Ελλαδα

Δωσίλογοι: Μια όχι και τόσο γνωστή ιστορία από τον καιρό του σκότους

Η άγνωστη διαδρομή ενός κατοχικού υπουργού από την Αθήνα της Κατοχής στην Αυστρία και από εκεί στις φυλακές Αβέρωφ

Στέφανος Δάνδολος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δωσίλογοι: Η ιστορία του Έκτορα Τσιρονίκου και η «Εθνική Κυβέρνηση των Ελλήνων Εθνικοσοσιαλιστών»

Τέτοιες μέρες πριν από 80 χρόνια η Αθήνα έμοιαζε στοιχειωμένη. Οι δίκες των Δοσίλογων είχαν ξεκινήσει. Στις μικρές αίθουσες του Ειδικού Δικαστηρίου ζωντάνευαν εφιάλτες από το παρελθόν της Κατοχής. Έλληνες που είχαν προδώσει την Ελλάδα, που είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές, που κάποτε ήταν πανίσχυροι, έρχονταν τώρα αντιμέτωποι με την οδύνη μιας χώρας που προσπαθούσε να ορθοποδήσει, να αποτινάξει τον ζόφο, και φυσικά να λησμονήσει, όπως αποδείχτηκε. Ανάμεσα στους κατηγορούμενους, και όσοι είχαν μόλις συλληφθεί στο εξωτερικό. Κυρίως υπουργοί των κατοχικών κυβερνήσεων, λακέδες των Ναζί, ορκισμένοι αντικομμουνιστές που ανακάλυψαν μέσω της σβάστικας έναν τρόπο επιβίωσης εν μέσω του σκότους που είχε τυλίξει την πατρίδα για χρόνια.

Γιατί μας ελκύουν οι ιστορίες των Δοσίλογων τόσες δεκαετίες μετά; Η απάντηση είναι προφανής: Επειδή στο πρόσωπό τους βλέπουμε το έρεβος που μπορεί να προτάξει ο άνθρωπος προκειμένου να ανέλθει, να πλουτίσει, να περάσει ζωή και κότα, ενόσω γύρω του η κοινωνία στενάζει και αργοπεθαίνει. Επειδή πάνω τους αναγνωρίζουμε τα πιο ποταπά ένστικτα που συνθέτουν την ανθρώπινη ψυχή.

Ένας από τους άρχοντες της Κατοχής που συνελήφθη τότε, ήταν και ο Έκτορας Τσιρονίκος. Το όνομά του δεν λέει και πολλά, έμεινε στη σκιά των Ράλληδων και των Γκοτζαμάνηδων. Ο Τσιρονίκος, γεννημένος στην Αράχοβα Αρκαδίας, με σπουδαίο βιογραφικό ως οικονομολόγος στα χρόνια του μεσοπολέμου, και σημαίνων στέλεχος της ομογένειας στην Ευρώπη, διατέλεσε αντιπρόεδρος και υπουργός Οικονομικών στη γερμανοδιορισμένη κυβέρνηση Ράλλη, επί μήνες έλυνε και έδενε, συνδιαλεγόταν με τα Ες Ες, μιλούσε απευθείας με τον απεσταλμένο του Χίτλερ στα Βαλκάνια Χέρμαν Νοϊμπάχερ. Μαύρη ρεπούμπλικα, μαύρο κοστούμι, μαύρη λιμουζίνα, μαύρα μάτια. Η ιστορία του δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστή, μα λόγω αυτής της ιστορίας μαθαίνουμε και για κάτι άλλο που δεν είναι ευρέως γνωστό, καθώς ουδείς σήμερα μνημονεύει την «κυβέρνηση» που ο ίδιος σχημάτισε, μαζί με άλλους προδότες συνοδοιπόρους, στην εκπνοή του πολέμου. Το χρονικό των γεγονότων θυμίζει plot κατασκοπευτικής ταινίας. Είναι 1944. Λίγο πριν την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα. Βλέποντας την τροπή της κατάστασης να οδεύει εις βάρος του Άξονα, ο Έκτωρ Τσιρονίκος παίρνει την οικογένειά του και φεύγει για την Αυστρία. Μαζί του και άλλοι διαπρεπείς υπηρέτες της ναζιστικής μηχανής. Ο Γεώργιος Πούλος, απότακτος συνταγματάρχης, και ο συνεργάτης του Ξενοφών Γιοσμάς. Ο Αριστείδης Ανδρόνικος, γιατρός και φανατικός αντισημίτης. Ο Κωνσταντίνος Γούλας, δικηγόρος της Θεσσαλονίκης, αρχηγός της ΕΕΕ. Και οι κατοχικοί υπουργοί Ταβουλάρης και Πασαδάκης (ο δεύτερος είχε υπάρξει και γενικός διοικητής Κρήτης επί Κατοχής). Στη Βιέννη, τον Νοέμβριο του ’44, λαμβάνει χώρα η πρώτη άτυπη συνάντηση αυτού του παράξενου βραχίονα που επιμένει να ονειρεύεται ότι ο Φύρερ θα βγει νικητής, παρά την επέλαση των συμμαχικών δυνάμεων. Τότε, λοιπόν, στην παγωμένη ξενιτιά – κι ενώ η Ελλάδα έχει πλέον ελευθερωθεί από τον αβάσταχτο ζυγό – ο Τσιρονίκος και τα υπόλοιπα βλαστάρια του χιτλερικού ολέθρου προβαίνουν στην εξής κίνηση: δημιουργούν την αποκαλούμενη Εθνική Κυβέρνηση των Ελλήνων Εθνικοσοσιαλιστών! Το παραμύθι γι’ αυτούς δεν έχει πεθάνει. Seig Heil. Η ελπίδα εξακολουθεί να είναι ζωντανή.

Έκτωρ Τσιρονίκος

Θα αναρωτιέται κανείς: Γιατί δεν διδάσκονται αυτές οι ρωγμές της Ιστορίας στο Γυμνάσιο; Γιατί είναι πιο σημαντική η παπαγαλία συμπυκνωμένων γενικοτήτων από τα κοφτερά αγκάθια που δείχνουν από τι είναι πλασμένο το κάθε έθνος;

Η εν λόγω «κυβέρνηση» φεύγει μακριά από τη Βιέννη και επιλέγει να δραστηριοποιηθεί στην κωμόπολη Kitzbuehel, καμιά ενενηνταριά χιλιόμετρα από το Σάλτσμπουργκ. Εκεί, στους πρόποδες των χιονισμένων Άλπεων, ανάμεσα στα μαγευτικά ξύλινα σαλέ που συνθέτουν ένα από τα πιο φημισμένα τουριστικά θέρετρα της εποχής, ο Τσιρονίκος και η παρέα του θέτουν ζητήματα εθνικής παλινόρθωσης (!), στρέφουν τη ρητορική τους ενάντια στον Γεώργιο Παπανδρέου που έχει επιστρέψει από την Αίγυπτο, και προσπαθούν να περισώσουν ό,τι είναι δυνατόν ως προς την μεταπολεμική επιβίωσή τους. Οι συνεδρίες γίνονται στο πέτρινο Γκραν Οτέλ, που ορθώνεται περήφανα στην πλαγιά με τα πανύψηλα έλατα. Τις νύχτες, ο Τσιρονίκος, φανατικός τζογαδόρος, καταφεύγει στο καζίνο της κωμόπολης που έχει μείνει ανοιχτό καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Με ένα τσιγάρο στο χέρι, όλο και πιο ισχνός καθώς περνούν οι μήνες, δοκιμάζει την τύχη του, στη ρουλέτα, στο μπακαρά, στο τρίφυλλο πόκερ. Μα, είτε κερδίζει είτε όχι απέναντι στους γκρουπιέρηδες που τον υπομένουν, η τύχη του έχει εξανεμιστεί εντελώς.

Τον Μάιο του 1945 καταδικάζεται ερήμην σε θάνατο από το Ειδικό Δικαστήριο. Το καλοκαίρι του 1946 συλλαμβάνεται στο εξωτερικό από τους Αμερικανούς και μεταφέρεται στην Ελλάδα. Είναι αδύνατος και πολύ γερασμένος, επισημαίνει μια εφημερίδα της εποχής. Φοράει καπαρντίνα χρώματος μολυβί και άρβυλα του αμερικανικού στρατού. Καπέλο «πομπέ», υποκάμισον λερωμένο και σχισμένο, γραβάτα μαύρη. Παραδόξως δεν τον περιμένουν οι σφαίρες της εκτέλεσης που διέταξε ο δικαστής, μα ένα υγρό κελί στις φυλακές Αβέρωφ. Είναι γεγονός ότι η χώρα αυτή δεν συμπεριφέρθηκε και πολύ σκληρά στους συνεργάτες των Ναζί, είχε ήδη λησμονήσει το αμαρτωλό παρελθόν. Όπως και να ’χει, ο Εμφύλιος τελειώνει, και ο εξηντάχρονος πια Τσιρονίκος υποβάλλει αίτηση χάριτος. Θα εισπράξει την εύνοια της Πολιτείας, κι ας έχει εκτίσει μόλις έξι χρόνια φυλάκισης. Ήταν η εποχή όπου οι περισσότεροι παλιοί Δωσίλογοι έστηναν εκ νέου καριέρες, εκμεταλλευόμενοι την κοντή μνήμη αυτού του τόπου. Ωστόσο, ο ίδιος θα χαθεί στις σκιές της μεταπολεμικής κοινωνίας, δίχως να διεκδικήσει κάτι αντάξιο των θέσεων που του δόθηκαν επί Χίτλερ. Τελικά θα πεθάνει το 1964 σε ένα σύμπαν πολύ μακρινό από τα μεγαλεία του Τρίτου Ράιχ. Σε μια καμαρούλα του Γηροκομείου Αθηνών. Απομονωμένος. Και πάμφτωχος. Από μια άποψη, ήταν κι αυτό ένα είδος καταδίκης.