Επιχειρησεις

Εφοπλιστές σε εμπόλεμη ζώνη

Πώς η κρίση στα Στενά του Ορμούζ εκτόξευσε τους ναύλους, αύξησε το ρίσκο και επαναχάραξε τις ροές της παγκόσμιας ενέργειας

Αναστασία Κυριανίδη
ΤΕΥΧΟΣ 993
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μέσα στην κρίση, η ναυτιλία βρέθηκε ανάμεσα σε δύο κόσμους: Ιστορικά κέρδη για ορισμένους, αυξημένος κίνδυνος και κόστος για όλους

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν έμεινε γεωγραφικά περιορισμένος. Οι επιπτώσεις του διαχύθηκαν άμεσα στις αγορές και τα χρηματιστήρια, επηρεάζοντας κρίσιμες αλυσίδες της παγκόσμιας οικονομίας και αναδεικνύοντας εκ νέου τη σημασία ενός από τους πιο νευραλγικούς θαλάσσιους διαδρόμους του πλανήτη. Όταν το Ιράν αποφάσισε να «κλείσει» τα Στενά του Ορμούζ, το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου τέθηκε σε κατάσταση συναγερμού: περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και LNG διέρχεται από εκεί. Αρκούσε η απειλή μιας διαταραχής για να αλλάξει το κόστος της ενέργειας και τη γεωγραφία των θαλάσσιων ροών.

Και ακριβώς εκεί φάνηκε η διπλή φύση της κρίσης. Για την παγκόσμια οικονομία, ο πόλεμος σήμαινε ακριβότερη ενέργεια, μεγαλύτερη αβεβαιότητα και πίεση στην ανάπτυξη. Για ένα μέρος της ναυτιλιακής αγοράς, όμως, σήμαινε κάτι άλλο: εκρηκτική άνοδο ναύλων. Τα πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια μεταφοράς αργού πετρελαίου, γνωστά ως VLCC, βρέθηκαν στην πηγή μιας νέας κερδοφορίας. Η κρίση γεννούσε ρίσκο, αλλά γεννούσε και περιθώρια υπεραπόδοσης για όποιον ήταν διατεθειμένος να αναλάβει αυτό το ρίσκο.

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Το ρίσκο μετατράπηκε σε ναύλο

Με τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ να διαταράσσεται και εκατοντάδες πλοία να αγκυροβολούν αναμένοντας εξελίξεις, η διαθέσιμη χωρητικότητα περιορίστηκε και η ζήτηση για ασφαλισμένο, άμεσα διαθέσιμο τονάζ εκτινάχθηκε. Οι ασφαλιστές αναπροσάρμοσαν απότομα τα ασφάλιστρα κινδύνου, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος διέλευσης και οι ναυλωτές των πλοίων αποδέχονταν πρωτοφανή επίπεδα κόστους για να εξασφαλίσουν μεταφορική ικανότητα.

Σε αυτό το σκηνικό, η αγορά των VLCC έγραψε ιστορικά υψηλά. Η Trade Winds κάνει λόγο για ναύλα που έφτασαν στα 500.000-700.000 δολάρια την ημέρα, επίπεδα που μέχρι πρόσφατα ανήκαν περισσότερο στη σφαίρα των υποθετικών μοντέλων παρά της πραγματικής αγοράς.

Και εδώ εμφανίστηκαν και ελληνικά ονόματα. Η Dynacom Tankers Management του Γιώργου Προκοπίου συνδέθηκε με fixture σε επίπεδα άνω των 530.000 δολαρίων ημερησίως για ταξίδι προς την Ινδία, ενώ η Aeolos Management της οικογένειας Εμπειρίκου διαπραγματεύτηκε συμφωνία κοντά στα 700.000 δολάρια την ημέρα. Το δεξαμενόπλοιο Nissos Donoussa της Okeanis Eco Tankers, της οικογένειας Αλαφούζου, φέρεται να κατέρριψε το ρεκόρ με ναύλο που έφτασε στα 751.615 δολάρια ημερησίως. Ποσά που επιβεβαιώνουν ότι, σε συνθήκες ακραίας αστάθειας, το premium κινδύνου μπορεί να γίνει σχεδόν εξωπραγματικό. Αυτό ήταν και το βασικό μοτίβο της κρίσης: όσο πιο απαγορευμένος γίνεται ο διάδρομος της παγκόσμιας ενέργειας, τόσο ακριβότερη είναι η διέλευσή του.

Και ο ναύλος μετατράπηκε σε ρίσκο

Υπάρχει, ωστόσο, και η άλλη πλευρά της εξίσωσης. Μαζί με τα έσοδα αυξήθηκε και το κόστος. Τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου εκτινάχθηκαν, ενώ και οι αμοιβές των πληρωμάτων σε δρομολόγια υψηλού ρίσκου αναπροσαρμόστηκαν σημαντικά προς τα πάνω, επιβαρύνοντας κάθε ταξίδι. Ταυτόχρονα, η επιχειρησιακή διαχείριση έγινε πιο απαιτητική. Οι εταιρείες έπρεπε να λαμβάνουν αποφάσεις σε συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, αξιολογώντας σε πραγματικό χρόνο τη βιωσιμότητα διαδρομών, τη διαθεσιμότητα ασφαλιστικής κάλυψης και την έκθεση του στόλου τους.

Το ρίσκο δεν ήταν μόνο οικονομικό. Αφορούσε και την ασφάλεια των πληρωμάτων που δραστηριοποιούνταν σε μια περιοχή αυξημένης έντασης. Οι δεκάδες επιθέσεις που έγιναν σε πλοία από την έναρξη της σύγκρουσης υπογράμμισε ότι η λειτουργία στη συγκεκριμένη ζώνη δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια τυπική εμπορική δραστηριότητα.

Και τα «χτυπήματα» δεν ήρθαν μόνο στη θάλασσα, ήρθαν και στη Wall Street. Ενώ οι ναύλοι ανέβαιναν, οι μετοχές επηρεάζονταν από ένα διαφορετικό μείγμα φόβου: τον κίνδυνο παρατεταμένου πολέμου, το ακριβότερο πετρέλαιο, την πιθανότητα παγκόσμιας επιβράδυνσης. Οι δείκτες του αμερικανικού χρηματιστηρίου βυθίστηκαν, καθώς επιθέσεις σε τάνκερ έστειλαν το αργό πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια, ενώ και ευρύτερα οι διεθνείς μετοχές πιέστηκαν υπό τον φόβο νέου ενεργειακού σοκ. Η αγορά των δεξαμενόπλοιων στο χρηματιστήριο δεν κατάφερε να μείνει έξω από το sell off, με την Trade Winds να σημειώνει ότι οι tanker stocks παρασύρθηκαν από τη διεθνή νευρικότητα.

Εκεί βρίσκεται και το παράδοξο της συγκυρίας: οι εταιρείες μπορούσαν να βλέπουν ισχυρότερα έσοδα, αλλά ταυτόχρονα να πιέζονται χρηματιστηριακά, επειδή οι αγορές δεν τιμολογούν μόνο τα έσοδα του τρέχοντος τριμήνου αλλά και το ενδεχόμενο ενός ατυχήματος ή μιας μακράς διακοπής του εμπορίου.

Η διαταραχή στις ροές από τον Περσικό Κόλπο μεταφράστηκε και σε σημαντική απώλεια της παγκόσμιας ζήτησης για VLCC σε όρους tonne-miles. Σύμφωνα με στοιχεία της Vortexa, η ζήτηση που χάθηκε από τις εξαγωγές δυτικά των Στενών υπολογίζεται σε περίπου 300 δισ. tonne-miles, ενώ οι εναλλακτικές ροές από άλλες περιοχές –όπως η Νοτιοανατολική Ασία, ο Κόλπος του Μεξικού και τα λιμάνια της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα– καλύπτουν μόλις 150 δισ. tonne-miles περίπου.

Η αγορά στράφηκε σε νέες διαδρομές από τον Ατλαντικό προς την Ασία, με πρόσθετες ποσότητες αργού πετρελαίου από τη Δυτική Αφρική, τη Νότια Αμερική και τον Κόλπο των ΗΠΑ. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την ανακατεύθυνση, η ζήτηση ανέκαμψε μόνο εν μέρει.

ΕΛΣΤΑ | Ελληνική Στατιστική Αρχή

15 ελληνικά εφοπλιστικά ονόματα περιλαμβάνει η ετήσια λίστα με τους δισεκατομμυριούχους του Forbes

  • Μαρία Αγγελικούση $7,5 δισ.
  • Βαγγέλης Μαρινάκης και οικογένεια $7 δισ.
  • Γιώργος Οικονόμου $5,3 δισ.
  • Γεώργιος Προκοπίου και οικογένεια $4,7 δισ.
  • Ανδρέας Μαρτίνος και οικογένεια $4,4 δισ.
  • Σπύρος Λάτσης και οικογένεια $3,9 δισ.
  • Παναγιώτης Τσάκος και οικογένεια $3,6 δισ.
  • Άννα Αγγελικούση και οικογένεια $2,6 δισ.
  • Μαριάννα Λάτση και οικογένεια $2,4 δισ.
  • Κωνσταντίνος Μαρτίνος και οικογένεια $2 δισ.
  • Αθανάσιος Μαρτίνος και οικογένεια $2,1 δισ.
  • Μαργαρίτα Λάτση-Κατσιαπή και οικογένεια $1,7 δισ.
  • Ιωάννης Κούστας $1,3 δισ.
  • Γιάννης Αλαφούζος και οικογένεια $1,1 δισ.
  • Διαμαντής Διαμαντίδης και Oικογένεια $1,1 δισ.

Η Ελλάδα στην πρώτη γραμμή

Αν υπάρχει ένας ευρωπαϊκός κλάδος που δεν μπορούσε να δει την κρίση από απόσταση, αυτός ήταν η ελληνική ναυτιλία. Η Ελλάδα ελέγχει έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους στον κόσμο και παραμένει κρίσιμος παίκτης στις θαλάσσιες μεταφορές ενέργειας. Η ίδια η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε μια «διαρκή λύση» για την ασφάλεια και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, υπογραμμίζοντας ότι δεν αρκούν αποσπασματικές διευθετήσεις διέλευσης.

Η στατιστική εικόνα το επιβεβαιώνει. Σύμφωνα με την απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, καταγράφηκαν 1.107 ελληνικά και ελληνόκτητα εμπορικά πλοία 100 ΚΟΧ και άνω, με 18.822 ναυτικούς συνολικά. Από αυτά, 320 ήταν δεξαμενόπλοια, ενώ 7.890 ναυτικοί –ποσοστό 41,9% του συνόλου– απασχολούνταν σε δεξαμενόπλοια. Με άλλα λόγια, σχεδόν ο μισός απογραφόμενος ναυτεργατικός πληθυσμός του ελληνικού και ελληνόκτητου στόλου βρισκόταν ακριβώς στο τμήμα της αγοράς που επηρεάστηκε πιο άμεσα από την κρίση.

Η ανθρώπινη διάσταση ήταν εξίσου έντονη. Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε στη Βουλή ο υφυπουργός Ναυτιλίας Στέφανος Γκίκας, στις 16 Μαρτίου δέκα πλοία με ελληνική σημαία παρέμεναν στον Περσικό Κόλπο με 90 Έλληνες ναυτικούς, ενώ άλλοι 70 Έλληνες υπηρετούσαν σε δύο κρουαζιερόπλοια σε Ντόχα και Ντουμπάι. Στην ευρύτερη εγγύς περιοχή, τα πλοία ελληνικών συμφερόντων έφταναν τα 168. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η παρέμβαση του Βαγγέλη Μαρινάκη στην Telegraph αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Ο Έλληνας εφοπλιστής κάλεσε ουσιαστικά τη διεθνή κοινότητα να προστατεύσει πλοία και ναυτικούς, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να αποκατασταθεί η ομαλή ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Η τοποθέτησή του δεν ήταν απλώς μια παρέμβαση κλάδου. Ήταν αποτύπωση μιας ευρύτερης αλήθειας: χωρίς ασφαλείς θαλάσσιους διαδρόμους, η παγκόσμια οικονομία μένει εκτεθειμένη.

→ Vidcast ATHENS VOICE | Πόλεμος στο Ιράν: 6 ειδικοί μιλούν για τη Μέση Ανατολή