Ελλαδα

Νεανική παραβατικότητα χωρίς κοινωνικά σύνορα

Τι είναι αυτό που ωθεί τους εφήβους 14 μέχρι 17 ετών να γοητεύονται από τη βία και να διαπράττουν παραβατικές πράξεις για μη εμφανή λόγο;

Εύα Στάμου
ΤΕΥΧΟΣ 896
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η νεανική παραβατικότητα, οι καθημερινές προσλαμβάνουσες των νέων και η ρητορική της βίας

Μεγάλη ανησυχία προκαλεί το τελευταίο διάστημα η ανεξέλεγκτη νεανική παραβατικότητα που φαίνεται να μη γνωρίζει ούτε γεωγραφικά ούτε οικονομικά ή κοινωνικά σύνορα. Συμμορίες εφήβων που επιδίδονται σε κλοπές, επιθέσεις, ανελέητο bullying και χρήση ναρκωτικών, δρουν πλέον στις περισσότερες συνοικίες της Αθήνας αλλά και των υπόλοιπων μεγάλων πόλεων. 

Το αγόρι της διπλανής πόρτας καταλήγει στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση ή περνά τη νύχτα στο κρατητήριο την ίδια στιγμή που ο γονείς του τρέχουν πανικόβλητοι να μιλήσουν σε αστυνομικούς, καθηγητές, ψυχολόγους και να καταλάβουν τι συμβαίνει. Οι έφηβοι, κορίτσια και αγόρια, που εμπλέκονται σε περιστατικά βίας είναι συνήθως οργανωμένοι σε ομάδες με συγκεκριμένους κανόνες – το πρώτο που κάνουν συνήθως οι κηδεμόνες τους είναι να τους προτρέψουν να ξεκόψουν από αυτού του τύπου τις συντροφιές.

Τι είναι όμως αυτό που ωθεί τους εφήβους 14 μέχρι 17 ετών να γοητεύονται από τη βία και να διαπράττουν παραβατικές πράξεις για μη εμφανή λόγο; Θα έλεγε κανείς ότι είναι πολύ συνηθισμένο σε αυτή ακριβώς την ηλικία, όπου οι έφηβοι δεν είναι πια παιδιά αλλά ούτε και ενήλικες, να έλκονται από την κόντρα με τις αρχές και τη διέγερση που προκαλεί η αδιαφορία για τους πάσης φύσεως κανόνες. Όπως φαίνεται, άλλωστε, από τα συναφή στοιχεία, η νεανική παραβατικότητα υποχωρεί λίγο πριν την ενηλικίωση, είναι δηλαδή ένα παροδικό φαινόμενο - πλην των ελαχίστων εξαιρέσεων όσων συνεχίζουν να έχουν προβλήματα με τον νόμο και στην ενήλικη ζωή τους.

Παλαιότερα οι ειδικοί επικεντρώνονταν στη μελέτη διαζευγμένων γονιών ή μονογονεϊκών οικογενειών ή περιόριζαν τις έρευνές τους σε παιδιά της εργατικής τάξης. Σήμερα η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά καθώς περιστατικά νεανικής παραβατικής συμπεριφοράς παρουσιάζονται σε όλες τις κοινωνικές κατηγορίες και σε κάθε γειτονιά της πόλης, άσχετα από τη σύνθεση των οικογενειών, την τάξη, ή το βιοτικό επίπεδο.

Λίγες δεκαετίες πριν ο τρόπος ψυχαγωγίας, οι συνήθειες, αλλά και τα πρότυπα που επικρατούσαν σε κάθε κοινωνική ομάδα μπορεί να διέφεραν μεταξύ τους, κάτι που δεν ισχύει στις μέρες μας. Σήμερα η τραπ που ακούν οι νέοι, τα μαγαζιά και τα κλαμπ στα οποία ξενυχτούν, ο τρόπος με τον οποίο ντύνονται, τα τατουάζ που κάνουν, οι αθλητές και οι influencers που θαυμάζουν είναι κοινά σε όλες τις κοινωνικές τάξεις – τα μέσα μαζικής δικτύωσης έχουν παίξει τον ρόλο τους σε αυτό. Συνακόλουθα, οι αντιλήψεις, οι επιδιώξεις, η συμπεριφορά των νέων, από όπου και αν προέρχονται, σε όποιο σχολείο και αν φοιτούν, έχει επίσης κοινά χαρακτηριστικά.

Η αποτυχία της οικογένειας να βοηθήσει τους εφήβους να ολοκληρώσουν τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης είναι ίσως η σημαντικότερη αιτία που κάποιοι έφηβοι ωραιοποιούν τη βία, αντλώντας ικανοποίηση από την πρόκληση φόβου ή πόνου στα θύματά τους. Η ελλιπής επιτήρηση από τους γονείς ή η αδυναμία τους να εμφυσήσουν στα παιδιά βασικούς ηθικούς κανόνες, κρύβεται συνήθως πίσω από τη νεανική παραβατικότητα.

Η έλλειψη σεβασμού των εφήβων για το σχολείο και τους καθηγητές είναι μία ακόμα πηγή νεανικής παραβατικότητας. Συχνά οι έφηβοι ακούν ότι η εκπαίδευση δεν πρόκειται να τους παρέχει τις απαραίτητες δεξιότητες ούτε για να εξασφαλίσουν μια επικερδή εργασία ούτε για να ζήσουν μια ευτυχισμένη ζωή, με αποτέλεσμα να αμφισβητούν την σπουδαιότητα του ρόλου της.

Η αδιαφορία για τα μαθήματα που οδηγεί κάποιους σε πολύ χαμηλές επιδόσεις, τους αναγκάζει επίσης να αναζητούν επιβεβαίωση μέσω άλλων οδών που συχνά ταυτίζονται με τη χρήση βίας και την παραβίαση κανόνων. Είναι δυστυχώς ο μόνος τρόπος που έχουν κάποιοι νέοι ώστε να αισθάνονται σημαντικοί.

Μην ξεχνάμε επίσης ότι είμαστε όλοι μέρος μιας κουλτούρας που ωραιοποιεί τη βία και η οποία προετοιμάζει τα νεαρά κορίτσια και αγόρια για ένα συγκεκριμένο αξιακό σύστημα, το οποίο δείχνει ανοχή στην παραβατικότητα ως μέσο για την επίτευξη του τελικού στόχου: την απόκτηση δύναμης και εύκολου χρήματος.

Η μουσική που απευθύνεται στους εφήβους, τα video clips που προάγει η βιομηχανία του θεάματος, οι ταινίες και οι τηλεοπτικές σειρές, τα ευπώλητα βιβλία, η διαφήμιση και ο κίτρινος Τύπος καλλιεργούν συγκεκριμένα πρότυπα που ερωτοτροπούν με τη βία δίνοντας στους εφήβους την εντύπωση ότι είναι ένα απόλυτα φυσιολογικό κομμάτι της καθημερινότητας.

Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να κατανοηθεί ορθά, αν δεν ληφθεί υπόψη ότι ζούμε σε μία σωματική κοινωνία: μία κοινωνία όπου τα πολιτικά και ατομικά προβλήματα εκφράζονται μέσα από το σώμα. Στην εποχή των εικόνων και του διαδικτύου ο λόγος υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του στο σώμα που άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε υποσυνείδητα ανταποκρίνεται, επερωτά, και αντιδρά με διαφορετικούς τρόπους σε όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας. Η έμφαση δίνεται στο να δείχνει το σώμα πάντα γυμνασμένο, «μοδάτο», σέξι, δυνατό, ικανό να επιβληθεί σε άλλα σώματα.

Τις τελευταίες δεκαετίες, μάλιστα, βιώνουμε την πρωτοκαθεδρία της σωματοποιημένης εμπειρίας έναντι της διανοητικής επεξεργασίας. Η διάδοση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που στηρίζουν την επιτυχία τους στην αναπαραγωγή εικόνων και στη χρήση αποσπασματικού λόγου, δεν έχει αφήσει κανέναν μας ανεπηρέαστο.

Το χαμηλό επίπεδο της παιδείας και το γεγονός ότι όλο και λιγότεροι άνθρωποι παγκοσμίως έχουν πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, με συνέπεια να αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν τον λόγο αποτελεσματικά, παίζει καθοριστικό ρόλο στην αύξηση της βίας ανάμεσα στους νέους. Η ρητορική της βίας έχει βρει τα ιδανικά θύματά της ανάμεσα στους εφήβους που αναζητούν μάταια ένα νόημα στην άμετρη προβολή ή κρούση του σώματος, ως του υποτιθέμενα πιο ισχυρού μέρους του εαυτού μας – μα και του πιο ευάλωτου.