- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ο Στέλιος Ράμφος και το παράδοξο της πνευματικής μεταστροφής
Από τον Μαρξ στην Ορθοδοξία και από εκεί στην αυτοκριτική
Στέλιος Ράμφος: Από τον μαρξισμό και τον Πλάτωνα στην Ορθοδοξία και, αργότερα, στην ανθρωπολογική επανεξέταση της παράδοσης
Δικαίως όλες οι νεκρολογίες για τον Στέλιο Ράμφο επικεντρώνονται στις πνευματικές μεταστροφές του και τις αντίστοιχες πολιτικές τους προεκτάσεις. Ίσως κανείς άλλος Έλληνας διανοούμενος δεν διέγραψε μια τόσο μεγάλη τροχιά: από τον μαρξισμό και την πολιτική στράτευση της νεότητάς του στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και στον Πλάτωνα, από εκεί στην Ορθοδοξία και στην αναζήτηση μιας ιδιαίτερης ελληνικής πνευματικής παραδόσεως και, αρκετά αργότερα, σε μια ανθρωπολογική επανεξέταση ακριβώς εκείνης της παραδόσεως στην οποία είχε κάποτε αναζητήσει την απάντηση στα αδιέξοδα του νεότερου κόσμου.
Θα ήταν εύκολο να περιγράψει κανείς αυτή την πορεία ως διαδοχή ιδεολογικών μετακινήσεων. Ένας νέος της Αριστεράς απομακρύνεται από τον μαρξισμό, στρέφεται στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ανακαλύπτει την Ορθοδοξία, υπερασπίζεται την ελληνική ιδιοπροσωπία και, ύστερα από χρόνια, επανεξετάζει κριτικά την παράδοση την οποία προηγουμένως είχε υπερασπιστεί. Μια τέτοια περιγραφή μπορεί να είναι χρήσιμη για την πολιτική ή την πνευματική ιστορία μιας εποχής, αλλά αφήνει ανέγγιχτο ένα δυσκολότερο ερώτημα: τι σημαίνει πραγματικά να αλλάζει ένας άνθρωπος πνευματικά;
Όταν εγκαταλείπουμε μια πεποίθηση που κάποτε θεωρούσαμε αληθινή, τι ακριβώς έχει συμβεί; Ανακαλύψαμε απλώς ότι κάναμε ένα διανοητικό λάθος; Αποκτήσαμε περισσότερες γνώσεις; Άλλαξαν οι ιστορικές περιστάσεις και μαζί τους οι κρίσεις μας; Ή μεταβλήθηκε κάτι βαθύτερο: ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τον εαυτό μας μέσα σ' αυτόν;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο όταν η αλλαγή αφορά όχι μια επιμέρους γνώμη αλλά ένα ολόκληρο σύστημα νοήματος. Ποιος είναι αυτός που αλλάζει; Εάν ο άνθρωπος των πενήντα ετών απορρίπτει ως πλάνη όσα θεωρούσε αλήθεια στα είκοσι πέντε του, τι μας επιτρέπει να μιλάμε για πνευματική συνέχεια του ίδιου ανθρώπου; Υπάρχει κάτω από τις μεταβαλλόμενες πεποιθήσεις κάποιος σταθερός πυρήνας ή μήπως η πραγματική μεταστροφή είναι τόσο βαθιά ώστε μεταβάλλει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε και ερμηνεύουμε εκείνον που κάποτε υπήρξαμε;
Η περίπτωση του Στέλιου Ράμφου προσφέρεται εξαιρετικά για να τεθούν αυτά τα ερωτήματα, επειδή διαθέτουμε όχι μόνο τη μεταγενέστερη αφήγηση της πορείας του αλλά και κείμενα γραμμένα στις διαφορετικές στιγμές της.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όπως αφηγείται ο ίδιος σε συνέντευξή του στον Πέτρο Μακρή το 1983, γνώρισε ως μαθητής τις μαρξιστικές ιδέες, «διψασμένος για αλήθεια και δικαιοσύνη». Ο μαρξισμός τού προσέφερε αρχικά εκείνο που συχνά προσφέρουν οι μεγάλες κοσμοθεωρίες σε έναν νέο άνθρωπο: ένα ενιαίο ερμηνευτικό σύστημα, μέσα στο οποίο η αδικία, η ιστορία και η ανθρώπινη πράξη αποκτούν συνοχή και νόημα.
Ακολούθησε η πολιτική στράτευση. Το 1965 ο Ράμφος βρίσκεται ακόμη μέσα στον κόσμο του ελληνικού φοιτητικού κινήματος. Το κείμενό του για το πώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε το φοιτητικό κίνημα χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο της Αριστεράς της εποχής: κοινωνική πραγματικότητα, ταξική διαστρωμάτωση, παραγωγή, εκμετάλλευση, πολιτική οργάνωση. Η πολιτική πράξη εντάσσεται σε μια συνολική ερμηνεία της ιστορίας.
Και όμως, στη μεταγενέστερη αφήγησή του ο ίδιος τοποθετεί στα χρόνια 1964-1965 την πρώτη μεγάλη ρήξη. Όταν η θεωρία χρειάστηκε να δοκιμαστεί στην πολιτική πράξη, εμφανίστηκε το πρόβλημα που δεν μπορούσε πλέον να παρακαμφθεί: αν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, τι είναι αυτό που αγιάζει τον ίδιο τον σκοπό;
Το 1983 θα περιγράψει τον μαρξισμό ως σύστημα που δημιουργούσε μια «ψευδαίσθηση απόλυτης επάρκειας» και, ανάγοντας το κακό στις εξωτερικές συνθήκες, περιόριζε την προσωπική ευθύνη. Το αξιοσημείωτο όμως βρίσκεται αλλού. Ο Ράμφος λέει ότι έγινε μαρξιστής από ανάγκη «αλήθειας και δικαιοσύνης» και ότι για την ίδια ανάγκη έπαψε να είναι.
Η διατύπωση αυτή μας εισάγει ήδη στον πυρήνα του ζητήματος. Η μεταστροφή δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην εγκατάλειψη του αρχικού αιτήματος. Μπορεί να αλλάζει η απάντηση ενώ παραμένει η ερώτηση. Ο νεαρός Ράμφος στρέφεται στον μαρξισμό αναζητώντας αλήθεια και δικαιοσύνη και εγκαταλείπει τον μαρξισμό επικαλούμενος την ίδια ακριβώς ανάγκη. Η ασυνέχεια των πεποιθήσεων μπορεί επομένως να κρύβει μια βαθύτερη συνέχεια.
Τον Σεπτέμβριο του 1965 πηγαίνει στο Παρίσι για φιλοσοφικές σπουδές. Εκεί η συστηματική συνάντησή του με τους αρχαίους Έλληνες και ιδίως με τον Πλάτωνα μεταφέρει το κέντρο βάρους της αναζητήσεώς του. Στην αυτοβιογραφική αφήγηση του 1983 θυμάται την εντύπωση που του προκάλεσε η σημασία που απέδιδε η ευρωπαϊκή φιλοσοφία στην ελληνική και κυρίως στην πλατωνική σκέψη. Σύντομα όμως άρχισε να θεωρεί ότι η νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία δεν αναμετριόταν τόσο με τον ίδιο τον Πλάτωνα όσο με τον Πλάτωνα που είχε παραλάβει μέσω της σχολαστικής παραδόσεως.
Από εδώ προέκυψε ένα ερώτημα αποφασιστικό για τα επόμενα χρόνια: εάν αυτή ήταν η τύχη του ελληνικού στοχασμού στη Δύση, τι είχε απογίνει η αρχαιοελληνική σκέψη στο Βυζάντιο;
Η απάντηση θα τον οδηγήσει στην ορθόδοξη θεολογία. Στο Βυζάντιο πιστεύει ότι ανακαλύπτει μια διαφορετική αφομοίωση του κλασικού ελληνισμού, και στη θεολογία μια «βασιλική οδό» επιστροφής στο ελληνικό πνεύμα. Η πολιτική αναζήτηση του νεαρού μαρξιστή έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε μεταφυσική αναζήτηση.
Όταν επιστρέφει στην Ελλάδα, έπειτα από περίπου μία δεκαετία στο εξωτερικό, η απόσταση από τον Ράμφο του 1965 μοιάζει τεράστια. Στον Τόπο Υπερουράνιο του 1975 η Ελλάδα δεν είναι πρωτίστως ιστορικός, κοινωνικός ή πολιτικός χώρος: «η Ελλάδα είναι τόπος νοητός» θα γράψει.
Η μεταβολή του λεξιλογίου είναι εντυπωσιακή. Οι κοινωνικές τάξεις, η παραγωγή και η πολιτική σύγκρουση έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στην ψυχή, στο Απόλυτο, στις ιδέες, στη μεταφυσική, στο «άλλο». Η Ελλάδα μπορεί πλέον να νοηθεί ως «το άλλο του κόσμου στον κόσμο».
Δεν έχει αλλάξει απλώς μια πολιτική θέση. Έχει αλλάξει το επίπεδο στο οποίο τίθεται το ερώτημα. Η κρίση δεν ερμηνεύεται πλέον πρωτίστως κοινωνικά και ιστορικά. Αναζητείται ένα πνευματικό θεμέλιο ικανό να αποδώσει νόημα στο σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας.
Εδώ διακρίνεται ένα γνώρισμα που θα συνοδεύσει τον Ράμφο για πολύ καιρό: το αίτημα της καθολικότητας του νοήματος. Εγκαταλείπει ένα σύστημα που διεκδικούσε καθολική εξήγηση, αλλά δεν εγκαταλείπει την απαίτηση να κατανοηθεί η ανθρώπινη εμπειρία μέσα από ένα θεμέλιο που θα της προσδίδει ενότητα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 αυτή η αναζήτηση έχει πλέον οδηγήσει σε μια ισχυρή κατάφαση της Ορθοδοξίας και της ελληνικής Παραδόσεως. Η συνέντευξη του 1983 στον Πέτρο Μακρή είναι από αυτή την άποψη αποκαλυπτική. Ο Ράμφος δεν αντιμετωπίζει την Παράδοση ως άθροισμα εθίμων ή ως λαογραφικό κατάλοιπο. Διακρίνει τις επιμέρους «παραδόσεις» από την Παράδοση που τις γεννά. Οι πρώτες είναι ιστορικές μορφές· η δεύτερη είναι ενεργός πνευματικός πυρήνας.
Στο πλαίσιο αυτό η Ορθοδοξία δεν αποτελεί για εκείνον πρόβλημα προς επίλυση. Αποτελεί μέρος της λύσης. Η δυτική νεωτερικότητα, η τεχνική, ο υποκειμενισμός και η απόλυτη ατομικότητα αντιμετωπίζονται με μεγάλη καχυποψία. Ο Ράμφος του 1983 μπορεί να χαρακτηρίζει τον υποκειμενισμό, «ως απόλυτη ατομικότητα», συνθήκη «άκρως νοσηρή». Απέναντί του τοποθετεί το πρόσωπο, τη σχέση, τη χάρη, την κοινότητα, την πνευματική μεταμόρφωση.
Αν η πορεία σταματούσε εδώ, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μία μεγάλη μεταστροφή: από τον μαρξισμό στην ελληνική μεταφυσική και από εκεί στην Ορθοδοξία. Δεν σταματά όμως. Η επόμενη μεταβολή είναι ίσως φιλοσοφικά ακόμη σημαντικότερη, ακριβώς επειδή είναι λιγότερο θεαματική.
Ο ίδιος ο Ράμφος, στον πρόλογο του 2010 στο Ονομάτων επίσκεψις, τοποθετεί «προς το 1990», με την ανάγνωση των αρχαίων ασκητικών αποφθεγμάτων που θα οδηγήσει στους Πελεκάνους ερημικούς, την αρχή μιας νέας στροφής. Δεν εγκαταλείπει απότομα την ορθόδοξη παράδοση. Συνεχίζει να τη μελετά. Αλλά βαθμιαία αλλάζει το ερώτημα που της απευθύνει. Μέχρι τότε το βασικό ερώτημα θα μπορούσε σχηματικά να διατυπωθεί: ποια αλήθεια διασώζει η ελληνική και ορθόδοξη παράδοση απέναντι στη δυτική νεωτερικότητα; Τώρα αρχίζει να εμφανίζεται ένα διαφορετικό: Τι είδους άνθρωπο συγκροτεί αυτή η παράδοση; Η αλλαγή φαίνεται μικρή. Στην πραγματικότητα είναι τεράστια.
Μια θεολογική ή μεταφυσική παράδοση μπορεί να κρίνεται από την αλήθεια που διεκδικεί. Μια ανθρωπολογική ανάγνωση όμως την υποβάλλει σε διαφορετικό έλεγχο: τι κάνει στον άνθρωπο; Πώς συγκροτεί την εσωτερικότητά του; Ποια σχέση δημιουργεί με τον χρόνο, την επιθυμία, την πράξη, την ευθύνη, τον άλλον; Επιτρέπει την ανάπτυξη ατομικότητας; Επιτρέπει στον άνθρωπο να καταστεί ιστορικό υποκείμενο;
Από τη στιγμή που αλλάζει το ερώτημα, τα ίδια κείμενα μπορούν να αρχίσουν να δίνουν διαφορετικές απαντήσεις.
Αυτό είναι ίσως το αποφασιστικό σημείο για να κατανοήσουμε τη μεταγενέστερη μεταστροφή του Στέλιου Ράμφου. Δεν ανακαλύπτει ξαφνικά άγνωστα πατερικά κείμενα. Τα γνωρίζει και τα μελετά επί δεκαετίες. Μεταβάλλεται όμως το κριτήριο με το οποίο τα διαβάζει.
Μαζί με αυτό μεταβάλλεται σταδιακά και η σχέση του με τη Δύση. Εκεί όπου παλαιότερα έβλεπε στον δυτικό υποκειμενισμό και στην ατομικότητα συμπτώματα μιας πνευματικής παθολογίας, αρχίζει να αναγνωρίζει στην ιστορική συγκρότηση του δυτικού υποκειμένου κατακτήσεις που δεν μπορούν να απορριφθούν: ατομικότητα, προσωπική ευθύνη, εσωτερικότητα, ιστορική συνείδηση, δυνατότητα αυτονομίας.
Η αντιστροφή θα γίνει εμφανής πολύ αργότερα. Στην αναθεωρημένη εισαγωγή του Ελευθερία και γλώσσα το 2010 ο ίδιος θα κοιτάξει προς τα πίσω και θα μιλήσει απερίφραστα για «ανθρωπολογικά κενά» στο παλαιότερο σκεπτικό του. Θα γράψει ότι χωρίς «ανθρωπολογικά εργαλεία και κριτήρια» αδυνατούσε να αξιολογήσει το διαθέσιμο υλικό. Και θα διατυπώσει την αυτοκριτική του με εξαιρετική ακρίβεια: αναγνώριζε τον ασκητικό βηματισμό προς την εσωτερικότητα, αλλά δεν μπορούσε τότε να αξιολογήσει τη «ματαίωση της ατομικότητος και της ιστορικότητος» στην οποία, κατά τη μεταγενέστερη κρίση του, οδηγούσε ο υπερχρονικός τύπος του δόγματος.
Εδώ βρισκόμαστε μπροστά στο πραγματικό μας ερώτημα.
Πώς είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος να μελετά επί χρόνια το ίδιο υλικό και να καταλήγει, χωρίς να το εγκαταλείψει, σε μια σχεδόν αντίθετη αξιολόγησή του; Η εύκολη απάντηση θα ήταν: άλλαξε γνώμη. Αλλά αυτό απλώς επαναλαμβάνει το γεγονός που πρέπει να εξηγηθεί.
Τα δεδομένα δεν είχαν αλλάξει. Οι Πατέρες ήταν οι ίδιοι. Τα ασκητικά κείμενα ήταν τα ίδια. Η Φιλοκαλία ήταν η ίδια. Εκείνο που είχε μεταβληθεί ήταν το πλέγμα των ερωτημάτων μέσα στο οποίο αποκτούσαν σημασία.
Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα γενικό γνώρισμα της πνευματικής αλλαγής. Δεν αλλάζουμε πάντοτε επειδή συναντούμε ένα νέο γεγονός που ανατρέπει όσα γνωρίζαμε. Μπορεί να αλλάζουμε επειδή εκείνο που ήδη γνωρίζαμε αρχίζει να σημαίνει κάτι διαφορετικό.
Ένα φαινόμενο που μέσα σε ένα θεολογικό σχήμα εμφανίζεται ως υπέρβαση του εγώ μπορεί, μέσα σε μια ανθρωπολογική προβληματική, να εξεταστεί ως πρόβλημα συγκροτήσεως της ατομικότητας. Η απόσπαση από τον ιστορικό χρόνο μπορεί να νοηθεί ως άνοιγμα προς την αιωνιότητα. Μπορεί όμως, υπό διαφορετικό ερώτημα, να εξεταστεί ως αδυναμία ιστορικής συνειδήσεως. Η παραίτηση από το ίδιον θέλημα μπορεί να είναι πνευματική ελευθερία ή να εξεταστεί ως δυσχέρεια συγκροτήσεως ενός αυτόνομου υποκειμένου.
Δεν άλλαξε κατ' ανάγκην το αντικείμενο. Άλλαξε ο ορίζοντας του νοήματός του.
Αλλά ακριβώς εδώ γεννιέται ένα ακόμη δυσκολότερο ερώτημα. Εάν κάθε μεγάλη πνευματική μεταστροφή μεταβάλλει το κριτήριο με το οποίο ερμηνεύουμε τον κόσμο, πώς μπορούμε να κρίνουμε τη μεταστροφή από ένα ουδέτερο σημείο έξω από αυτήν; Με ποιο κριτήριο αποφασίζουμε ότι ο Ράμφος του 2010 «είδε» κάτι που ο Ράμφος του 1983 δεν μπορούσε ακόμη να δει και όχι απλώς ότι το είδε διαφορετικά; Το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαθύτερο όταν ο άνθρωπος επιχειρεί να αφηγηθεί ο ίδιος την αλλαγή του.
Ο Ράμφος του 1983 κοιτάζει τον νεαρό Ράμφο του 1965 και οργανώνει τη διαδρομή του: μαρξισμός, πολιτική εμπειρία, κρίση, Παρίσι, Πλάτων, Βυζάντιο, Ορθοδοξία. Ο Ράμφος του 2010 κοιτάζει με τη σειρά του τον Ράμφο των προηγούμενων δεκαετιών και οργανώνει διαφορετικά την ίδια ζωή: αναγνωρίζει ανθρωπολογικά κενά, εντοπίζει προς το 1990 την αρχή μιας νέας στροφής, επανερμηνεύει τις προηγούμενες βεβαιότητές του.
Αλλά ο Ράμφος του 1965 δεν γνώριζε ότι βρισκόταν καθ' οδόν προς τον Τόπο Υπερουράνιο. Και ο Ράμφος του 1983 δεν γνώριζε ότι οι Πελεκάνοι ερημικοί θα τον οδηγούσαν κάποτε να επανεξετάσει ανθρωπολογικά εκείνο που τότε υπερασπιζόταν.
Η μεταγενέστερη συνείδηση κάνει κάτι αναπόφευκτο: μετατρέπει τη διαδοχή σε διαδρομή. Δίνει στα γεγονότα αρχή, κατεύθυνση και νόημα που τα ίδια, όταν συνέβαιναν, δεν μπορούσαν ακόμη να έχουν.
Έτσι, η πνευματική μεταστροφή μεταβάλλει όχι μόνο το μέλλον αλλά κατά κάποιον τρόπο και το παρελθόν. Εκείνο που κάποτε βιώθηκε ως αφύπνιση μπορεί αργότερα να ονομαστεί πλάνη. Εκείνο που εμφανίστηκε ως λύση μπορεί να αναγνωριστεί ως μέρος του προβλήματος. Η νέα ταυτότητα ξαναδιαβάζει την παλαιά ζωή για να μπορέσει να καταλάβει πώς έφθασε έως εδώ.
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε κάποια συνειδητή σκηνοθεσία. Η σκηνοθεσία μπορεί να ανήκει στην ίδια τη δομή της αυτοσυνειδησίας. Δεν θυμόμαστε το παρελθόν από το σημείο στο οποίο το ζήσαμε. Το θυμόμαστε αναγκαστικά από το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε τώρα. Και όμως, μέσα σε όλες αυτές τις ασυνέχειες, κάτι φαίνεται να επιμένει.
Ο νεαρός Ράμφος στρέφεται στον μαρξισμό από ανάγκη «αλήθειας και δικαιοσύνης». Για την ίδια ανάγκη, όπως λέει ο ίδιος, τον εγκαταλείπει. Στρέφεται στον Πλάτωνα αναζητώντας βαθύτερο θεμέλιο. Στην Ορθοδοξία αναζητεί έναν ζωντανό πνευματικό πυρήνα. Και όταν αργότερα αρχίζει να την επανεξετάζει, το κάνει επειδή η προηγούμενη απάντηση δεν του φαίνεται πλέον επαρκής για να κατανοήσει τον άνθρωπο μέσα στον χρόνο.
Μπορούμε λοιπόν να αναρωτηθούμε εάν κάτω από τις διαδοχικές μεταστροφές επιμένει ένα σταθερότερο αίτημα: το αίτημα της καθολικότητας του νοήματος, η απαίτηση να συναντηθούν σε μια συνεκτική κατανόηση η αλήθεια, η ελευθερία, η προσωπική ευθύνη και η ανθρώπινη ζωή.
Δεν είναι βέβαιο ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Η αναζήτηση ενός σταθερού πυρήνα μπορεί να είναι και αυτή μια δική μας αναδρομική κατασκευή, μια προσπάθεια να προσδώσουμε ενότητα σε μια ζωή που υπήρξε περισσότερο ασυνεχής απ' όσο είμαστε πρόθυμοι να δεχθούμε.
Ακριβώς γι' αυτό η περίπτωση του Στέλιου Ράμφου έχει ενδιαφέρον πολύ πέρα από τη βιογραφία ενός Έλληνα διανοουμένου. Μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο όταν λέει: «δεν πιστεύω πλέον αυτό που πίστευα».
Έχει αλλάξει μια γνώμη ή έχει αλλάξει ο ίδιος; Και εάν έχει αλλάξει ο ίδιος, ποιος είναι εκείνος που αναγνωρίζει την αλλαγή; Πόσο από τον προηγούμενο εαυτό πρέπει να παραμένει για να μπορούμε να μιλάμε για μεταστροφή του ίδιου ανθρώπου; Και πώς γνωρίζουμε ότι η τελευταία μας βεβαιότητα βρίσκεται πλησιέστερα στην αλήθεια και δεν αποτελεί απλώς τον επόμενο σταθμό μιας διαδρομής της οποίας το τέλος αγνοούμε;
Ίσως τελικά η πνευματική αλλαγή να μην είναι ούτε απλή ασυνέπεια ούτε απλή πρόοδος. Μπορεί να είναι η παράδοξη διαδικασία κατά την οποία ένας άνθρωπος αλλάζει τις απαντήσεις του, κατόπιν τα ερωτήματά του και, μέσα από αυτά, τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί ποιος υπήρξε.
Και τότε η πνευματική πορεία του Ράμφου αφήνει πίσω της ένα ερώτημα πολύ ευρύτερο από τις πολιτικές και ιδεολογικές μεταστροφές που δικαίως καταγράφουν οι νεκρολογίες του:
Όταν ένας άνθρωπος αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο νοηματοδοτεί τον κόσμο, τι είναι αυτό που αλλάζει —και τι είναι αυτό που, μέσα σε όλες τις αλλαγές, εξακολουθεί να τον κάνει τον ίδιο άνθρωπο;