινή απόφαση οι προσδοκίες τους ικανοποιήθηκαν. Πλέον με τη σημερινή απόφαση η οποία ήταν ομόφωνη σε όλα τα σκέλη της αποδέχθηκε πλήρως ότι ο κατηγορούμενος δρώντας με πλήρη διαύγεια οργάνωσε και εκτέλεσε το σχέδιο του, δολοφονώντας τη Δώρα Ναστούλη εν ψυχρώ και στη συνέχεια προσπάθησε να κρύψει τα ίχνη του αποφεύγοντας για πολλές ώρες τη σύλληψη του. Ευχή όλων μας να μην υπάρξουν άλλα θύματα έμφυλης βίας και μακάρι η απόφαση αυτή να στείλει τα μηνύματα που πρέπει σε όλους».

Η εισαγγελέας στην αγόρευσή της μίλησε για ένα πολύ καλά προμελετημένο έγκλημα βάσει σχεδίου. Όπως υπογράμμισε τα στοιχεία της δικογραφίας και η συμπεριφορά του κατηγορούμενου πριν και μετά την πράξη κατέδειξαν ψυχραιμία, οργάνωση και απόλυτη επίγνωση των πράξεων του. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην απουσία ειλικρινούς μεταμέλειας, σημειώνοντας πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανέλαβε ουσιαστικά την ευθύνη για την πράξη του.

Το δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα όλους τους αρχικούς ισχυρισμούς περί πλήρους ανικανότητας προς καταλογισμό. Απορρίφθηκε και ο νέος ισχυρισμός που προέβαλε ο συνήγορος στην αγόρευση του περί μεταβολής της κατηγορίας σε ανθρωποκτονία εξ αμελείας.

Επίσης απορρίφθηκαν και τα τρία ελαφρυντικά που ζητήθηκαν του πρότερου σύννομου βίου, της ειλικρινούς μεταμέλειας και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς.

Η εισαγγελέας είχε εισηγηθεί την απόρριψη όλων των ελαφρυντικών που τελικά έγινε δεκτή στο σύνολο της.

Η υπόθεση αυτή καταγράφεται ως μία ακόμη γυναικοκτονία με βασικό κίνητρο την ερωτική αντιζηλία και την αδυναμία αποδοχής του χωρισμού. Το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο: έντονη ζήλια, εμμονική συμπεριφορά, άρνηση αποδοχής της αυτονομίας της γυναίκας, κλιμάκωση μετά τον χωρισμό. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η περίοδος μετά τον χωρισμό είναι συχνά η πιο επικίνδυνη σε περιπτώσεις κακοποιητικών σχέσεων.

Στο Αγρίνιο πραγματοποιήθηκαν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και πορείες στη μνήμη της Δώρας Ναστούλη. Το σύνθημα «Καμία Άλλη» κυριάρχησε, ενώ οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών ζήτησαν αυστηρότερη επιτήρηση των περιοριστικών όρων και καλύτερη προστασία θυμάτων. Η υπόθεση άνοιξε ξανά τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων, την ανάγκη ταχύτερης αστυνομικής παρέμβασης και την ποινική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία». Πέρα από τις νομικές και κοινωνικές διαστάσεις, η υπόθεση άφησε πίσω τρία παιδιά χωρίς μητέρα. Οι συγγενείς μίλησαν για μια γυναίκα εργατική, αφοσιωμένη στην οικογένειά της και αποφασισμένη να ξαναχτίσει τη ζωή της. Η απώλειά της δεν ήταν μόνο στατιστικό στοιχείο. Ήταν μια ζωή που κόπηκε βίαια, σε δημόσιο χώρο, μπροστά στα μάτια πολιτών.

Η γυναικοκτονία της Δώρας Ναστούλη στο Αγρίνιο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εγκλήματος που ρίζωσε στην ερωτική αντιζηλία και στην πατριαρχική αντίληψη «αν δεν είσαι δική μου, δεν θα είσαι κανενός». Παρά τις προηγούμενες καταγγελίες και τα περιοριστικά μέτρα, η κλιμάκωση δεν αποτράπηκε. Το ερώτημα που παραμένει είναι πώς μπορούν οι θεσμοί να παρέμβουν έγκαιρα πριν η εμμονή μετατραπεί σε δολοφονική πράξη. Είναι μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού προβλήματος που απαιτεί πρόληψη, εκπαίδευση, άμεση θεσμική αντίδραση και υποστήριξη θυμάτων. Η μνήμη της Δώρας Ναστούλη παραμένει συνδεδεμένη με την ανάγκη να μην υπάρξει άλλη γυναίκα που θα χάσει τη ζωή της εξαιτίας της ζήλιας και της εμμονής.

→ Ακούστε εδώ τα Podcast Criminal minds | Διάσημα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα και τον κόσμο