Ελλαδα

Μετά τον Δεκαπενταύγουστο, τι;

Επανεφευρίσκοντας την ελληνικότητά μας

Βαγγέλης Ακτσαλής
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Δεκαπενταύγουστος, όταν η επαρχία ανακτά, έστω και προσωρινά, τη χαμένη της ζωτικότητα, αναδεικνύει την ανάγκη να επενδύσουμε στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας

Όχι τυχαία, ο Δεκαπενταύγουστος αποτελεί το απόγειο του ελληνικού καλοκαιριού. Πολύ πέραν του θρησκευτικού της χαρακτήρα, η συγκεκριμένη γιορτή σηματοδοτεί κάτι άλλο, βαθύτερο: είναι η περίοδος του χρόνου που χωριά, κωμοπόλεις, νομοί ολόκληροι, οι οποίοι μαραζώνουν δημογραφικά και αφαιμάσσονται πληθυσμιακά εδώ και δεκαετίες ανακτούν –έστω προσωρινά– τη χαμένη τους ζωτικότητα.

Ο Δεκαπενταύγουστος είναι οι μέρες που συγγενείς θα ξανανταμώσουν κάτω από τον πλάτανο της πλατείας, παιδικοί φίλοι θα σμίξουν αγκαλιασμένοι στο πανηγύρι του χωριού, εφηβικοί έρωτες θα αναβιώσουν, έστω υπό τη μορφή αναμνήσεων.

Πόλεις - Επαρχία: 80-20

Με δεδομένο ότι το 80% του πληθυσμού της χώρας κατοικεί στο 20% της επικράτειας, το υπόλοιπο 20% των κατοίκων ζει στο υπόλοιπο 80% της συνολικής μας έκτασης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένα μεγάλο τμήμα της χώρας είναι από αραιοκατοικημένο έως εντελώς ακατοίκητο, οπότε για τις περιοχές αυτές ο Αύγουστος δεν είναι απλά ένας μήνας διακοπών, αλλά ο αναζωογονητής τους.

Είναι το διάστημα που η ελληνική περιφέρεια ξαναγεμίζει με κάτι που αλλού της έχει λείψει και αλλού, δυστυχώς, έχει εκλείψει: γάργαρα παιδικά γέλια και ζωηρές παιδικές φωνές!

Οι αθροιστικές συνέπειες της αστυφιλίας –η οποία ξεκίνησε μετεμφυλιοπολεμικά και έκτοτε, αντί να αντιμετωπιστεί, διαρκώς διογκώνεται– σε συνδυασμό με το κύμα μαζικής μετανάστευσης –που προϋπήρχε της κρίσης, αλλά έκτοτε έχει λάβει διαστάσεις μαζικής εξόδου, χωρίς να διαφαίνονται τάσεις υποχώρησης, παρά την περί του υποτιθέμενου «brain re-gain» προπαγάνδα της κυβέρνησης– έχουν δημιουργήσει συνθήκες ερημοποίησης για ολόκληρες περιφέρειες της χώρας.

Οι αθροιστικές συνέπειες της αστυφιλίας σε συνδυασμό με το κύμα μαζικής μετανάστευσης έχουν δημιουργήσει συνθήκες ερημοποίησης για ολόκληρες περιφέρειες της χώρας

Αν οι διψήφιοι ρυθμοί μείωσης του πληθυσμού μέσα σε μια δεκαετία των νομών Ευρυτανίας, Φωκίδας και Γρεβενών μπορούν να αποδοθούν στον ορεινό τους χαρακτήρα και τη σχετικά δυσπρόσιτη (σε σχέση με την πρωτεύουσα, που για το ελληνικό κράτος συνιστά το κέντρο του κόσμου) θέση τους, πού μπορεί να οφείλεται η θέση του πρωταθλητή στη δημογραφική αιμορραγία ενός άλλοτε κραταιού και δυναμικού νομού όπως αυτός των Σερρών;

Η έλλειψη σχεδίου ανάπτυξης του πρωτογενούς αγροτικού τομέα για την περιφέρεια ειδικότερα και εθνικού οράματος γενικότερα θα μπορούσε να είναι η απάντηση. Είναι όμως αρκετή;

Αποθησαυρισμένη εργονομία στη λήθη

Η ελληνική ύπαιθρος αποτελεί ένα ζωντανό μνημείο εργονομίας, λειτουργικότητας, απαράμιλλης αισθητικής και αποθησαυρισμένης λαϊκής σοφίας. Ανεμόμυλοι, ξερολιθιές, πεζούλες και καλντερίμια συνθέτουν έναν ύμνο στην ανθρώπινη κλίμακα, το μέτρο, την ευπρέπεια και την ευρηματικότητα: τα ταπεινά, λιτά, αλλά λίαν λειτουργικά σπιτάκια (που σήμερα ενοικιάζονται βραχυχρόνια έναντι αδρού αντιτίμου) αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες μιας αλλοτινής ευμάρειας και μιας Ελλάδας που είχε όρεξη για δουλειά, δεν φοβόταν το μόχθο και τον ιδρώτα, δημιουργούσε, πρωτοτυπούσε, επινοούσε. Μιας ευρηματικής, πολυμήχανης, πολύτροπης Ελλάδας που πρωτοπορούσε και μεγαλουργούσε!

Ατενίζοντας τους οικισμούς του Αιγαίου αλλά και της ηπειρωτικής Ελλάδος (και ιδίως συγκρίνοντάς τους με τα οικιστικά εκτρώματα-μνημεία νεοελληνικής ακαλαισθησίας και απληστίας των τελευταίων δεκαετιών), αναπόφευκτα αναρωτιέται κανείς: τι απέγινε εκείνη η αξιοπρέπεια, πού πήγε το χαμένο μας μεράκι και πού ο δυναμισμός μας;

Κεκτημένη αδράνεια

Μπορεί, σε πρώτη ανάγνωση, όλ’ αυτά ν’ ακούγονται κάπως ρετρό, μπανάλ, «φολκλορικά», αναχρονιστικά ή και γραφικά (όχι όσο η ύπαιθρός μας, βέβαια), όμως κατά βάθος αγγίζουν τον τύπον των ήλων, τον βαθύ πυρήνα της σημερινής, νεοελληνικής μας στρέβλωσης: το αντιπαραγωγικό μας μοντέλο –κυρίως λόγω μιας κεντρικά συντηρούμενης γραφειοκρατίας–, την αποχαύνωση –λόγω της χαμηλής ποιότητας δημόσιας Παιδείας–, τον εκμαυλισμό –βλ. ΟΠΕΚΕΠΕ και λοιπά σκάνδαλα ευνοιοκρατίας– και τη μοιρολατρία –βλ. επιδοματοποίηση των πάντων–, παθογένειες που συν τω χρόνω, αντί να αντιμετωπίζονται, επιτείνονται για αμιγώς μικροπολιτικούς / ψηφοθηρικούς λόγους.

Η μονοκαλλιέργεια της εθνικής μας οικονομίας, ο τουρισμός, στηρίζεται είτε στα πεπραγμένα των προγόνων είτε στη γενναιοδωρία της φύσης, που μας προίκισε μ’ ένα πλούσιο γεωγραφικό ανάγλυφο

Εξάλλου, η «βαριά βιομηχανία» μας –όπως, ελλείψει άλλου πλουτοπαραγωγικού τομέα αρέσκεται ακόμα και η ίδια η κυβέρνηση ν’ αποκαλεί τη μονοκαλλιέργεια της εθνικής μας οικονομίας, που είναι ο τουρισμός– στηρίζεται είτε στα πεπραγμένα των προγόνων μας –βλ. Ακρόπολη και λοιπά αρχαιοελληνικά, βυζαντινά ή νεότερα μνημεία υλικού ή άυλου πολιτισμού (π.χ. γαστρονομία, Ζορμπάς και συρτάκι)– είτε στη γενναιοδωρία της φύσης, που μας προίκισε μ’ ένα πλούσιο γεωγραφικό ανάγλυφο, όπου βουνοκορφές εναλλάσσονται με χρυσά ακρογιάλια, μ’ ένα εύκρατο κλίμα όπου οι τέσσερις εποχές εναλλάσσονται ομαλά και με πολυνησιωτικά συμπλέγματα και περιοχές απαράμιλλου φυσικού και πολιτιστικού κάλλους.

Για ποια απ’ όλα αυτά μπορούμε να είμαστε περήφανοι εμείς ως σύγχρονοι Έλληνες; Ποια είναι η δική μας συμβολή στο να γίνει η ευλογημένη μας γη πιο ελκυστική και βιώσιμη, όχι τόσο για τους αλλοδαπούς επισκέπτες της –αυτοί έρχονται και παρέρχονται, εξάλλου– όσο για εμάς τους αυτόχθονες; Ελάχιστα, ίσως και τίποτα.

Αντιθέτως, έχουμε βαλθεί να καταστρέψουμε αυτόν τον προνομιακό τόπο που (κυριολεκτικά) μας έλαχε, φτιασιδώνοντας και μαγαρίζοντάς τον, πότε σχεδιάζοντας την κατασκευή πολυτελών πεντάστερων ανοσιουργημάτων στο Σαρακήνικο της Μήλου (όταν δεν το μετατρέπουμε σ’ ελικοδρόμιο), πότε καίγοντάς τον (τα μισά δάση της Αττικής έχουν καεί μες την τελευταία δεκαετία!) και γενικότερα με τη διαχρονική ασέβεια που επιδεικνύουμε έναντι του περιβάλλοντος, της Ιστορίας, του πολιτισμού μας και των μελλοντικών γενεών: των ίδιων μας των παιδιών.

Επανεφευρίσκοντας την ελληνικότητά μας

«Και ποια η λύση;» θα αναρωτηθεί εύλογα κανείς. Μα η λύση βρίσκεται μπροστά (ή πίσω) μας και έγκειται στην ενδοσκόπηση και τη δημιουργική –αντί της στείρας, προγονόπληκτης, τυπολατρικής– επιστροφή στις ρίζες μας, με απώτερο στόχο την εθνική παραγωγική μας ανασυγκρότηση.

Επείγει να επανεφεύρουμε την ελληνικότητά μας, επενδύοντας στα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, την ήπια ισχύ του ελληνισμού

Έπειτα από αλλεπάλληλες διαψεύσεις των εξαγγελιών περί «εκσυγχρονισμού», («σεμνής και ταπεινής») «επανίδρυσης του κράτους», «πράσινης ανάπτυξης», «ανάπτυξης μ’ ένα νόμο και σ’ ένα άρθρο» και «επιτελικού κράτους των αρίστων», η ελληνική κοινωνία έχει υποστεί μια καθίζηση της εθνικής της αυτοπεποίθησης και έναν ακρωτηριασμό των προσδοκιών της. Επείγει λοιπόν να επανεφεύρουμε την ελληνικότητά μας, επενδύοντας στα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, την ήπια ισχύ του ελληνισμού: την ομογένεια, τον οικουμενικής αποδοχής αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την τρισχιλιετή γλώσσα μας και την ορθοδοξία.

Προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι ο συντονισμός του υγιούς, παραγωγικού (αντί του παρασιτικού) φάσματος της Άλλης Ελλάδας –εκείνης της παραγωγής, της καινοτομίας και της εξωστρέφειας–, που θα εμπνεύσει και θα εμφυσήσει ένα νέο συνεκτικό αφήγημα και ένα νέο εθνικό όραμα στην υπόλοιπη κοινωνία.

Με πείσμα, έμπνευση, μεράκι και φαντασία και με οδηγό μια πεφωτισμένη μειοψηφία που αντιλαμβάνεται τα πράγματα ως έχουν και όχι όπως της τα παρουσιάζουν, μια νέα παλιγγενεσία, που θα εμφυσήσει νέα πνοή στην περιφέρεια αναζωογονώντας την, ώστε, από τουριστικός «προορισμός αποδράσεων» πρωτευουσιάνων, να μετατραπεί ξανά σε βιώσιμο, σχετικά αύταρκες και δυναμικό τμήμα της επικράτειας, που θα ζει από Δεκαπενταύγουστο σε Δεκαπενταύγουστο, αντί να φυτοζωεί αναμένοντάς τον, είναι εφικτή. Θα το αποτολμήσουμε;