Ελλαδα

Γιώργος Μπαμπινιώτης: Η ιστορική αλήθεια πίσω από το «Έλληνας» και «Ρωμιός»

Ο καθηγητής Γλωσσολογίας φωτίζει την ιστορική και γλωσσική διαδρομή των όρων

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης αναλύει την πορεία των όρων Έλληνας και Ρωμιός, αποσαφηνίζοντας την κοινή τους ρίζα και τη σημασία τους για τη συλλογική ταυτότητα

Μια νέα παρέμβαση για τη σημασία των ονομασιών που διαμόρφωσαν την ελληνική ταυτότητα έκανε ο καθηγητής Γλωσσολογίας Γιώργος Μπαμπινιώτης, μέσα από ανάρτησή του στο Facebook.

Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης επιχειρεί να αποσαφηνίσει τη σχέση ανάμεσα στους όρους Έλληνας, Ρωμαίος, Ρωμιός και Ρωμιοσύνη, επισημαίνοντας ότι η ιστορική τους πορεία δεν τους καθιστά αντιθετικούς, αλλά συμπληρωματικούς.

Στο κείμενό του, ο καθηγητής εξηγεί ότι για πολλούς αιώνες οι κάτοικοι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι, μια ονομασία που εξελίχθηκε στον όρο Ρωμιός και διατηρήθηκε μέχρι και την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα, αναλύει πώς η Ρωμιοσύνη απέκτησε πολιτισμικό βάθος, συνδέοντας τη λαϊκή παράδοση, τη χριστιανική ταυτότητα και τη βυζαντινή κληρονομιά με τον νεότερο ελληνισμό.

Ο κ. Μπαμπινιώτης υπογραμμίζει ότι η υιοθέτηση του όρου Έλληνας κατά τους νεότερους χρόνους δεν ακυρώνει τη σημασία του Ρωμιού, αλλά αποτυπώνει μια διαφορετική ιστορική φάση. Οι δύο όροι, όπως σημειώνει, αποτελούν κομμάτια της ίδιας πολιτισμικής συνέχειας.

Η ανάρτηση του Γιώργου Μπαμπινιώτη

Ακολουθεί αυτούσια η ανάρτηση του καθηγητή:

«Περήφανοι ως ΕΛΛΗΝΕΣ αλλά περήφανοι και ως ΡΩΜΙΟΙ και ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ. Έλληνες (3) Η ονομασία Ρωμαίοι / Ρωμιοί

Για πολλούς αιώνες οι Έλληνες τής Aνατολικής Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονται ως Pωμαίοι, από όπου και η μετέπειτα ονομασία Pωμιοί. Σημειώνεται ότι η Aνατολική Pωμαϊκή Aυτοκρατορίας από τον 16ο αι. είναι γνωστή ως Bυζαντινή Aυτοκρατορία ή απλώς Bυζάντιο (αρχικά Βυζάντιο ονομάστηκε, κατά τον Διονύσιο Zακυθηνό, και η Κωνσταντινούπολις),

H ονομασία Pωμιός, στα χρόνια τής Tουρκοκρατίας, χάνει την αίγλη τού «αυτοκρατορικού» ονόματος Pωμαίος και, με τις σκληρές συνθήκες τής υπό ζυγόν διαβίωσης, αποκτά επιπροσθέτως την υφολογική χροιά τού «καπάτσου», τού «καταφερτζή», τού «ξύπνιου». Aπό τις αρχές τού 20ού αι. και ιδίως μετά το 1930 το Pωμιός χρησιμοποιήθηκε συχνά για να τονίσει (ως αντίδραση και αντίθεση πολιτισμική προς τον μιμητισμό των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών) την λαϊκή χριστιανική –βυζαντινή– ανατολική (αλλά όχι «ανατολίτικη») φυσιογνωμία τού Nεοέλληνα έναντι τής αστικότερης κλασικής –αρχαιοελληνικής, δυτικής– ευρωπαϊκής στροφής που σημειώθηκε με τον Διαφωτισμό (ιδίως τού Kοραή) και τις ευρύτερες τάσεις τής νεοελληνικής κοινωνίας.

Ρωμιός ETYMΟΛΟΓΙΑ μεσν. (με συνίζηση) < ελνστ. ῾Ρωμαῖος, που μετά τον 5ο αι. και την πτώση τού δυτικού ρωμαϊκού κράτους είχε την σημ. «πολίτης τού ανατολικού ρωμαϊκού κράτους» (το οποίο στηΝ σύγχρονη εποχή αποκλήθηκε Βυζαντινή Αυτοκρατορία). ΕΤΥΜ. ΠΕΔΙΟ ρωμι-οσύνη < Ρωμι(ός) + παραγ. τέρμα -οσύνη, πβ. κ. δικαι-οσύνη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ

Προέρχεται από το εθνωνύμιο Ρωμαίος, ονομασία όλων των πολιτών τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η λ. παρέμεινε να δηλώνει τους πολίτες τού ανατολικού ρωμαϊκού κράτους και μετά την διάσπαση τής Αυτοκρατορίας και την κατάρρευση τού δυτικού ρωμαϊκού κράτους από τις βαρβαρικές επιδρομές, δηλ. και κατά την λεγόμενη Βυζαντινή περίοδο, κατά την οποία οι όροι Βυζάντιο, Βυζαντινός δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ. Αντιθέτως, η μόνη ονομασία με την οποία αυτοπροσδιορίζονταν οι «Βυζαντινοί» ήταν Ρωμαίοι, αφού ήταν οι μόνοι κληρονόμοι τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ονομασία που διατηρήθηκε και μετά την οθωμανική κατάκτηση (πβ. την ονομασία Ρουμ με την οποία αποκαλούσαν οι Τούρκοι τους ορθόδοξους χριστιανούς, καθώς και τα παράγωγα Ρούμελη, Ρωμυλία). Η ονομασία Ρωμαίος / Ρωμιός χρησιμοποιείται για τους Έλληνες ακόμη και κατά τα χρόνια τής Επανάστασης τού 1821.

Η στροφή προς την ανάδειξη τής κλασικής Αρχαιότητας κατά την Αναγέννηση και η δημιουργία πολύ αργότερα κράτους με το όνομα Ελλάς οδήγησαν σε ευρεία χρήση τού ονόματος Έλλην και περιθωριοποίηση τού ονόματος Ρωμιός.

ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ Η λ. γράφτηκε παλαιότερα με -η- (Ρωμῃός), πβ. παλαιός > παλῃός, ελαία > ελῃά κ.ά., επειδή θεωρήθηκε εσφαλμένα ότι το -αι- τρέπεται σε -ῃ-. Η γραφή με -η- (Ρωμηός) δεν ευσταθεί (πβ. παλαιός > παλιός, όχι παληός, ελαία > ελαιά > ελιά, όχι εληά), διότι πρόκειται για συνίζηση (συμπροφορά τού -αιό- σε -yό-)».