Ελλαδα

Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων: Για τη γιαγιά μου που κάποτε υπήρξε κορίτσι και κομμάτι της Ιστορίας μας

Πριν γίνει γιαγιά μου, είχε ήδη ζήσει μια ολόκληρη ζωή - Ήταν νέα, εργαζόμενη, ερωτευμένη και μαχητική

Γεωργία Ζερβογιάννη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

1η Οκτωβρίου: Μια προσωπική ιστορία για τον χρόνο, τις ζωές που προηγήθηκαν και όσα προλαβαίνουμε ακόμη να ρωτήσουμε, να ακούσουμε και να κρατήσουμε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων

Υπάρχει μια φράση της γιαγιάς μου που σκέφτομαι συχνά. Την είπε πριν από μερικά χρόνια, όταν τη ρώτησα γιατί δεν έχει επιστρέψει ποτέ στο κατεχόμενο χωριό της στην Αμμόχωστο της Κύπρου, για να δει το σπίτι και τη γη που άφησε πίσω της το 1974.

«Δεν επήα. Εν μπορώ. Για να ζήσω ακόμα λία χρόνια». Τότε δεν συνειδητοποίησα ακριβώς τι εννοούσε. Πια, όμως, τη σκέφτομαι όλο και πιο συχνά.

Όταν είμαστε παιδιά, οι άνθρωποι που αγαπάμε μοιάζουν να είναι εκεί για πάντα. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας είναι απλώς οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, το σπίτι όπου πηγαίνουμε τα καλοκαίρια, η κουζίνα όπου υπάρχει πάντα κάτι να φάμε, η φωνή στο τηλέφωνο, τα χέρια που μας χαϊδεύουν το κεφάλι, οι ιστορίες που έχουμε ακούσει δεκάδες φορές. Κάποια στιγμή, όμως, αρχίζουμε να τους βλέπουμε κυρίως μέσα από την ηλικία τους. Και τότε ξεχνάμε εύκολα κάτι βασικό. Πριν γίνουν οι άνθρωποι που γνωρίσαμε εμείς, είχαν ήδη ζήσει μια ολόκληρη ζωή.

Η γιαγιά μου είναι σήμερα 83 ετών. Γεννήθηκε στον Μαραθόβουνο της Κύπρου. Όταν ήταν έντεκα χρονών, ο πατέρας της τής έδειξε πώς να σπέρνει τα χωράφια με τα χέρια. Μεγάλωσε μέσα στη γη, με ζώα, ελιές, κότες, αυγά, αλεύρι, τραχανά και πλιγούρι που έφτιαχναν μόνοι τους. Με μια ζωή δύσκολη με τα σημερινά δεδομένα, αλλά δική τους. Μετά παντρεύτηκε, έκανε τρεις κόρες και έφτιαξε τη δική της οικογένεια.

Η ημέρα που έφυγαν από το σπίτι τους

Στις 14 Αυγούστου 1974, όταν οι τουρκικές δυνάμεις έφτασαν στον Μαραθόβουνο, η γιαγιά μου ήταν ακόμη στο σπίτι της.

Οι βομβαρδισμοί είχαν ήδη αρχίσει. Τα χωράφια καίγονταν και οι όλμοι έπεφταν γύρω από το σπίτι. Κάποια στιγμή ένας συγχωριανός τους άρχισε να φωνάζει στους δρόμους ότι όλοι έπρεπε να φύγουν. Η γιαγιά μου είχε δύο βαλίτσες. Πρόλαβε να πάρει μόνο μία. Έβαλε μέσα λίγα ρούχα, τρία ψωμιά και χαλούμι. Τα χρήματα που είχαν έμειναν πίσω, μέσα σε ένα παντελόνι που είχε αλλάξει βιαστικά ο παππούς μου. Έφυγαν με ένα Opel Kadett που χώρεσε 13 ανθρώπους, κλειδώνοντας πίσω τους την πόρτα του σπιτιού και πιστεύοντας ότι σύντομα θα επέστρεφαν. Στον δρόμο συνάντησαν τη μητέρα της, που έτρεχε ξυπόλυτη κρατώντας τα παπούτσια της. Την πήραν μαζί τους και συνέχισαν προς τις βρετανικές βάσεις.

Για μέρες κοιμήθηκαν κάτω από τα δέντρα. Ύστερα βρέθηκαν σε έναν καταυλισμό και τους έδωσαν μια μικρή σκηνή με το νούμερο 13. Εκεί έμειναν περίπου έναν χρόνο. Ήταν μια ζωή από την αρχή. Μικρές σκηνές, βροχή και κρύο τον χειμώνα, πρόχειρα μπάνια και τουαλέτες, ουρές για φαγητό και ένα καρβέλι ψωμί για κάθε οικογένεια, ανεξάρτητα από το πόσα μέλη είχε.

Τα παιδιά συνέχισαν το σχολείο σε σκηνές. Οι άνθρωποι περίμεναν στην ουρά για τα τρόφιμα και μαγείρευαν με ξύλα. Ο Ερυθρός Σταυρός έφερνε ρούχα και κουβέρτες. Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη ζωή που κανείς τους δεν είχε επιλέξει, η οικογένεια προσπαθούσε να συνεχίσει.

Ξαναχτίζοντας τη ζωή από την αρχή

Μετά τη σκηνή ήρθε ένα μικρό νοικιασμένο σπίτι και αργότερα ένα οικόπεδο στα Λατσιά. Με λίγα χρήματα προσπάθησαν να χτίσουν από την αρχή τη ζωή τους. Το σπίτι που έφτιαξαν είχε δύο υπνοδωμάτια. Δεν χρειαζόταν να είναι μεγαλύτερο, γιατί πίστευαν βαθιά μέσα τους ότι θα επέστρεφαν στα σπίτια τους.

Δεν επέστρεψαν ποτέ.

Κι έτσι ένα σπίτι που φτιάχτηκε με την προσδοκία του προσωρινού έγινε το σπίτι μιας ολόκληρης ζωής. Η γιαγιά μου δεν γύρισε ποτέ να δει το δικό της σπίτι. Δε μπορεί. Ξέρω πως δεν της λείπει μόνο το σπίτι. Της λείπει η ζωή που είχαν φτιάξει και πράγματα που σήμερα μπορεί να μοιάζουν μικρά, αλλά τότε ήταν ολόκληρος ο κόσμος τους: η γη τους, οι γείτονες, τα ζώα, οι ελιές, τα πράγματα που έφτιαχναν μόνοι τους και μια καθημερινότητα που δεν χρειαζόταν πολλά για να είναι γεμάτη.

Και ίσως αυτό να ξεχνάμε όταν κοιτάζουμε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο. Βλέπουμε την ηλικία του και όχι όλα όσα προηγήθηκαν. Δεν βλέπουμε το κορίτσι που υπήρξε, τη νέα γυναίκα, τη μητέρα, τον άνθρωπο που δούλεψε, φοβήθηκε, πήρε δύσκολες αποφάσεις, έπεσε, ξανασηκώθηκε και συνέχισε. Κι αυτό είναι που σκέφτομαι περισσότερο όταν την κοιτάζω σήμερα: ότι πίσω από έναν ηλικιωμένο άνθρωπο υπάρχει μια ζωή που εμείς δεν προλάβαμε να γνωρίσουμε ολόκληρη. Υπάρχουν ιστορίες που δεν ρωτήσαμε, πράγματα που δεν έχουμε ακούσει, λεπτομέρειες που κάποτε θα χαθούν μαζί με εκείνον που τις θυμάται. Και γι’ αυτό, όσο υπάρχει χρόνος, θέλω να την ακούω.

Ακόμη κι αν μου πει την ίδια ιστορία για δεύτερη, τρίτη ή δέκατη φορά.

Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων σήμερα

Η ουσία της Παγκόσμιας Ημέρας Ηλικιωμένων σίγουρα δεν είναι οι τυπικές ευχές και τα «να τα εκατοστήσετε». Είναι να θυμηθούμε ότι οι άνθρωποι που σήμερα βλέπουμε να μεγαλώνουν δίπλα μας δεν ξεκίνησαν τη ζωή τους ως ηλικιωμένοι.

Η γιαγιά μου δεν ήταν πάντα η γιαγιά μου. Ήταν ένα κορίτσι έντεκα χρονών που έμαθε να σπέρνει. Μια νεαρή γυναίκα που έκανε τρία παιδιά. Μια μητέρα που έπρεπε μέσα σε λίγα λεπτά να αποφασίσει τι θα χωρέσει σε μία βαλίτσα. Μια πρόσφυγας που κοιμήθηκε κάτω από ένα δέντρο. Μια γυναίκα που μεγάλωσε τα τρία παιδιά της μέσα σε μια σκηνή. Ήταν ένας άνθρωπος που από το τίποτα προσπάθησε να ξαναχτίσει ένα σπίτι. Και όλα αυτά συνέβησαν πριν γίνει η γυναίκα που σήμερα γνωρίζω ως γιαγιά.

Πόσο χρόνο δίνουμε στους ανθρώπους που αγαπάμε;

Νομίζω ότι αυτό είναι το δύσκολο κομμάτι. Λέμε ότι πρέπει να φροντίζουμε τους μεγαλύτερους ανθρώπους. Και φυσικά πρέπει. Αλλά η φροντίδα δεν είναι μόνο να τους πας στον γιατρό, να τους πάρεις τα φάρμακα, να τους ψωνίσεις ή να τους τηλεφωνήσεις για να δεις αν είναι καλά.

Είναι και να καθίσεις δίπλα τους και να τους ακούσεις πραγματικά, να τους κάνεις ερωτήσεις και να αφήσεις μια ιστορία να ειπωθεί για δεύτερη, τρίτη ή δέκατη φορά. Να μην κοιτάξεις το ρολόι και να τους δώσεις τον χρόνο να θυμηθούν το σπίτι όπου μεγάλωσαν, το πρώτο τους μεροκάματο, τον άνθρωπο που υπήρξε ο καλύτερός τους φίλος, όσα φοβήθηκαν, όσα έχασαν και όσα αγάπησαν. Να τους ρωτήσεις ακόμη και για μια μέρα που εμείς δεν γνωρίζαμε καν ότι υπήρξε, αλλά για εκείνους μπορεί να ήταν μία από τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής τους.

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας θυμούνται πράγματα που κανείς άλλος στην οικογένεια μπορεί να μην ξέρει πια. Μπορεί αυτή να είναι η τελευταία χρονιά που θα έχουμε με έναν άνθρωπο που αγαπάμε. Μπορεί να είναι η τελευταία φορά που θα καθίσουμε δίπλα του, που θα ακούσουμε μια ιστορία που έχουμε ακούσει ξανά και ξανά ή μια λέξη που έχουμε ακούσει εκατοντάδες φορές. Το δύσκολο είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος να ξέρουμε ποια θα είναι η τελευταία φορά. Ίσως γι’ αυτό αξίζει να μην περιμένουμε να το μάθουμε εκ των υστέρων.

Η γιαγιά μου είναι 83 ετών.

Όταν τη βλέπω, είναι εύκολο να βλέπω μόνο την ηλικία της. Να βλέπω τα χρόνια στο πρόσωπό της, τις δυσκολίες που έχει πλέον στην κίνηση, την κούραση, τις επαναλήψεις στις ιστορίες της. Στο τέλος μιας από τις πολλές κουβέντες μας, τη ρώτησα τι θα ήθελε να μου μείνει στο μυαλό από όλα όσα είπαμε. Δεν μου μίλησε για αποζημιώσεις, πολιτικούς ή εκδίκηση. Μου είπε: «Να μη γίνεται πόλεμος ποτέ, είναι μια δυστυχία».

Αυτό που σκέφτομαι κοιτάζοντας τη γιαγιά μου

Δεν ξέρω πόσα χρόνια θα έχουμε ακόμη με τους ανθρώπους μας και, στην πραγματικότητα, κανείς δεν το ξέρει. Ξέρουμε όμως ότι ο χρόνος που έχουμε μαζί τους δεν είναι απεριόριστος, ακόμη κι αν στην καθημερινότητα συμπεριφερόμαστε συχνά σαν να είναι. Γι’ αυτό θέλω να τη ρωτάω και να την ακούω, ακόμη κι όταν έχω ακούσει την ίδια ιστορία ξανά, ακόμη κι όταν βιάζομαι ή νομίζω ότι ξέρω ήδη τι θα μου πει. Γιατί πλέον καταλαβαίνω πως δεν γνωρίζω ολόκληρη τη ζωή της.

Όπως δεν γνωρίζουμε ολόκληρη τη ζωή των γονιών μας πριν γίνουν γονείς. Δεν ξέρουμε πάντα τι φοβήθηκαν, τι ονειρεύτηκαν, ποιοι άνθρωποι πέρασαν από τη ζωή τους, ποιες αποφάσεις πήραν και ποιες στιγμές τους άλλαξαν, επειδή όλα αυτά συνέβησαν πολύ πριν από εμάς. Η γιαγιά μου κουβαλά μέσα της δεκαετίες που δεν έζησα. Κι αν δεν τη ρωτήσω, κάποια από αυτά θα χαθούν μαζί της.

Ίσως τελικά αυτό να είναι που μπορούμε να δώσουμε στους ανθρώπους που μεγαλώνουν δίπλα μας. Όχι περισσότερο χρόνο, γιατί αυτό δεν περνά από το χέρι μας, αλλά περισσότερο από τον δικό μας. Να καθίσουμε λίγο ακόμη, να ακούσουμε μια ιστορία που έχουμε ξανακούσει και να μείνουμε εκεί χωρίς να βιαζόμαστε να φύγουμε. Γιατί κάποια στιγμή, όταν δεν θα υπάρχει πια η δυνατότητα να ρωτήσουμε, θα καταλάβουμε ότι αυτό που θεωρούσαμε μια συνηθισμένη κουβέντα ήταν στην πραγματικότητα κάτι που δεν θα μπορούσαμε να ξαναπάρουμε πίσω.

Πριν συνεχίσεις τη μέρα σου, πάρε ένα τηλέφωνο. Στη γιαγιά σου, στον παππού σου, στους γονείς σου, σε εκείνον τον άνθρωπο που όλο λες ότι θα πάρεις κάποια στιγμή. Μπορεί να μην έχουμε περισσότερο χρόνο να τους δώσουμε. Έχουμε όμως αυτόν που έχουμε τώρα.