Ελλαδα

Πανεπιστήμιο χωρίς μέλλον ή μέλλον χωρίς πανεπιστήμιο;

Η δομική παθολογία του ελληνικού ακαδημαϊκού συστήματος και οι προϋποθέσεις μιας ουσιαστικής μεταρρύθμισης

Βασίλειος Κοζομπόλης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πανεπιστήμιο χωρίς μέλλον ή μέλλον χωρίς πανεπιστήμιο; Η γραφειοκρατία, οι παθογένειες των ΕΛΚΕ, η κομματικοποίηση και η ανοχή στη βία κρατούν τα ελληνικά πανεπιστήμια μακριά από τη διεθνή αριστεία

Υπάρχει ένα παράδοξο στο επίκεντρο της ελληνικής ακαδημαϊκής πραγματικότητας: τα ελληνικά πανεπιστήμια διαθέτουν ανθρώπινο δυναμικό υψηλής κατάρτισης, σημαντική ερευνητική παράδοση και αδιαμφισβήτητη κοινωνική αποστολή, αλλά συνεχίζουν να λειτουργούν εντός ενός νομοθετικού και διαχειριστικού πλαισίου που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει σχεδιαστεί για να παρεμποδίζει ακριβώς αυτά που υπόσχεται να υπηρετεί: την αριστεία, την έρευνα και την καινοτομία.

Το μέλλον των πανεπιστημίων

Ένα νομοθετικό πλαίσιο ενάντια στον εαυτό του

Ο νόμος-πλαίσιο για τα ΑΕΙ, παρά τις συνεχείς τροποποιήσεις του, παραμένει δέσμιος μιας λογικής συγκεντρωτισμού που προκαλεί ασφυξία. Η ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση, αντί να λειτουργεί ως εγγύηση ελευθερίας και υπευθυνότητας, έχει μετατραπεί συχνά σε άλλοθι αδράνειας. Η πολυνομία, οι αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων, η απουσία ευέλικτων διαδικασιών λήψης αποφάσεων: όλα αυτά συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η γραφειοκρατία δεν είναι παρενέργεια, αλλά ο κανόνας.

Τα πανεπιστήμια αδυνατούν να αντιδράσουν με ευελιξία στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, να προσαρμόσουν γρήγορα τα προγράμματα σπουδών τους, να συνάψουν ουσιαστικές εταιρικές σχέσεις με τον ιδιωτικό τομέα. Κάθε πρωτοβουλία διέρχεται μέσα από μια ατελείωτη σειρά εγκρίσεων, επιτροπών και ανακυκλούμενων διαδικασιών.

Ο ΕΛΚΕ ως τροχοπέδη της έρευνας

Ο ρόλος των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) αποτελεί κομβικό ζήτημα. Θεσμοθετημένοι για να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση ερευνητικών έργων, οι ΕΛΚΕ έχουν συχνά μετατραπεί στο ακριβώς αντίθετο: σε γιγάντιες γραφειοκρατικές μηχανές που εξαντλούν τον ερευνητή με δεκάδες αιτήματα δικαιολογητικών, αναπόφευκτες καθυστερήσεις εκταμίευσης και αδιαφανείς διαδικασίες.

Ερευνητές αναφέρουν ότι αφιερώνουν δυσανάλογο χρόνο — που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά το 30–40% του εργάσιμου χρόνου τους — στη διαχείριση χαρτιών αντί για ουσιαστική ερευνητική εργασία. Αυτό δεν είναι διοικητική αναποτελεσματικότητα: είναι δομική αποτυχία που κοστίζει ακριβά σε ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, διεθνείς συνεργασίες και καινοτόμες εφαρμογές.

ΔΕΠ: σύστημα, ευθύνες και το δικαίωμα επιλογής ομάδας

Το σύστημα εκλογής και εξέλιξης των μελών Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) παραμένει ένα από τα πλέον αδιαφανή πεδία της ελληνικής ακαδημαϊκής ζωής. Οι εκλεκτορικές επιτροπές λειτουργούν συχνά υπό την ομπρέλα ανεπίσημων δικτύων, συγγενικών ακαδημαϊκών σχέσεων και γεωγραφικών ισορροπιών. Η αξιοκρατία, ως αρχή, υποχωρεί μπροστά στη λογική του «προστατευόμενου».

Και όμως, θα ήταν άδικο να αποδίδεται η παθολογία αποκλειστικά στο σύστημα. Τα ίδια τα μέλη ΔΕΠ φέρουν ευθύνη: για τη στάση τους απέναντι στη διδασκαλία, για την έλλειψη σύνδεσης με τη διεθνή ερευνητική κοινότητα, για την αποφυγή ανάληψης διοικητικής ευθύνης που ξεπερνά τον τίτλο του αξιώματος. Η ισοβιότητα χωρίς λογοδοσία είναι μια πολυτέλεια που καμία σύγχρονη κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει.

Εδώ όμως εντοπίζεται και μια ουσιαστική αντίφαση του υπάρχοντος πλαισίου, που σπάνια συζητείται ανοιχτά: ζητάμε από τα επικεφαλής μέλη ΔΕΠ να λογοδοτούν για τα αποτελέσματα της ερευνητικής ομάδας τους, χωρίς ταυτόχρονα να τους παρέχουμε το βασικότερο εργαλείο κάθε υπεύθυνης ηγεσίας: το δικαίωμα επιλογής των συνεργατών τους.

Στα μεγάλα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια, ο επικεφαλής ερευνητής (principal investigator) ή ο διευθυντής εργαστηρίου έχει ουσιαστικό λόγο στη σύνθεση της ομάδας του. Δεν σημαίνει αυθαιρεσία: η επιλογή υπόκειται σε διαφανείς κανόνες, ίσες ευκαιρίες και εξωτερική εποπτεία. Σημαίνει όμως ότι όποιος αναλαμβάνει την ευθύνη αποτελέσματος έχει και την αρμοδιότητα να χτίσει την ομάδα που θα το παραδώσει.

Στο ελληνικό σύστημα, το αντίθετο συχνά συμβαίνει: μέλη ΔΕΠ καλούνται να αξιολογηθούν για την παραγωγικότητα ομάδων που δεν επέλεξαν, συνεργάτες τοποθετούνται βάσει διοικητικών αναγκαιοτήτων ή ανεπίσημων εξαρτήσεων, και η έννοια της ομαδικής λογοδοσίας παραμένει κενή περιεχομένου. Το αποτέλεσμα είναι διπλά παθολογικό: ούτε η ευθύνη ασκείται, ούτε η αριστεία ανταμείβεται.

Πρόταση: Θεσμοθέτηση του δικαιώματος επιλογής ερευνητικής ομάδας από τον επικεφαλής ΔΕΠ, με παράλληλη σύνδεση της αξιολόγησής του με αντικειμενικούς, μετρήσιμους δείκτες απόδοσης, όπως δημοσιεύσεις, εξωτερικές χρηματοδοτήσεις, διεθνείς συνεργασίες, αποτελέσματα διδασκαλίας. Δικαίωμα επιλογής και ευθύνη αποτελέσματος πρέπει να συμπορεύονται ή να απουσιάζουν και τα δύο.

Η «φοβική» αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς

Υπάρχει όμως και μια ακόμη σκοτεινή διάσταση, για την οποία η ακαδημαϊκή και πολιτική ηγεσία της χώρας επιλέγει συνεχώς την αποστροφή του βλέμματος: η δράση οργανωμένων ομάδων βίας εντός των πανεπιστημιακών χώρων. Ομάδες που αυτοχαρακτηρίζονται ως φορείς «προοδευτικής» ή «αντιφασιστικής» δράσης επιβάλλουν με σωματική βία μια ιδεολογική ομοφωνία που ουδεμία σχέση έχει με τον ελεύθερο ακαδημαϊκό διάλογο. Φοιτητές, καθηγητές ή επισκέπτες που τολμούν να εκφράσουν διαφορετική άποψη δέχονται απειλές, εκφοβισμό και — σε καταγεγραμμένες περιπτώσεις — σωματική επίθεση.

Το παράδοξο είναι εκκωφαντικό: ομάδες που επικαλούνται την «ελευθερία» και την «αντίσταση στην καταπίεση» ασκούν οι ίδιες τη βαρύτερη μορφή καταπίεσης, εκείνη του γρονθοκοπήματος ως επιχειρήματος. Και η διοίκηση των πανεπιστημίων, αντί να αντιδράσει με θεσμική αποφασιστικότητα, επιλέγει συνήθως τη σιωπή, ανησυχώντας περισσότερο για την αποφυγή πολιτικής αντιπαράθεσης παρά για την προστασία των μελών της κοινότητάς της.

Η σιωπή αυτή έχει τίμημα. Σπουδαίοι επιστήμονες αρνούνται να μιλήσουν σε ελληνικά ΑΕΙ. Φοιτητές αυτολογοκρίνονται. Καθηγητές αποφεύγουν να διδάξουν θέματα που θα μπορούσαν να ερεθίσουν τις «ευαισθησίες» αυτών των ομάδων. Αποτέλεσμα: το πανεπιστήμιο μετατρέπεται από χώρο ελεύθερης σκέψης σε χώρο διαχειριζόμενης συναίνεσης υπό τη σκιά της απειλής.

Το συγκριτικό παράδειγμα: Στα βρετανικά και γερμανικά πανεπιστήμια, παρόμοιες πράξεις βίας οδηγούν αυτόματα σε ποινικές διώξεις και μόνιμη αποβολή, ανεξαρτήτως του ιδεολογικού προφίλ των δραστών. Οι πανεπιστημιακές αρχές δεν διαπραγματεύονται με βία, τη διαχειρίζονται ως ποινικό φαινόμενο, γιατί αυτό ακριβώς είναι.

Λύσεις από την εμπειρία Ευρώπης και Αμερικής

Η συγκριτική εμπειρία προσφέρει μια σειρά από εφαρμόσιμα μοντέλα. Από τα βρετανικά πανεπιστήμια, ο θεσμός των Research Councils προσφέρει ανεξάρτητη αξιολόγηση και διαχείριση κονδυλίων, αποδεσμεύοντας την έρευνα από τη διοικητική αδράνεια. Τα ολλανδικά και σκανδιναβικά ΑΕΙ έχουν υιοθετήσει ευέλικτα διοικητικά συμβούλια με συμμετοχή εξωτερικών stakeholders, εξασφαλίζοντας διαφάνεια και λογοδοσία. Στις ΗΠΑ, το σύστημα tenure λειτουργεί σε συνδυασμό με αυστηρή αξιολόγηση απόδοσης και σαφείς διαδικασίες πειθαρχικού ελέγχου.

Στο ελληνικό πλαίσιο, άμεσα εφαρμόσιμα μέτρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν: την ψηφιοποίηση και τυποποίηση όλων των διαδικασιών ΕΛΚΕ, με ανάληψη από τον ΕΛΚΕ όλης της γραφειοκρατικής διαδικασίας, με τήρηση των προθεσμιών, ώστε ο ερευνητής να μπορεί απερίσπαστα να αφιερωθεί στο επιστημονικό έργο του· την εισαγωγή εξωτερικής και διεθνούς αξιολόγησης στις διαδικασίες εκλογής ΔΕΠ, ίσως και με ανωνυμία των εκλεκτόρων· τη θεσμοθέτηση του δικαιώματος επιλογής ερευνητικής ομάδας από τον επικεφαλής ΔΕΠ, με παράλληλη σύνδεση της αξιολόγησής του με αντικειμενικούς δείκτες· και τη σύνδεση της χρηματοδότησης τμημάτων με μετρήσιμους δείκτες ποιότητας έρευνας και διδασκαλίας.

Πολιτική βούληση: το αναπόφευκτο ζητούμενο

Η μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι πρωτίστως ζήτημα πολιτικής βούλησης. Κι εδώ έγκειται το βαθύτερο πρόβλημα: τα ελληνικά πανεπιστήμια εξακολουθούν να λειτουργούν, σε μεγάλο βαθμό, ως θερμοκήπια πολιτικής και κομματικής καλλιέργειας. Κομματικές νεολαίες επενδύουν στα πανεπιστήμια όχι γιατί ενδιαφέρονται για την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά γιατί τα βλέπουν ως πεδίο στρατολόγησης, ιδεολογικής επιρροής και κομματικής καριέρας.

Η εποχή αυτή όμως ανήκει στο παρελθόν ή, τουλάχιστον, οφείλει να ανήκει. Η νέα γενιά φοιτητών, διεθνώς συνδεδεμένη, αξιολογικά απαιτητική και λιγότερο ανεκτική στη μετριότητα, δεν συγχωρεί αυτή την εξαπάτηση. Όσες πολιτικές δυνάμεις συνεχίσουν να επενδύουν στη διαιώνιση της κομματικής επιρροής εντός των ΑΕΙ, θα βρεθούν ουραγοί σε μια κοινωνική και εκλογική πραγματικότητα που έχει προχωρήσει μπροστά τους.

Το ελληνικό πανεπιστήμιο έχει τη δυνατότητα να γίνει ανταγωνιστικό στη διεθνή ακαδημαϊκή σκηνή. Έχει ανθρώπους, ιδέες και κοινωνική νομιμοποίηση. Αυτό που του λείπει δεν είναι πόροι ή τεχνογνωσία. Είναι η πολιτική απόφαση να αντιμετωπιστεί ως δημόσιος θεσμός λογοδοσίας και αριστείας και όχι ως επαρχιακό κομματικό γραφείο με πανεπιστημιακό τίτλο. Τότε και μόνο τότε, κανένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο δεν θα μπορεί να ανταγωνιστεί το δημόσιο ελληνικό πανεπιστήμιο.