- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η Σφαγή της Μεραρχίας Άκουι, γνωστή και ως η Σφαγή της Κεφαλονιάς, ήταν η μαζική εκτέλεση των ανδρών της ιταλικής 33ης Μεραρχίας πεζικού Άκουι από τις γερμανικές δυνάμεις
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 μόλις ανακοινώθηκε η συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους Συμμάχους —η επονομαζόμενη ανακωχή του Κασίμπιλε (Σικελία)— οι Ναζί διέπραξαν ένα από τα χειρότερα εγκλήματα πολέμου: τη Σφαγή μιας Μεραρχίας Ιταλών στην Κεφαλονιά. Τότε, στην Κεφαλονιά έδρευε η 33η Ιταλική Μεραρχία Πεζικού, η «Άκουι», αποτελούμενη από περίπου 12.000 άνδρες υπό τη διοίκηση του στρατηγού Αντόνιο Γκαντίν, ενώ στο νησί υπήρχε και μια μικρότερη γερμανική δύναμη περίπου 2.000 ανδρών υπό τον συνταγματάρχη Γιοχάνες Μπάργκε. Με την ανακοίνωση της ανακωχής από τον Ιταλό πρωθυπουργό Πιέτρο Μπαντόλιο, η ιταλική Μεραρχία βρέθηκε ξαφνικά από σύμμαχος των γερμανικών δυνάμεων στη θέση του αντιπάλου. Οι γερμανικές δυνάμεις απαίτησαν την άμεση παράδοση του ιταλικού οπλισμού, αλλά, οι Ιταλοί αξιωματικοί και στρατιώτες, μετά από εσωτερικό «δημοψήφισμα», αποφάσισαν να μην παραδώσουν τα όπλα και να προβάλουν ένοπλη αντίσταση. Αυτή η απόφαση οδήγησε σε σφοδρές μάχες που διήρκεσαν από τις 13 μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου 1943 και στις οποίες επικράτησαν οι Γερμανοί.
Παρά την αρχική αριθμητική υπεροχή των Ιταλών, οι Γερμανοί ενισχύθηκαν αεροπορικώς από τη Luftwaffe, καθώς και με πρόσθετες μονάδες από την ηπειρωτική Ελλάδα. Μετά τη νίκη τους, κατά παράβαση της Σύμβασης της Γενεύης και υπό τις διαταγές του στρατηγού Χούμπερτ Λαντς, εκτέλεσαν εν ψυχρώ περίπου 5.000 Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους, συμπεριλαμβανομένου του στρατηγού Γκαντίν. Ο Ρομουάλντο Φορμάτο, ένας από τους στρατιωτικούς ιερείς της μεραρχίας Άκουι και από τους λίγους επιζώντες, έγραψε αργότερα ότι κατά τη διάρκεια της σφαγής, οι Ιταλοί αξιωματικοί έκλαιγαν, προσεύχονταν και τραγουδούσαν· πολλοί φώναζαν τα ονόματα των μητέρων, των συζύγων και των παιδιών τους. Σύμφωνα με τον Φορμάτο, τρεις αξιωματικοί αγκαλιάστηκαν και δήλωσαν ότι ήταν σύντροφοι στη ζωή και ότι θα πήγαιναν μαζί στον θάνατο, ενώ άλλοι έσκαβαν στο γρασίδι σαν να προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Οι εκτελέσεις των Ιταλών αξιωματικών συνεχίζονταν μέχρι τη στιγμή που ένας Γερμανός αξιωματικός ήρθε και σταμάτησε τις εκτελέσεις όσων από αυτούς μπορούσαν να αποδείξουν ότι κατάγονταν από το Νότιο Τιρόλο, μια περιοχή είχε προσαρτήσει ο Χίτλερ μετά τις 8 Σεπτεμβρίου. Τριάντα επτά άτομα σώθηκαν με αυτή τη δικαιολογία. Αλλά οι Γερμανοί ήταν αμείλικτοι: ανάμεσα στους πυροβολισμούς που έπεφταν βροχή, ανάγκασαν είκοσι Ιταλούς ναυτικούς να φορτώσουν τα πτώματα των νεκρών αξιωματικών σε βάρκες και να τα μεταφέρουν στη θάλασσα, ενώ, στη συνέχεια, ανατίναξαν τις βάρκες μαζί με τους Ιταλούς ναυτικούς.
Ο Άλφρεντ Ρίχτερ, ένας Αυστριακός δεκανέας που συμμετείχε στη σφαγή, διηγήθηκε αργότερα πώς οι σύντροφοί του Γερμανοί ανάγκασαν έναν Ιταλό να τραγουδάει μιαν άρια ενώ οι συμπατριώτες του εκτελούνταν ένας-ένας. Η μοίρα του τραγουδιστή στρατιώτη παρέμεινε άγνωστη. Ο Ρίχτερ δήλωσε πάντως ότι αυτός και οι εκτελεστές ένιωθαν «παραλήρημα παντοδυναμίας» κατά τη διάρκεια της σφαγής κι ότι έγιναν φρικαλεότητες ακόμα και μετά τις εκτελέσεις.
Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η απόδοση δικαιοσύνης για τη Σφαγή της Μεραρχίας Άκουι υπήρξε εξαιρετικά περιορισμένη, προκαλώντας αντιδράσεις στην Ιταλία και την Ελλάδα. Ο ανώτερος διοικητής που έδωσε τις διαταγές για τις επιχειρήσεις και τις αιχμαλωσίες, ο στρατηγός Χούμπερτ Λαντς, διοικητής του 22ου Ορεινού Σώματος Στρατού της Βέρμαχτ, προσήχθη στη «Δίκη των Ομήρων» στη Νυρεμβέργη το 1947. Κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της εκτέλεσης των Ιταλών αιχμαλώτων στην Κεφαλονιά και στην Κέρκυρα, καθώς και για μαζικά αντίποινα κατά αμάχων στην Ελλάδα. Το στρατοδικείο τον έκρινε ένοχο για τις εκτελέσεις των Ιταλών αξιωματικών και στρατιωτών αλλά τον καταδίκασε σε μονάχα 12 χρόνια κάθειρξη. Παρά την καταδίκη του, ο Λαντς εξέτισε μόλις τρία χρόνια στη φυλακή του Λάντσμπεργκ. Στο πλαίσιο των αμνηστιών και της αναθεώρησης ποινών από τις αμερικανικές αρχές λόγω της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου, αποφυλακίστηκε το 1951. Μετά την αποφυλάκισή του δραστηριοποιήθηκε στην πολιτική (στο Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, FDP, στη Δυτική Γερμανία) και εξέδωσε συγγράμματα στρατιωτικής ιστορίας, χωρίς να εκτίσει ποτέ το υπόλοιπο της ποινής του.
Ο Χάραλντ φον Χίρσφελντ, ταγματάρχης της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, ο οποίος διοίκησε τις δυνάμεις κρούσης και οργάνωσε τις εκτελέσεις επί του πεδίου στην Κεφαλονιά, σκοτώθηκε στη μάχη στο Ανατολικό Μέτωπο το 1945, προτού προλάβει να δικαστεί. Ο Γιοχάνες Μπάργκε, διοικητής της γερμανικής φρουράς του νησιού παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά αθωώθηκε, καθώς θεωρήθηκε ότι η ευθύνη των εκτελέσεων ανήκε αποκλειστικά στις διαταγές του Σώματος Στρατού και της ανώτατης διοίκησης. Ο Καρλ φον Λε Ζουίρ, διοικητής της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, συνελήφθη από τον Κόκκινο Στρατό και πέθανε σε σοβιετικό στρατόπεδο αιχμαλώτων το 1954. Στην Ιταλία, οι σχετικοί φάκελοι ερευνών για τα γερμανικά εγκλήματα πολέμου τοποθετήθηκαν στο αρχείο από τη στρατιωτική δικαιοσύνη κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 για διπλωματικούς λόγους, προκειμένου να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με τη Δυτική Γερμανία. Οι φάκελοι ανακαλύφθηκαν ξανά το 1994 και η υπόθεση έγινε γνωστή ως Armadio della Vergogna: το ντουλάπι της ντροπής.
Το 2013, το Στρατοδικείο της Ρώμης καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη ερήμην τον πρώην υπολοχαγό των καταδρομέων Άλφρεντ Σταρκ για τη συμμετοχή του στην εκτέλεση 117 Ιταλών αξιωματικών στο χωριό Φαρακλάτα στην Κεφαλονιά, ο οποίος όμως λόγω προχωρημένης ηλικίας και άρνησης έκδοσης από τη Γερμανία δεν εξέτισε την ποινή. Το γεγονός παραμένει ζωντανό στη μνήμη της Κεφαλλονιάς, όπου υπάρχει το Μνημείο Πεσόντων Μεραρχίας Άκουι, ενώ έχουν γραφτεί δεκάδες μαρτυρίες τόσο από Έλληνες όσο κι από Ιταλούς και Γερμανούς ιστορικούς: ανάμεσα σε αυτές είναι «Η Σφαγή της Μεραρχίας Άκουι στην Κεφαλονιά» του Πέτρου Πετράτου και το «Αιματοβαμμένο Εντελβάις: Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Ορεινό Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944» του Hermann Frank Meyer. Το θέμα της σφαγής αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό στην Ιταλία από τον Τύπο και το εκπαιδευτικό σύστημα έως το 1980, όταν ο Ιταλός Πρόεδρος Σάντρο Περτίνι, πρώην παρτιζάνος, παραβρέθηκε στα εγκαίνια του μνημείου της σφαγής στην Κεφαλονιά. Παρά την ενέργεια του Περτίνι, μόλις τον Μάρτιο του 2001 ένας άλλος Ιταλός Πρόεδρος, ο Κάρλο Ατσέλιο Τσάμπι, επισκέφθηκε ξανά το μνημείο, και μάλιστα τότε είχε πιθανότατα επηρεαστεί από τη δημοσιότητα που είχε πάρει η επικείμενη κυκλοφορία της ταινίας «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Λουί ντε Μπερνιέρ. Χάρη σε αυτές τις ενέργειες σήμερα ένας μερικοί δρόμοι στην Ιταλία έχουν ονομαστεί «Divisione Acqui».