Κοσμος

Η μεγάλη πρόκληση των Δημοκρατικών για το 2028

Ποιος μπορεί στ’ αλήθεια να τιθασεύσει το «μπλε τσουνάμι» πριν ξεφουσκώσει;

Άγης Παπαγεωργίου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Η μεγάλη πρόκληση των Δημοκρατικών για το 2028: Από την προοδευτική πτέρυγα μέχρι τους μετριοπαθείς υποψηφίους, το κόμμα καλείται να αποφασίσει ποιος μπορεί να μετατρέψει τη νίκη σε πολιτική κυριαρχία

Όπως και να το δεις, το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ ήταν καθηλωτικό· μιλάμε για έναν πραγματικά αδιανόητο θρίαμβο για τους Δημοκρατικούς –τον οποίο γλυκαίνουν ακόμα περισσότερο οι σημειολογικές νίκες σε ιστορικά κατακόκκινες πολιτείες– και μια οδυνηρή ήττα για τους Ρεπουμπλικάνους –αν όχι απόλυτη συντριβή– οι οποίοι είδαν το όνειρο που ζήσανε το 2024, κερδίζοντας πίσω την προεδρία και εξασφαλίζοντας την κυβερνητική trifecta στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία, να ξεφτίζει τελείως. Για όλους εμάς τους υπόλοιπους, το αποτέλεσμα αποτελεί τροφή για σκέψη αναφορικά με τα αυτοκαταστροφικά όρια του λαϊκισμού και της αμετροέπειας· και τρομερό content για memes και reels στα κοινωνικά δίκτυα.

Χίλια μπράβο λοιπόν στους Δημοκρατικούς, οι οποίοι υπενθύμισαν στον Ντόναλντ πως ακόμα και η δική του επιρροή έχει όρια· ακόμα και εκείνος μπορεί να χάσει, δίκαια – όπως τότε από τα χέρια του Τζο Μπάιντεν. Όμως, ο Sleepy Joe έχει πλέον αποσυρθεί –και πώς αλλιώς–, η Κάμαλα Χάρις σε καμία περίπτωση δεν μοιάζει να είναι η καταλληλότερη επιλογή για τη διεκδίκηση της προεδρίας –αν και, ειδικά μετά την επίδοση των Ρεπουμπλικάνων και του ίδιου του Τραμπ στην οικονομία, έχει το δικαίωμα να ψάχνει μέσα της μια δικαίωση, όσο να πεις– και ο Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος κυριολεκτικά όργωσε τις ΗΠΑ και συνέβαλε τα μέγιστα στον θρίαμβο της φετινής πρώτης Τρίτης του Νοεμβρίου, μπορεί μόνο να λειτουργήσει ως πατριάρχης του κόμματος· το για πόσο, δε, παίζεται κιόλας. Στην πραγματικότητα, η κούρσα του 2028 για τους Δημοκρατικούς ανοίγει σήμερα, και η επιλογή του επόμενου διεκδικητή της προεδρίας δεν πρόκειται να είναι καθόλου εύκολη.

Η ταυτόχρονη δικαίωση των Μπέρνι Σάντερς και Ντικ Τσέινι

Αυτή τη φορά, οι δημοσκοπικές εκτιμήσεις επιβεβαιώθηκαν και με το παραπάνω. Οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν με φόρα την πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, ενώ οι επιμέρους νίκες που κατέγραψαν, ειδικά στην περίπτωση της Γερουσίας, μπορούν όντως να χαρακτηριστούν ιστορικές· ποιος να το πίστευε πριν από δύο χρόνια πως το Οχάιο, η Νότια Καρολίνα, η Βόρεια Καρολίνα, το Κάνσας, η Αϊόβα και –κυρίως– το Τέξας θα βάφονταν μπλε. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί πως δύο χρόνια νωρίτερα, ο Τραμπ είχε σαρώσει σχεδόν σε όλες τις λεγόμενες swing states –κερδίζοντας φυσικά και τις παραδοσιακά σίγουρες για το κόμμα του πολιτείες, όπως το Τέξας και το Κάνσας– σε πολλές περιπτώσεις με διψήφια διαφορά. Ο όρος «τσουνάμι» σε καμία περίπτωση δεν είναι υπερβολικός για να περιγράψει τη διάσταση της νίκης των Δημοκρατικών, καθώς όχι απλώς του τα πήραν όλα, αλλά ταυτόχρονα δεν έχασαν και απολύτως τίποτα. Καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι πλέον καλούνται να ψαχτούν και εκείνοι με το τι ακριβώς πιστεύουν και πού ακριβώς θέλουν να πάνε, θα έλεγε κανείς πως ο Ντικ Τσέινι –ο αρχετυπικός νεοσυντηρητικός Ρεπουμπλικάνος που πρώτος προειδοποίησε τι θα συμβεί αν το κόμμα του συρθεί πίσω από τη μεγαλομανία του σημερινού Προέδρου– γελάει χαιρέκακα με τον Τραμπ απ’ το καζάνι της κολάσεως, όπου σίγουρα τον περιμένει εναγωνίως.

Όμως – όμως – όμως, όσο μεθυστικό και αν είναι να βλέπει κανείς τον τραμπισμό να συνθλίβεται στην κάλπη –καθώς, όντως, το αποτέλεσμα του 2020, παρότι ξεκάθαρο, δεν ήταν ακριβώς άνετο–, τα ζόρια για τους Δημοκρατικούς τώρα ξεκινάνε. Στην πραγματικότητα, η αποχώρηση του Ομπάμα απ’ τον Λευκό Οίκο το 2016 άφησε το κόμμα ακέφαλο σε επίπεδο ηγεσίας· ο ίδιος ο Μπάιντεν πέρασε από τρεις χιλιάδες εννιακόσια πέντε κύματα για να εξασφαλίσει τους αντίστοιχους εκλέκτορες που του έδωσαν το χρίσμα του 2020, ενώ ακόμα και ο πιο ένθερμος οπαδός του σήμερα μάλλον παραδέχεται πως, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πανδημία –και η καταστροφική της διαχείριση–, ο Τραμπ μάλλον θα τον είχε κερδίσει. Την ίδια στιγμή, το γεγονός πως ο –ανεξάρτητος, τυπικά– Γερουσιαστής απ’ το Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, διεκδίκησε το χρίσμα των Δημοκρατικών τόσο το 2016 όσο και το 2020, βγάζοντας το λάδι τόσο της Χίλαρι Κλίντον όσο και του Θείου Τζο –και παρά το προχωρημένο και της δικής του ηλικίας, καθώς αισίως βαδίζει στα 85 πλέον–, είναι ενδεικτικό του εσωτερικού ιδεολογικού πολέμου που σιγοβράζει στα άδυτα του κομματικού μηχανισμού και που σήμερα απειλεί να στερήσει από τους Δημοκρατικούς τη διαύγεια που έχουν απόλυτη ανάγκη.

Προφανώς, ο Σάντερς είναι πλέον απελπιστικά μεγάλος ώστε να διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία, όμως αποδεικνύεται πως ήταν μπροστά απ’ την εποχή του. Πετυχαίνοντας να συγκρουστεί με το εσωκομματικό ιδεολογικό κατεστημένο του «τρίτου δρόμου» που κληροδότησε ο Μπιλ Κλίντον σε κάθε επίδοξο Δημοκρατικό υποψήφιο για την προεδρία, ο Γερουσιαστής απ’ το Βερμόντ δημιούργησε τον απαραίτητο χώρο ώστε να αναδειχθούν σταδιακά στελέχη όπως η Βουλευτής από το Μπρονξ, Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ (AOC), αλλά και ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζόραν Μαμντάνι, τα οποία πλέον θεωρούνται εξόχως ηγετικές φυσιογνωμίες – και πώς αλλιώς, δηλαδή, όταν η προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών ήταν η μόνη που κράτησε το κόμμα ζωντανό στα χρόνια όπου ο τραμπισμός πίκαρε. Σε αυτά τα στελέχη προστίθεται πλέον και ο νέος Γερουσιαστής από το Μίσιγκαν, Αμπντούλ ελ-Σαγιέντ· γεννηθείς το 1984, γιατρός, επιδημιολόγος, αυθεντικά κουλ, και από τον Ιανουάριο φέρων τον τίτλο του πρώτου μουσουλμάνου Γερουσιαστή στην αμερικανική ιστορία, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό εξελέγη λόγω της εξαιρετικά σκληρής στάσης που κράτησε αναφορικά με τη στήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ, σε μια θέση που μέσες-άκρες συμμερίζεται πλέον η συντριπτική πλειοψηφία των Δημοκρατικών· (χα)Μπίμπι, τα πράγματα σαν να ζόρισαν απότομα, ε;

Το νέο κράμα Δημοκρατικών

Στην πραγματικότητα, αν δούμε τον αμερικανικό εκλογικό χάρτη με έναν μεγεθυντικό φακό, τότε το μπλε των Δημοκρατικών αποκτά κάπως διαφορετικές αποχρώσεις ανά πολιτεία. Παρότι η επιρροή της προοδευτικής πτέρυγας στον θρίαμβο του 2026 είναι αδιαμφισβήτητη, εντούτοις τις πραγματικά μεγάλες νίκες τις πέτυχαν στελέχη τα οποία έχουν ένα σαφώς μετριοπαθέστερο ιδεολογικό αποτύπωμα, τόσο σε επίπεδο πολιτικής όσο και στο επικοινωνιακό κομμάτι – το οποίο, στην εποχή των reels, ίσως να είναι η πραγματική dealbreaker παράμετρος. Ο λόγος ιδιαίτερα για τον νέο Γερουσιαστή από το Τέξας, Τζέιμς Ταλαρίκο, τον νέο Γερουσιαστή από το Κάνσας, Άνταμ Χάμιλτον, και –κυρίως– τον Γερουσιαστή από τη Τζόρτζια, Τζον Όσοφ, ο οποίος φέτος κέρδισε την επανεκλογή του. Τα τρία συγκεκριμένα στελέχη κατάφεραν να πάρουν τρεις πολιτείες τις οποίες ο Τραμπ είχε κερδίσει πολύ εύκολα στις εκλογές του 2024, παρέχοντας στα εκλογικά τους σώματα μια εναλλακτική προσέγγιση από τους Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους τους, η οποία ωστόσο δεν πατάει ιδιαίτερα στο ύφος και το περιεχόμενο της προοδευτικής πτέρυγας, της οποίας η άτυπη επικεφαλής σήμερα είναι η AOC.

Ιδιαίτερα στην περίπτωση του Τέξας και του Κάνσας, οι Ταλαρίκο και Χάμιλτον αντίστοιχα υιοθέτησαν μια ιδιαίτερη ατζέντα χριστιανικού προοδευτισμού, αποδίδοντας έναν εντελώς σύγχρονο χαρακτήρα στον όρο “Christian Democrats”. Θέτοντάς το συνοπτικά, δύο υπερβολικά συμπαθείς τύποι που δεν έχουν κάποιο ξεχωριστό ταυτοτικό χαρακτηριστικό κατάφεραν να κερδίσουν τους υποψήφιους του Τραμπ μέσα στο γήπεδό τους με εντελώς αντίθετο τρόπο από εκείνον που χρησιμοποιούν οι προοδευτικοί συνάδελφοί τους· οι νίκες των Δημοκρατικών στο Τέξας και το Κάνσας –και πιθανώς και στην Αλάσκα, μόλις ολοκληρωθεί η καταμέτρηση– είναι οι πλέον σημειολογικές στο μπλε τσουνάμι του 2026, ωστόσο τις κέρδισαν υποψήφιοι που δεν ζήτησαν από τους ψηφοφόρους να ενταχθούν σε κάποιο αόριστο κίνημα και να καταπολεμήσουν την ολιγαρχία, αλλά συνδέθηκαν μαζί τους μέσω της κατανόησης της καθημερινότητάς τους, της πρόκλησης του αυξανόμενου κόστους ζωής και της πίστης τους. Ειρωνικά, τις μεγαλύτερές τους νίκες εναντίον του Τραμπ στο πλαίσιο της δεύτερης θητείας του οι Δημοκρατικοί δεν τις οφείλουν ούτε στον Μαμντάνι ούτε στον ελ-Σαγιέντ –όσο αδιαμφισβήτητα εντυπωσιακές και αν είναι και οι δύο–, αλλά σε δύο ιεροκήρυκες και, από τον Ιανουάριο, Γερουσιαστές, τους οποίους μπορεί κανείς να εικάσει πως οι προοδευτικές συλλογικότητες των δυτικών και ανατολικών ακτών μάλλον θα αντιμετώπιζαν με εγγενή καχυποψία στην –πλέον ξεπερασμένη– εποχή της woke ημι-υστερίας.

Για τον Όσοφ πάλι, ό,τι και να γράψει κανείς είναι λίγο. Ο Γερουσιαστής από τη Τζόρτζια μπορεί να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να αρνηθεί πως έχει προεδρικές φιλοδοξίες –και μόνο η ψυχούλα του μπορεί να το ξέρει αν είναι όντως ειλικρινής–, όμως καθημερινά αποδεικνύεται πως σήμερα μάλλον αποτελεί τον πιο ολοκληρωμένο υποψήφιο διεκδικητή της προεδρίας για τους Δημοκρατικούς· το να σε αποκαλεί ο αμερικανικός «νέο Ομπάμα» δεν το λες και λίγο. Ο Όσοφ έχει ένα εκπληκτικό ρητορικό χάρισμα σε συνδυασμό με μια αποδεδειγμένη ικανότητα να παράγει αποτελέσματα ως Γερουσιαστής, ενώ έχει καταφέρει να απευθυνθεί ακριβώς σε εκείνο το τμήμα του εκλογικού σώματος που θέλουν να επιστρέψουν οι Δημοκρατικοί: στον μεσαίο Αμερικάνο που κατοικεί κάπου στα προάστια του αμερικανικού πουθενά και που έχει την προσδοκία η ζωή του να είναι εντάξει – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Κρίσιμα, ο Όσοφ έχει καταφέρει να ακροβατήσει επιτυχώς ανάμεσα στο μετριοπαθές προφίλ που ζητάει από έναν υποψήφιο ο μεταβαλλόμενος ψηφοφόρος της Τζόρτζια –και, κατ’ επέκταση, της Πενσυλβάνια, του Οχάιο, του Μίσιγκαν, του Γουισκόνσιν, της Αριζόνα, της Νεβάδα και όλων εκείνων των πολιτειών που στην πραγματικότητα κρίνουν την προεδρία κάθε τέσσερα χρόνια– και τη συγκρουσιακή ρητορική της προοδευτικής πτέρυγας, υιοθετώντας και αναμιγνύοντας θέσεις και από τις δύο πλευρές. Επίσης, σαν τον Ομπάμα το 2006, αρνείται πως θα διεκδικήσει την προεδρία δύο χρόνια αργότερα, ενώ στη δική του περίπτωση οι Δημοκρατικοί μπορεί να εκλέξουν και τον πρώτο εβραίο πρόεδρο μετά τον πρώτο αφροαμερικάνο· το έχουμε ξαναδεί το έργο, και μας άρεσε, ενώ η υποψηφιότητα του επίσης εβραίου Σάντερς απενοχοποιεί τον Όσοφ απέναντι στους περισσότερο προοδευτικούς ψηφοφόρους υπό αυτό το φίλτρο.

Το μπλε τσουνάμι που δεν το καβαλάει κανείς – και οι απέναντι

Οι φετινές ενδιάμεσες εκλογές μπορούν να οδηγήσουν σε μία σειρά συμπερασμάτων. Το πιο προφανές φυσικά είναι πως η εποχή του τραμπισμού φαίνεται πως πλέον ξεφτίζει ανεπανόρθωτα· προφανώς, το γεγονός πως το αξίωμα του Προέδρου απολαμβάνει μεγάλη ελευθερία κινήσεων σε ό,τι αφορά τη χάραξη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής θα επιτρέψει στον Τραμπ να προσπαθήσει να υπενθυμίσει σε εχθρούς και φίλους, τόσο εντός όσο και εκτός των ΗΠΑ, πως εκείνος παραμένει ο Μεγάλος Αρχηγός· το πώς θα το κάνει μένει να φανεί, όμως ένας άνθρωπος με την ιδιοσυγκρασία του Τραμπ δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Όμως, το πραγματικά κρίσιμο συμπέρασμα είναι πως το μπλε τσουνάμι που έπνιξε τους Ρεπουμπλικάνους απ’ τη μια ακτή ως την άλλη δεν το καβαλάει μέχρι στιγμής κανένας Δημοκρατικός· η εσωτερική κούρσα για το χρίσμα του 2028 αναμένεται να αποδειχθεί εξαιρετικά συγκρουσιακή, όχι τόσο λόγω του προσωπικού gravitas των επίδοξων προέδρων όσο για τη διαφορετική ιδεολογική τους αφετηρία.

Το 2028 δεν θα μοιάζει με το 2016 και το 2020, και οι προοδευτικοί έχουν κάθε λόγο να θέλουν έναν δικό τους ως επικεφαλής· από την άλλη, τα σπουδαία αποτελέσματα τα έφεραν τύποι σαν τον Όσοφ, και εκείνος σήμερα μοιάζει πιθανότερο να πείσει τις λίγες εκατοντάδες χιλιάδες των μεταβαλλόμενων ψηφοφόρων που κρίνουν τις εκλογές και που σήμερα μάλλον θέλουν απλώς μια όσο το δυνατόν πιο αναίμακτη επιστροφή στην κανονικότητα. Προφανώς, καθοριστικό ρόλο θα παίξει και η επιλογή του προσώπου της απέναντι πλευράς· τα αποτελέσματα των midterms του 2026 ίσως να πείσουν τον Μάρκο Ρούμπιο να κάνει μια ιστορική τρίπλα, αφήνοντας τον Τζέι Ντι Βανς να διεκδικήσει εκείνος τον Λευκό Οίκο σε δύο χρόνια –και να εισπράξει τη δυσαρέσκεια μιας εποχής της οποίας ο επιθανάτιος ρόγχος κάνει εκκωφαντικό θόρυβο–, ώστε να επιστρέψει ως σωτήρας των Ρεπουμπλικανών. Ο Ρούμπιο από τη Φλόριντα και ο Όσοφ από τη Τζόρτζια ξέρουν καλύτερα απ’ τον καθένα πως τις μεγάλες νίκες τις παίρνεις όταν πείθεις εκείνους που αρχικά σε κοιτάζουν με σκεπτικισμό· ο θαυμασμός είναι η δεύτερη πράξη.