Ελλαδα

«Κάθε μέρα θυμάμαι τον πόλεμο»: Ελληνικής καταγωγής βετεράνος του Βιετνάμ αφηγείται τις εμπειρίες του

Ο Περικλής Βέργαδος υπήρξε πιλότος της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Περικλής Βέργαδος, ελληνικής καταγωγής πιλότος της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας που πολέμησε στο Βιετνάμ μίλησε για τα όσα έζησε στο πεδίο της μάχης

«Ονομάζομαι Περικλής Βέργαδος, έρχομαι από τη Βοστώνη της Μασαχουσέτης. Ο πατέρας μου ήταν από την Σπάρτη, η μητέρα από τα Κύθηρα και ήμουν πιλότος στον πόλεμο του Βιετνάμ...».

Ο ελληνικής καταγωγής πιλότος της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας βρέθηκε για μερικές ημέρες στην Ελλάδα και μοιράστηκε μερικές από τις εμπειρίες εναέριας μάχης που έζησε πετώντας πάνω από τις φονικές ζούγκλες του Βιετνάμ.

«Ήμουν δέκα χρονών όταν ο πατέρας μου είπε «έλα να πάμε στο αεροδρόμιο, εκεί έχουν φέρει το πρώτο αεροσκάφος τζετ. Πήγαμε τελικά με τους γονείς μου και κάποια στιγμή ήρθε κοντά μου ο πιλότος. Ήταν τότε που είπα στους γονείς μου, “κάποια μέρα θα γίνω πιλότος”. Η μητέρα μου τότε με... έδιωξε και μου είπε πως δε θέλει να πάω στην Αεροπορία. Εγώ όμως το έκανα. Ήμουν 22 χρόνων, στο Κολέγιο, όταν πήγα στην εκπαίδευση πιλότων και βρέθηκα να υπηρετώ στην Αεροπορία για 23 χρόνια», εξιστορεί ο βετεράνος Περικλής Βέργαδος, περιγράφοντας στο ΑΠΕ τη σχέση του με την πτήση.

 Ήταν η εποχή που η Αμερική βρέθηκε να πολεμά σε ένα πεδίο μάχης, το οποίο αποδείχθηκε θανατηφόρο όσο λίγα. «Για έναν χρόνο ήμουν συγκυβερνήτης στο βομβαρδιστικό Β-52, όταν ήρθε ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Τότε έδωσα το όνομά μου, ήθελα να γίνω πιλότος μαχητικού αεροσκάφους. Σε τρεις μήνες έλαβα το χαρτί να πάω για εκπαίδευση, ώστε να μάθω τον χειρισμό τζετ μαχητικών. Έτσι από το 1967 μέχρι και το 1969 βρέθηκα στο Βιετνάμ. Επέστρεψα στο σπίτι μου τον Ιούνιο του 1969», εξηγεί, καθώς μεταφέρει μερικές στιγμές από την αεροπορική του ιστορία ο ευθυτενής και με ενέργεια 25χρονου βετεράνος πιλότος.

«Ήμουν συγκυβερνήτης στο βομβαρδιστικό Β-52, όταν ήρθε ο πόλεμος στο Βιετνάμ», ανέφερε ο ελληνικής καταγωγής πιλότος © ΑΠΕ/ΜΠΕ

«Ο ρόλος μου εκεί και οι αποστολές μου ήταν συγκεκριμένες. Πετούσα με ένα μικρό αεροπλάνο και ειδικές ρουκέτες με λευκό καπνό. Σε συνεργασία με τον Στρατό "μάρκαρα" στόχους στο έδαφος, ώστε να μπορούν οι πιλότοι με τα μαχητικά που ήταν φορτωμένα με όπλα να χτυπούνε τους στόχους μέσα στη ζούγκλα. Μιλάμε για μια ζούγκλα πολύ ιδιαίτερη, με απίστευτη Triple Canopy ζούγκλα -όρος που αναφέρεται σε ένα τροπικό δάσος με τρία επίπεδα.

«Δύσκολο να περιγράψω πώς ήταν ο πόλεμος εκεί. Κάποιες ημέρες είχε ησυχία, κάποιες ημέρες ήταν πολύ άσχημα. Δεν μπορώ να περιγράψω μέσα μου πώς είμαι, πώς αισθάνομαι... Κάθε μέρα θυμάμαι τον πόλεμο. Κάθε ημέρα. Μπορεί κάτι μικρό, κάτι μεγάλο να μου θυμίζει αυτό τον πόλεμο. Είδα για παράδειγμα στην Αθήνα στο αεροπορικό σόου ελικόπτερα Bell Huey, τύπο που ήταν και στο Βιετνάμ και θυμάμαι τότε τέτοιο ελικόπτερο που είχε όπλα, πυροβόλα πάνω του και μαχόταν, ή αλλά τέτοια Huey που έφερναν τους τραυματίες στρατιώτες, τα παιδιά που έπρεπε να πάνε στα νοσοκομεία. Εάν δει κανείς την τηλεοπτική σειρά M*A*S*H, που διαδραματίζονταν σε τέτοια στρατιωτικά νοσοκομεία εκστρατείας, οι εικόνες που έζησα ήταν παρόμοιες με όσα έδειχνε η σειρά...», εξιστορεί ο πιλότος, ένας από τους λίγους πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ με ελληνική καταγωγή.

Η λήξη του πολέμου τον βρήκε να επιστρέφει πια στο σπίτι του στις ΗΠΑ, όπου και παρέμεινε πιλότος για 16 χρόνια στην Εθνοφρουρά των ΗΠΑ, στη Μασαχουσέτη. «Αποσύρθηκα από τις πτήσεις μετά από 23 συνολικά χρόνια. Η πτήση μου λείπει πάντα, πάρα πολύ. Κάθε φορά, κάθε στιγμή. Σε όλους τους πιλότους λείπει η πτήση, κάθε στιγμή...», εξομολογείται.