- CITY GUIDE
- PODCAST
-
10°
Ελλάδα, η χώρα που δεν αρχειοθέτησε τον πόλεμό της
Η πρόσβαση στα αρχεία δεν είναι τεχνικό αίτημα μιας επαγγελματικής κοινότητας· είναι προϋπόθεση δημοκρατικής διαφάνειας και ιστορικής αυτογνωσίας.
Από τις φωτογραφίες των 200 εκτελεσθέντων στην Καισαριανή έως τα διάσπαρτα αρχεία του πολέμου, μια ανάλυση για τη θεσμική διαχείριση της μνήμης και τα κενά της ιστορικής τεκμηρίωσης στην Ελλάδα
Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τις φωτογραφίες των διακοσίων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, η δημόσια συζήτηση στράφηκε με ασυνήθιστη ένταση στην περίοδο της Κατοχής. Για πολλούς, οι εικόνες αυτές λειτούργησαν ως αιφνίδια αποκάλυψη· για άλλους, ως επιβεβαίωση μιας ιστορίας που παραμένει ανοιχτή. Η ένταση, ωστόσο, δεν εξηγείται μόνο από το περιεχόμενο των φωτογραφιών. Εξηγείται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αυτές εμφανίζονται: αποκομμένες από ένα σταθερό και οργανωμένο πλαίσιο γνώσης.
Η μνήμη της Κατοχής και το πρόβλημα της ιστορικής τεκμηρίωσης στην Ελλάδα
Οι ιδιωτικές συλλογές φωτογραφιών του πολέμου δεν αποτελούν ιστορική ιδιαιτερότητα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οικογένειες διατηρούν υλικό που επέστρεψε μαζί με στρατιώτες μετά τη λήξη των επιχειρήσεων: άλμπουμ, σημειώσεις, μικρά προσωπικά αρχεία. Εκεί όμως το υλικό αυτό έχει ενταχθεί εδώ και δεκαετίες σε ένα ευρύτερο σύστημα δημόσιας ιστορίας: οργανωμένα αρχεία, εθνικές βάσεις δεδομένων, μουσεία, ερευνητικά ινστιτούτα, εκπαιδευτικά προγράμματα. Οι εικόνες δεν εμφανίζονται ως αποσπασματικά «ευρήματα» που κάθε φορά προκαλούν σοκ. Εντάσσονται σε μια ήδη συγκροτημένη αφήγηση, σε μια γνώση που έχει συστηματοποιηθεί.
Στην Ελλάδα, αντιθέτως, κάθε νέο τεκμήριο της Κατοχής επιστρέφει ως είδηση. Η ιστορική γνώση δεν συσσωρεύεται με θεσμική συνέχεια· επανεκκινεί. Οι φωτογραφίες δεν είναι λοιπόν απλώς ένα εύρημα. Είναι σύμπτωμα. Δείχνουν όχι μόνο τι συνέβη το 1944, αλλά και πώς διαχειριστήκαμε –ή δεν διαχειριστήκαμε– τα ίχνη εκείνης της περιόδου τις επόμενες δεκαετίες.
Οι 200 της Καισαριανής και η αρχειακή “μνημοκτονία”
Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την αρχειακή μας πραγματικότητα. Η πρόσβαση στα κρατικά αρχεία υπήρξε επί μακρόν δύσκολη και συχνά αποτρεπτική. Μεγάλοι όγκοι υλικού παρέμειναν αταξινόμητοι, άγνωστοι ακόμη και στις υπηρεσίες που τους κατείχαν. Η παθογένεια δεν περιορίζεται στην έλλειψη πόρων ή προσωπικού· συνδέεται με μια διοικητική κουλτούρα που αντιμετώπισε τα αρχεία περισσότερο ως υπηρεσιακό κατάλοιπο και όχι ως δημόσιο αγαθό. Έτσι εξηγείται γιατί για την περίοδο του πολέμου και της Κατοχής δεν διαθέτουμε ακόμη πλήρεις και διασταυρωμένους καταλόγους θυμάτων, αξιόπιστες συνολικές στατιστικές απωλειών, ούτε μια ενιαία τεκμηρίωση των τόπων μνήμης. Δεν έχουμε συγκροτήσει μια συνολική εικόνα των εκτελεσθέντων και των πεσόντων της Αντίστασης, των θυμάτων των αντιποίνων, των νεκρών των βομβαρδισμών, των θυμάτων της πείνας του πρώτου κατοχικού χειμώνα, των Ελλήνων Εβραίων που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα θανάτου. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι δεν έχουμε επεξεργαστεί πλήρως τα δεδομένα, είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχουμε κατορθώσει να τα συγκεντρώσουμε με συστηματικό τρόπο.
Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης έγιναν ορατές μεταπολεμικά. Το 1959, ο Έλληνας πρέσβης στη Βόννη απέδιδε τη δυσκολία τεκμηρίωσης ελληνικών αξιώσεων για πολεμικές αποζημιώσεις στην έλλειψη σχετικών εγγράφων. Στην πραγματικότητα, τα έγγραφα υπήρχαν, αλλά διάσπαρτα και αταξινόμητα, χωρίς κεντρική εποπτεία και χωρίς σαφή εικόνα του περιεχομένου τους. Το κράτος αδυνατούσε να αξιοποιήσει το ίδιο του το αρχειακό απόθεμα. Το 1975 «χάθηκαν» φορτηγά εγγράφων του Υπουργείου Εσωτερικών σε μετακόμιση, ενώ την ίδια χρονιά καταστράφηκαν μαζικά φάκελοι των Υπηρεσιών Ασφαλείας. Τα αρχεία του Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου κατέληξαν στους παλαιοπώλες, πιθανόν λόγω των ρηγμάτων που μπορεί να προκαλούσε στο επερχόμενο εθνικό συμφιλιωτικό αφήγημα με την αποκάλυψη ονομάτων Ελλήνων συνεργατών των Γερμανών. Τέτοιες πράξεις δεν μπορούν να θεωρηθούν απλώς διοικητικά ατυχήματα· διαμόρφωσαν ουσιαστικά τα όρια της μεταπολεμικής μνήμης. Η εμπειρία μου από τα ξένα αρχεία υπουργείων στερεοποίησε την πεποίθησή μου ότι στην Ελλάδα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα είδος αρχειακής «μνημοκτονίας».
Η εμπειρία της έρευνας καταδεικνύει τη διάρκεια αυτών των δυσλειτουργιών. Η μη σταθερή εφαρμογή της τριακονταετίας για την αποδέσμευση φακέλων, οι περιορισμοί στις αναπαραγωγές εγγράφων, η αβεβαιότητα ως προς το τι είναι διαθέσιμο, η χρόνια υποστελέχωση, δημιούργησαν ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση στην ιστορική τεκμηρίωση εξαρτιόταν συχνά από συγκυρίες. Το 2012 καταργήθηκαν 101 οργανικές θέσεις αρχειονόμων στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, επιβαρύνοντας περαιτέρω μια ήδη πιεσμένη δομή. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται ουσιαστικές βελτιώσεις, ιδίως σε επιμέρους υπηρεσίες των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Υπάρχουν πλέον περιπτώσεις όπου τα ΓΑΚ λειτουργούν υποδειγματικά, με συστηματική ταξινόμηση, ψηφιοποίηση, εξωστρέφεια και σαφείς διαδικασίες πρόσβασης. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντικό κέρδος και δείχνει ότι η αλλαγή είναι εφικτή όταν υπάρχει πολιτική βούληση, επαγγελματισμός και θεσμική στήριξη. Ακριβώς γι’ αυτό η ενίσχυση του αρχειακού ιστού δεν είναι ουτοπική απαίτηση, αλλά ρεαλιστική προοπτική.
Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, σε άλλους τομείς οι δυσλειτουργίες παραμένουν. Στα ληξιαρχεία, ερευνητές συναντούν ερμηνείες της νομοθεσίας που καθιστούν δυσχερή ακόμη και την πρόσβαση σε παλαιές πράξεις θανάτου. Οι ερευνητές δικαιούνται να αποδελτιώσουν ληξιαρχικές πράξεις χωρίς ονοματεπωνυμικό προσδιορισμό, λόγω προστασίας προσωπικών δεδομένων. Εκεί που η γραφειοκρατία συνορεύει με τον σουρεαλισμό είναι πως, σύμφωνα με κάποιους ληξίαρχους, ακόμα και οι νεκροί (δηλ. οι ληξιαρχικές πράξεις θανάτου) προστατεύονται από τον νόμο περί προσωπικών δεδομένων, ενώ άλλοι απαιτούν απόφαση εισαγγελέα για να δεις οποιοαδήποτε σελίδα των ληξιαρχικών βιβλίων. Όπως γίνεται αντιληπτό, οι ποσοτικές και ποιοτικές ερευνητικές δουλειές τις οποίες θα μπορούσαμε να βασίσουμε στον θησαυρό των νεκροβίβλων υπονομεύονται προτού καν διατυπωθεί το σχετικό αίτημα.
Στα δημοτικά αρχεία, το υλικό συχνά βρίσκεται αταξινόμητο, σε υπόγεια ή αποθηκευτικούς χώρους, χωρίς ενιαίο σχεδιασμό διάσωσης και ψηφιοποίησης. Η τύχη του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ευαισθησία της εκάστοτε δημοτικής αρχής. Χαρακτηριστική υπήρξε και η περίπτωση των αρχείων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, τα οποία για χρόνια παρέμεναν εκτός οργανωμένου αρχειακού πλαισίου, στον ΟΚΑΝΑ (!), παρότι περιείχαν κρίσιμες πληροφορίες για την περίοδο της Κατοχής και για το στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Η δική μου εμπειρία το 2010 στον δήμο Καισαριανής παραμένει χαρακτηριστική: μελετούσα φάκελους σε μεταλλικές ντουλάπες μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου, ενώ, ακριβώς δίπλα, τελέστηκαν δύο γάμοι. Τα έγγραφα συνέχισαν να παραμένουν αταξινόμητα και σιωπηλά, σαν να παρακολουθούσαν τις τελετές με την ίδια αδιάφορη επιμονή που τα έχει αντιμετωπίσει η δημόσια διοίκηση για δεκαετίες.
Παράλληλα, απουσιάζει ακόμη ένας κεντρικός μουσειακός χώρος αφιερωμένος στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα, όπου τα τεκμήρια θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν, να ερμηνευθούν και να ενταχθούν σε μια ενιαία αφήγηση. Οι τόποι μνήμης υπάρχουν, αλλά σπάνια συνδέονται σε ένα ευρύτερο δίκτυο ερμηνείας. Η δημόσια ιστορία παραμένει αποσπασματική.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τους ιστορικούς. Αφορά τη συλλογική μας ικανότητα να γνωρίζουμε το παρελθόν μας με τεκμηριωμένο τρόπο. Η πρόσβαση στα αρχεία δεν είναι τεχνικό αίτημα μιας επαγγελματικής κοινότητας· είναι προϋπόθεση δημοκρατικής διαφάνειας και ιστορικής αυτογνωσίας.
Η πρόσφατη συζήτηση απέδειξε ότι το κοινωνικό ενδιαφέρον υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει και συστηματική θεσμική ανταπόκριση: ενίσχυση και στελέχωση των αρχειακών υπηρεσιών, επιτάχυνση της αποδέσμευσης φακέλων, δημιουργία ενιαίας εθνικής βάσης δεδομένων θυμάτων, συντονισμένο πρόγραμμα ψηφιοποίησης δημοτικών και θεσμικών αρχείων, ίδρυση κεντρικού μουσείου για τον πόλεμο. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν, όπως δείχνουν και τα παραδείγματα βελτίωσης στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αυτό που απαιτείται είναι συνέπεια και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός.
Μέχρι τότε, κάθε νέο τεκμήριο θα συνεχίσει να εμφανίζεται ως μεμονωμένο γεγονός που προκαλεί προσωρινή συγκίνηση. Η πρόκληση είναι να μετατραπεί αυτή η συγκίνηση σε σταθερή υποδομή γνώσης. Οι φωτογραφίες της Καισαριανής δεν φέρνουν στο φως μόνο το παρελθόν. Φέρνουν στο προσκήνιο το ερώτημα πώς επιλέγουμε να το οργανώσουμε.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η ανακοίνωση του Σωματείου Εργαζομένων ΣΤΑΣΥ
Λόγω εκτέλεσης ασφαλτικών εργασιών συντήρησης οδοστρώματος
Η πρόσβαση στα αρχεία δεν είναι τεχνικό αίτημα μιας επαγγελματικής κοινότητας· είναι προϋπόθεση δημοκρατικής διαφάνειας και ιστορικής αυτογνωσίας.
«Η Τουρκία παραβιάζει ευθέως τα Ψηφίσματα του ΟΗΕ»
H κοπέλα ήταν αγνοούμενη εδώ και αρκετό καιρό
Το αποχαιρετιστήριο μήνυμα από τον αδελφό του, Γιάννη
Τρία χρόνια μετά, μαζικές πορείες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με αιχμή τα Τέμπη
Προκαταρκτική έρευνα για κακουργηματικές πράξεις στο Πλατύ Ημαθίας
Καθυστερήσεις στο σημείο
Τι αναφέρουν οι πρώτες πληροφορίες
Οι ίδιες οι φωτογραφίες από την εκτέλεση προφανώς συγκλονίζουν. Το τι βλέπει ο καθένας, ωστόσο, διαφέρει.
Τα περισσότερα κινητά, υπολογιστές, tablets και έξυπνα ρολόγια αναπροσαρμόζονται αυτόματα
Αναλυτικά οι ανακοινώσεις
Βγήκε η ετυμηγορία για τους κατηγορούμενους, αναμένονται οι ποινές
Τι αναφέρουν οι πρώτες πληροφορίες
Συνελήφθη η 24χρονη υπάλληλος του καταστήματος
Τι αναφέρουν οι πρώτες πληροφορίες
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.