Ελλαδα

Γιατί η Ελλάδα δεν έχει ένα μουσείο για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο;

Τα χαμένα τεκμήρια, οι διάσπαρτοι τόποι μνήμης και το κενό της δημόσιας ιστορίας

Άννα Μαρία Δρουμπούκη
Άννα Μαρία Δρουμπούκη
ΤΕΥΧΟΣ 988
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Φωτογραφία από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο
© EUROKINISSI

Οι φωτογραφίες-ντοκουμέντο από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή και η απουσία μουσείου για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα

Τις τελευταίες μέρες κυκλοφόρησαν στο eBay φωτογραφίες που φέρονται να απεικονίζουν την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο Καισαριανής. Η αυθεντικότητά τους αρχικά αμφισβητήθηκε, αλλά αυτό δεν αποτελεί εδώ αντικείμενο αξιολόγησης. Ωστόσο η αντίδραση στα κοινωνικά δίκτυα ήταν άμεση και έντονη – συγκίνηση, καχυποψία, πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά και η αίσθηση ότι ένα ακόμη τεκμήριο της Κατοχής εμφανίζεται τυχαία, εκτός θεσμών. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα: γιατί κάθε τέτοιο εύρημα μετατρέπεται σε δημόσιο γεγονός;

Η απουσία μουσείου για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και οι φωτογραφίες-ντοκουμέντο από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αντίστοιχο υλικό θα κατέληγε αυτονόητα σε ένα εθνικό αρχείο ή σε ένα κρατικό μουσείο Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στην Ελλάδα γίνεται απλώς viral επειδή δεν υπάρχει ο φυσικός χώρος όπου το παρελθόν θα έπρεπε να ανήκει. Δεν υπάρχει ένα κεντρικό, θεσμικό μουσείο που να λειτουργεί ταυτόχρονα ως αποθετήριο τεκμηρίων, ερευνητικό κέντρο και εκπαιδευτικός φορέας για την Κατοχή, την Αντίσταση και τη δεκαετία του 1940. Έτσι τα αρχεία παραμένουν διασκορπισμένα – σε ιδιώτες, οικογένειες, μικρούς συλλόγους, τοπικά μουσεία, στρατιωτικές υπηρεσίες ή διεθνείς πλατφόρμες πώλησης.

Όπως εύστοχα επεσήμανε ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός, με μακροχρόνια ενασχόληση και πείρα στα τεκμήρια της Κατοχής, η σημασία των φωτογραφιών δεν βρίσκεται μόνο στη σπανιότητά τους, αλλά και στην υλικότητα της μαρτυρίας: δεν πρόκειται για αφηρημένες λήψεις, αλλά για εικόνες γεμάτες μικρές, ευκρινείς λεπτομέρειες – πρόσωπα των μελλοθανάτων, στάσεις σώματος, το τραγούδι κατά το βάδισμα, η υψωμένη γροθιά, ακόμη και η απάθεια των εκτελεστών. Λέξεις όπως «ηρωισμός», που επί δεκαετίες λειτουργούσαν ως αφηγηματική επένδυση της μνήμης, μετατρέπονται σε ορατή πραγματικότητα. Μια εμβληματική στιγμή της Κατοχής αποκτά σχεδόν παλμό και παρουσία. Και ακριβώς επειδή τέτοιες εικόνες είναι τόσο ισχυρές, η απουσία ενός θεσμικού χώρου υποδοχής τους γίνεται ακόμη πιο εμφανής.

Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στους ίδιους τους τόπους μνήμης. Το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου και το διαβόητο Μπλοκ 15 παρέμειναν για δεκαετίες σε στρατιωτική χρήση και μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε η ουσιαστική συζήτηση για την ανάδειξή τους. Το 2009, όταν εκπονούσα τη διδακτορική μου διατριβή για τους τόπους μνήμης της Κατοχής, η πρόεδρος των Αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης Χαϊδαρίου, Μαρία Καντερέ, μου είχε επισημάνει ότι στο παρελθόν υπήρχε ένα μικρό μουσείο στο Χαϊδάρι με αντικείμενα κρατουμένων, τα οποία εξαφανίστηκαν όταν μεταφέρθηκαν από τον δήμο κι έκτοτε αγνοούνται. Ένα περιστατικό μικρής κλίμακας, αλλά απολύτως ενδεικτικό: στην Ελλάδα η μνήμη δεν καταστρέφεται, διαχέεται μέχρι να χαθεί.

Στα θετικά, όταν ξεκινούσα την έρευνά μου το 2009, τέτοιες συζητήσεις δεν γίνονταν καν. Σήμερα το γεγονός ότι πραγματοποιούνται είναι αναμφίβολα ευτυχές. Ταυτόχρονα όμως αποκαλύπτει πόσο καθυστερημένα συγκροτείται ένα πλαίσιο δημόσιας ιστορίας και μνήμης για την Κατοχή. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και αλλού. Η Μάχη της Κρήτης αποτελεί κορυφαίο στοιχείο της μνημονικής κουλτούρας του νησιού. Το 1992 σχεδιάστηκε στον Γαλατά ένα μεγάλο μνημειακό συγκρότημα για τον Β΄ ΠΠ, με μουσείο, συνεδριακό κέντρο και μνημειακές στήλες για τις χώρες που συμμετείχαν στη μάχη. Το έργο δεν υλοποιήθηκε ποτέ, παρά την εξαγγελία χρηματοδότησης από τον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη το 2001. Η μνήμη αναγνωρίστηκε, αλλά δεν θεσμοθετήθηκε.

Φωτογραφία που φέρεται να απεικονίζει την εκτέλεση 200 Ελλήνων αντιστασιακών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής το 1944
Φωτογραφία που φέρεται να απεικονίζει την εκτέλεση 200 Ελλήνων αντιστασιακών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής το 1944

Η αδυναμία συγκρότησης κοινού ιστορικού πλαισίου για τον Εμφύλιο

Η Ελλάδα διαθέτει το Πολεμικό Μουσείο Αθηνών, εβραϊκά μουσεία και δεκάδες τοπικές συλλογές Αντίστασης. Κανένας όμως από αυτούς του χώρους δεν αφηγείται συνολικά τη δεκαετία 1940-1950. Ο βασικός λόγος δεν είναι οικονομικός, αλλά αφηγηματικός: η αδυναμία συγκρότησης ενός κοινού –ή έστω αποδεκτά πολυφωνικού– ιστορικού πλαισίου για ένα παρελθόν που οδηγεί κατευθείαν στον Εμφύλιο. Ήδη από το 1996 αντιστασιακές οργανώσεις απευθύνθηκαν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο ζητώντας τη δημιουργία κεντρικού αρχείου και μουσείου της Αντίστασης, προειδοποιώντας για τα κενά στη διδασκαλία της περιόδου. Το αίτημα έμεινε μετέωρο.

Κάθε ιστορική έκθεση δείχνει όχι μόνο τι συνέβη, αλλά και αυτά που μια κοινωνία επιλέγει να θυμάται και να ξεχνά. Στην ελληνική περίπτωση, η απουσία ενός κεντρικού μουσείου σημαίνει ότι η μνήμη δεν οργανώνεται, εμφανίζεται αποσπασματικά. Οι φωτογραφίες βρίσκονται σε δημοπρασίες, τα αντικείμενα χάνονται σε μετακομίσεις, οι τόποι μνήμης έχουν άλλες χρήσεις και οι ερευνητές δεν έχουν πρόσβαση στα αρχεία.

Ακόμα κι αν συχνά αποδίδουμε το πρόβλημα στο ότι δεν υπάρχει κοινό αφήγημα εξαιτίας του Εμφυλίου, ίσως το ζήτημα να είναι βαθύτερο: δεν υπάρχει ακόμη ούτε συμφωνία για το πώς αναπαριστούμε τον ίδιο τον κατοχικό εμφύλιο και τις ζώνες γκρίζας βίας της περιόδου. Η μεταπολεμική πολιτική πόλωση δεν επέτρεψε την έγκαιρη συγκρότηση μιας κοινής μνημονικής πολιτικής, η μνήμη παρέμεινε ιδιωτική, οικογενειακή, κομματική ή τοπική. Έτσι οι χώροι δεν εντάχθηκαν ποτέ σε εθνικό χάρτη μνήμης και η κοινωνία μεγάλωσε χωρίς να τους γνωρίζει.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Στρατοπέδου Κορίνθου, ενός από τα μεγαλύτερα στρατόπεδα κράτησης αιχμαλώτων πολέμου στην κατεχόμενη Ευρώπη. Σήμερα χρησιμοποιείται από τον ελληνικό στρατό και για το ευρύ κοινό παραμένει σχεδόν άγνωστο ως ιστορικός τόπος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένη εξαίρεση, αλλά για κανόνα: σημαντικοί χώροι της Κατοχής επιβιώνουν ως λειτουργικοί χώροι άλλης χρήσης, χωρίς σήμανση, χωρίς αφήγηση, χωρίς πρόσβαση. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη και σε εμβληματικά σημεία. Το νεόκτιστο μουσείο στο Σκοπευτήριο Καισαριανής δεν είναι ανοιχτό σε καθημερινή βάση, αλλά μόνο κατόπιν ραντεβού, ενώ ο ίδιος ο χώρος του μνημείου –που πρόσφατα βανδαλίστηκε– παραμένει προσβάσιμος μετά από συνεννόηση. Η μνήμη υπάρχει, αλλά λειτουργεί υπό επιτήρηση και όχι ως δημόσιος χώρος εμπειρίας.

Γι’ αυτό και κάθε νέο τεκμήριο της Κατοχής αντί να εντάσσεται σε μια ιστορική αφήγηση, μετατρέπεται σε επεισόδιο δημόσιας έντασης. Το πρόβλημα που ανέδειξαν οι φωτογραφίες της Καισαριανής δεν αφορά τόσο το αν είναι αυθεντικές, αλλά το ότι δεν υπάρχει ο κατάλληλος τόπος όπου θα έπρεπε να βρίσκονται. Όσο η Ελλάδα δεν αποκτά ένα εθνικό μουσείο Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ένα δίκτυο πραγματικά προσβάσιμων τόπων μνήμης, το παρελθόν θα επιστρέφει αποσπασματικά ως διαμάχη και όχι ως γνώση.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY