Ελλαδα

Μαρίνα Καρύδα: Η συγκλονιστική ανάρτηση με καταθέσεις και μαρτυρίες για την τραγωδία στο Μάτι

«Δεν ξέρω πώς είναι η κόλαση, αλλά αυτό που αντίκρισα ήταν δέκα φορές χειρότερο»

Newsroom
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Μαρίνα Καρύδα, συγγραφέας του βιβλίου «Μάτι, 23 Ιουλίου 2018», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος έκανε μία συγκλονιστική ανάρτηση για την τραγωδία στο Μάτι.

Μέσα από τις αφηγήσεις επιζώντων και συγγενών των θυμάτων της φωτιάς στο Μάτι φωτίζει την αίσθηση εγκατάλειψης που βίωσαν οι πολίτες εκείνη την ημέρα, περιγράφοντας την έλλειψη έγκαιρης προειδοποίησης και τις δραματικές προσπάθειες των ίδιων των κατοίκων να σώσουν τους ανθρώπους τους.

Οι μαρτυρίες αποτυπώνουν τον πανικό, την απώλεια και τις τραυματικές στιγμές που έζησαν όσοι βρέθηκαν στο επίκεντρο της φονικής πυρκαγιάς.

Δείτε παρακάτω την συγκλονιστική ανάρτησή της:

Mαρτυρίες στη δίκη για το Μάτι #1

Οι μαρτυρίες στη δίκη για το Μάτι, αποτυπώνουν το πόσο αβοήθητοι και μόνοι ήταν οι πολίτες εκείνη την ημέρα. Όχι μόνο δεν ήρθαν πυροσβεστικές δυνάμεις αλλά δεν ειδοποιηθήκαμε για τον κίνδυνο και αιφνιδιαστήκαμε βλέποντας τη φωτιά στις αυλές μας. Για τις επόμενες 14 ώρες δεν εμφανίστηκε κανείς, μόνοι μας μεταφέραμε τους εγκαυματίες στα νοσοκομεία, μόνοι τους οι συγγενείς έψαχναν τους δικούς τους και έβρισκαν τα απανθρακωμένα σώματά τους. Δεν επενέβησαν Πυροσβεστική, Λιμενικό, ΕΚΑΒ, Αστυνομία, ΕΜΑΚ, και η πολιτική ηγεσία της τότε Κυβέρνησης, αν κρίνουμε και από τη δημόσια εμφάνισή τους το βράδυ στο Συντονιστικό Κέντρο έπαιζε θέατρο παριστάνοντας πως δεν τρέχει τίποτα, την ώρα που διαδραματίζονταν όσα περιγράφουν οι πληγέντες:
Η συγχωρεμένη η γυναίκα μου ήταν ΑΜΕΑ. Ήταν κατάκοιτη σε ένα κρεβάτι· εγώ την φρόντιζα. Είχε σκλήρυνση κατά πλάκας. Φιλοξενούμασταν σε μια φίλη μας στον Νέο Βουτζά. Εκείνη την ημέρα, ξαφνικά, ακούσαμε για τη φωτιά που είχε πιάσει στην Πεντέλη. Η κυρία που μας φιλοξενούσε είπε να φύγουμε. Πώς να φύγουμε; Και αυτή είχε πρόβλημα στα πόδια της. Βγήκα έξω και είδα δύο πυροσβεστικά να κατεβαίνουν τον δρόμο. Και ένα περιπολικό της Αστυνομίας, από το οποίο κανείς δεν κατέβηκε για να μου πει κάτι. Μου έκαναν απλά νόημα να φύγω, σαν να με χαιρετούσαν. Πήγα στο σπίτι.
Η φωτιά είχε φτάσει 20 με 30 μέτρα κοντά. Έβαλα τη γυναίκα μου στο καρότσι και βοήθησα και την κυρία Βασιλική. Διανύσαμε 30 μέτρα και είδαμε έναν κύριο με ένα φορτηγάκι που πρότεινε να μας βοηθήσει. Να βάλουμε τη γυναίκα μου στην καρότσα. Πώς να σηκώσουμε ένα άνθρωπο 100 κιλά και 1,80 ύψος; Η φωτιά είχε πλησιάσει. Λέω στην κυρία Βασιλική: «Φύγε εσύ». Άρχισε να καίγεται όλο το σώμα μου. Σκεφτόμουν να σώσω τη γυναίκα μου και κράτησα την ψυχραιμία μου. Δεν ξέρω πού βρήκα το κουράγιο και την τράβηξα με τα χέρια σε ένα σπίτι που είχε ένα κενό και την κράτησα εκεί. Έκανα προσευχή και ο Θεός με άκουσε. Μου έφερε δυο αγγέλους. Δυο νέα παιδιά. Ήταν αστυνομικοί εκτός υπηρεσίας. Αυτοί μας έσωσαν.
Βγάλανε και άλλους από ένα σπίτι δίπλα. Δυστυχώς δεν μπορούσαν να σηκώσουν τη γυναίκα μου, να τη βάλουν στο αυτοκίνητο. Ήρθε ένα πυροσβεστικό και την πήρε. Έζησε τέσσερις μέρες και πέθανε. Είχε εισπνεύσει καπνούς. Εγώ μπήκα στο νοσοκομείο. Έχω κάνει δύο χειρουργεία, δεν μπορώ να ανοίξω τα χέρια μου. Πρέπει να κάνω ακόμη δύο χειρουργεία στο κάθε χέρι και αν φτιάξουν. Δεν μπορώ να βαδίσω καλά. Η φωτιά δεν με άγγιξε. Από τον θερμό αέρα το έπαθα, 800 βαθμοί Κελσίου. Αν ήμουν σε επαφή με τη φωτιά, θα είχα λιώσει. Δεν υπήρχε ενημέρωση από κανέναν. Τίποτα δεν υπήρχε, τίποτα. Πληρώνουμε τους φόρους, τα πάντα. Δεν έπρεπε να μας βοηθήσουν; Με έσωσε ο Θεός. Μας αφήσανε μόνους. Να στείλουν ένα αμάξι, κάτι, να σωθούμε. Ζητώ δικαιοσύνη για την αμέλεια και εύχομαι να μη συμβεί ποτέ ξανά αυτό.
Δεν ξέρω πώς είναι η κόλαση, αλλά αυτό που αντίκρισα ήταν δέκα φορές χειρότερο. Φθάνοντας έξω από το σπίτι, βλέπω ένα αμάξι με δύο καμένους μέσα. Βρήκα την πόρτα του σπιτιού σπασμένη. Πήγα στα νοσοκομεία να ψάξω τη μητέρα μου. Βρέθηκε μετά από τρείς ημέρες, ήταν στο μπάνιο της. Από τις τόσες φορές που μπήκα στο σπίτι για να την ψάξω, δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι αυτό που νόμιζα καμένη κουρτίνα μπάνιου ήταν η μητέρα μου.
Το θερμικό κύμα, εκείνη τη στιγμή… δεν έπαιρνα αναπνοή, νόμιζα ότι θα πεθάνω σε κάθε μου βήμα. Έλεγα: «Δεν θα προλάβω να φτάσω στη θάλασσα», που ήταν σαράντα μέτρα μακριά.
Φτάσαμε και μπήκαμε μέσα στο νερό. Εκείνη την ώρα, γινόταν ένας πόλεμος. Ακούγαμε τα αυτοκίνητα να σκάνε, να γίνονται απίστευτες εκρήξεις από φιάλες γκαζιού, να πέφτουν μέσα στη θάλασσα ξύλα κομμένα που είχανε καεί, κουκουνάρες, φλεγόμενα κομμάτια από τέντες… Και εμείς να προσπαθούμε να μετακινούμαστε ανάλογα τον άνεμο, για να μην καούμε. Έκανα την προσευχή μου από την πρώτη στιγμή, να με κρατήσει ζωντανή να ξαναδώ τους δικούς μου ανθρώπους, τους γονείς μου, τα ανίψια μου, τον αδελφό μου… Δόξα τω Θεώ, είμαστε ζωντανοί.
Νεκροί-ζωντανοί.
Βάλαμε αμέσως τις μπλούζες μας για μάσκα. Πιστεύω αυτό ήταν που μας έσωσε.
Τα ουρλιαχτά που άκουγα, από τους ανθρώπους τους καμένους που έρχονταν, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Τα κλάματα των παιδιών. Μέχρι και τα σκυλιά που έρχονταν κλαίγανε, ουρλιάζανε. Γατιά να επιπλέουν μέσα σε κλουβιά, που τα είχαν αφήσει οι ιδιοκτήτες τους, ούρλιαζαν κι αυτά. Δίπλα μου ήταν η Μαργαρίτα, με το μωράκι της το νεογέννητο. Ήτανε καμένη, καμένο και το μωρό. Προσπαθούσε να το κρατήσει στη ζωή. Φώναξα έναν γνωστό μου να πάει να τους βοηθήσει. Πήγε εκεί και έκατσε μαζί τους. Η μάνα του προσπαθούσε να το ταΐσει για να το έχει στη ζωή, το θήλαζε.
Περνούσαν οι ώρες. Αβοήθητοι μέσα στη θάλασσα, χωρίς να έχουμε ακούσει το παραμικρό, μία σειρήνα, ένα ελικόπτερο, κάτι. Παίρναμε απανωτά τηλέφωνα, το Λιμενικό, την Αστυνομία, την Πυροσβεστική, κανένας δεν μας απάντησε. Ήταν τραγικό αυτό που ζήσαμε. Ήταν σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ήμασταν στο απόλυτο σκοτάδι. Δεν βλέπαμε στο ένα μέτρο τον διπλανό μας, και προσπαθούσαμε, με τα χίλια ζόρια, να μείνουμε ζωντανοί.
Ο ένας στον άλλο να δίνουμε κουράγιο. Ένιωθα συνέχεια ότι θα σβήσω. Εν καιρώ ειρήνης, να ζούμε αυτόν τον πόλεμο, να είμαστε απροστάτευτοι, και να μας έχουν εγκαταλείψει έξι ολόκληρες ώρες μέσα στη θάλασσα. Να επιμένουμε να παίρνουμε τηλέφωνα και να μην απαντά κανείς.
Ήταν μια κυρία που την παρέσερνε το κύμα προς τα μέσα. Φαινόταν να μην έχει δυνάμεις και πήγαμε να τη βοηθήσουμε. Την πιάσαμε από τα μπράτσα –δεν θα το ξεχάσω ποτέ– και μας έμειναν οι σάρκες της στα χέρια μας. Τη βγάλαμε έξω και καθίσαμε και περιμέναμε κάποιον κάτι να έρθει να μας πει, κάποιον να μας πάρει.
Τρέμαμε σαν τα ψάρια, γυμνές από τη μέση και πάνω, μόνο με τα σουτιέν μας. Μετά από 6 ώρες, είδαμε κάτι καϊκάκια να έρχονται. Κάποια παιδιά μας είχαν πει: «Αν έρθει κάποιος, σας παρακαλώ πολύ να μην επικρατήσει πανικός. Να φύγουν πρώτα οι εγκαυματίες, μαζί με τα παιδιά και τις μητέρες τους, και μετά όλοι σιγά σιγά θα φύγετε». Έτσι και έγινε. Εμένα ήρθε και με πήρε με ένα φουσκωτό ένας Ιταλός που ήρθε ως εθελοντής να βοηθήσει. Μας έβαλαν στη βάρκα και μας πήγε στο λιμάνι της Ραφήνας.
Εκεί αντίκρισα το απόλυτο χάος. Το ανύπαρκτο κράτος μας, την ντροπή και το αίσχος. Μετά από εξίμιση ώρες, αν μπορείτε να διανοηθείτε, αγαπητοί δικαστές, δεν υπήρχε ούτε ένα ασθενοφόρο, δεν υπήρχε κάποιος να μας δώσει ένα μπουκάλι νερό, μια κουβέρτα. Ήμασταν κατάμαυροι. Ούτε ένα ασθενοφόρο, δεν υπήρχε κανένας να μας δώσει μια κουβέρτα να σκεπαστούμε, κάτι να ρίξουμε πάνω μας, που είχαμε παγώσει. Ήμασταν κατάμαυροι. Δεν βλέπαμε τίποτα από τα μικροαντικείμενα που είχαν μπει στα μάτια μας. Από το θερμικό κύμα, καιγόμασταν ολόκληροι και τρέμαμε συγχρόνως. Δεν υπήρχε ΕΝΑΣ να μας βοηθήσει, μετά από εξίμιση ώρες. Πού ήταν το κράτος;
Ήρθε ένας λιμενικός, λοιπόν, για να γελάσετε, και μας λέει: «Μη φύγετε, πρέπει να σας κάνω καταγραφή». Και του λέμε: «Ωραία». Του δίνουμε τα ονόματά μας. «Περιμένετε, δεν έχω κάποιο χαρτί να το γράψω». Λέμε: «Τι εννοείτε;» «Δεν έχω κάποιο χαρτί!» Ζητάμε από τον Ιταλό: «Μήπως έχετε κάποιο χαρτί;» Και μας έδωσε μια εφημερίδα και, αν έχετε τον Θεό σας, εκεί μας έκανε την καταγραφή, στο οπισθόφυλλο της Corriere della sera!
Ήμασταν τουλάχιστον 15 άτομα και μας έκανε την καταγραφή σε μία εφημερίδα Ιταλών! Του ζητήσαμε το κινητό του για να πάρουμε ένα τηλέφωνο στους γονείς μας, να τους πούμε ότι είμαστε ζωντανοί, μετά από εξίμιση ώρες, και μας είπε: «Δεν μπορώ, θα τελειώσει η μπαταρία μου». Του λέμε: «Σε παρακαλούμε, είμαστε τόσες ώρες μέσα στη θάλασσα, δώσε μας να πάρουμε ένα τηλέφωνο». «Δεν γίνεται, κυρία μου, πηγαίνετε πάρα κάτω, κάποιον θα βρείτε».
Γύρω στις 2 το πρωί, το σπίτι ήταν ανοιχτό. Δεν βρήκα κανέναν μέσα, το αυτοκίνητο της αδερφής μου ήταν στο σπίτι. Είδα στα πενήντα μέτρα κάποιες σορούς σκεπασμένες με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι ακριβώς ήταν ένα ζευγάρι εντελώς καμένοι, σε κοινή θέα, χωρίς να είναι καν καλυμμένοι.
Οι αστυνομικοί μου είπαν ότι κάτω από το σεντόνι ήταν δυο γυναίκες και δυο παιδιά, αλλά μου είπαν ότι ήταν νεαρές γυναίκες. Κατάλαβα ότι ήταν οι δικοί μου συγγενείς και ζήτησα να κάνω αναγνώριση. Τελικά τα καταφέραμε, αναγνώρισα την αδερφή μου, τη μητέρα μου και το ένα παιδάκι, το άλλο ήταν πολύ καμένο. Οι σοροί ήταν άσπρες… Έσβησαν τα παιδιά με πυροσβεστήρα, αυτό επιτρέπεται;
Είχαμε πανικοβληθεί. Έπεσε το ρεύμα, οι καπνοί πύκνωναν. Καιγόταν το δίπλα και το πίσω οικόπεδο από εμάς. Κάποια στιγμή, ο πατέρας μου βγήκε έξω στην αυλή. Έπαθε 60% θερμικά εγκαύματα (εσωτερικά και εξωτερικά) και μπήκε μέσα φωνάζοντας: «Καίγομαι, πονάω». Την ώρα που φεύγαμε, η φωτιά είχε μπει μέσα στο οικόπεδό μας. Πετάγονταν καύτρες. Νιώθαμε πανικό και φόβο. Οι καύτρες έπεφταν από παντού. Μέχρι τη Λεωφόρο Μαραθώνος, ζούσαμε πόλεμο. Από τους μαύρους καπνούς, δεν μπορούσαμε να δούμε τίποτα. Πήγαμε στο Κέντρο Υγείας Νέας Μάκρης και εκεί τον ρώτησαν αν είχε καεί από κατσαρόλα με νερό. Δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε 5 χιλιόμετρα μακριά τους. Ο πατέρας μου μεταφέρθηκε από το Κέντρο Υγείας στο ΚΑΤ, όπου τους ανθρώπους τούς είχαν σε μια απλή αίθουσα. Στις 26 Ιουλίου κατέληξε μέσα στο ΚΑΤ, στις 8 το πρωί, και το μάθαμε στις 2 το μεσημέρι. Δεν υπήρχε καμία βοήθεια από πουθενά. Ούτε καμπάνες, ούτε πυροσβεστικά, ούτε τίποτα. Μου στέρησαν ό,τι πολυτιμότερο είχα.