Κοσμος

Η Γαλλία και η πολιτική της οργής - Ένας απολογισμός των ταραχών

Τι ζητούν οι διαδηλωτές και η φαντασμαγορία της βίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Σώτη Τριανταφύλλου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γαλλία: Από τις διεκδικήσεις για την εκπαίδευση, το κόστος ζωής και τα social media, μέχρι τις λεηλασίες και τις συγκρούσεις

Τα παράπονα του μαθητικού και φοιτητικού κινήματος στη Γαλλία, που ξεκίνησε στα μέσα Σεπτεμβρίου, στρέφονται γύρω από την υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης, τις συνθήκες φοίτησης και το κόστος ζωής. Σύμφωνα με τις οργανώσεις μαθητών (ιδίως την Union syndicale lycéenne, που πρόσκειται στην άκρα αριστερά) και φοιτητών, καθώς και με τις πλατφόρμες αιτημάτων που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο, οι διαδηλωτές ζητούν κάλυψη των κενών θέσεων καθηγητών με προσλήψεις μόνιμων και αναπληρωτών, μείωση του αριθμού μαθητών ανά σχολική τάξη, ανακαίνιση κτιρίων και εγκατάσταση κλιματισμού, μείωση των ωρών των μαθημάτων, κατάργηση της «στρεσογόνου και επιλεκτικής» πλατφόρμας εισαγωγής στα ΑΕΙ, δημιουργία επιπλέον 150.000 έως 250.000 θέσεων στα πανεπιστήμια, αύξηση των επιδομάτων στέγασης, των υποτροφιών και της οικονομικής στήριξης των φοιτητών. Αν και μερικά αιτήματα, όπως η πλήρωση κενών θέσεων καθηγητών και η συντήρηση κτιρίων, είναι εύλογα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια έκρηξη παραλόγου, την οποία υποδαυλίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (με challenges και προκλητικές εικόνες —π.χ. αστυνομικοί που κλέβουν από καταστήματα, φτιαγμένες με ΑΙ) και οι αριστερές ηγεσίες που βλέπουν μια ακόμα εκδήλωση ιερής οργής εναντίον του φιλελευθερισμού. Οργή για ποιο πράγμα ακριβώς; Για τη δωρεάν παιδεία, το μείζον πρόβλημα της οποίας είναι ότι έχει καταντήσει πεδίο προσηλυτισμού από την αριστερά κι από το Ισλάμ; Ή για τις κρατικές δαπάνες, μέσω των οποίων η Γαλλία έχει καταχρεωθεί σε εγχώριους και διεθνείς θεσμούς;

Στις 17 Οκτωβρίου 2026, η κινητοποίηση διευρύνθηκε με τη σύγκλιση και άλλων δυνάμεων (πρώην Gilets Jaunes, συνδικάτα, αγρότες), προβάλλοντας ως προτεραιότητα τις διεκδικήσεις κατά της ακρίβειας: ένα αληθινό πρόβλημα, το οποίο ωστόσο δεν λύνεται με το να επιβαρύνεται το Δημόσιο με τεράστιες δαπάνες για υλικές ζημιές. Το κίνημα συγκρίνεται με προηγούμενες μεγάλες κινητοποιήσεις στη Γαλλία: το κλασικό σημείο αναφοράς είναι ο Μάιος του 1968, που εκτυλίχθηκε σε διαφορετικές συνθήκες· η Γαλλία του 1968 δεν είναι η Γαλλία του σήμερα. Συγκρίνεται επίσης με τις ταραχές στα προάστια το φθινόπωρο του 2005, με αφορμή τον θάνατο δύο νεαρών (καταγωγής από την Τυνησία και το Μάλι), που έπαθαν ηλεκτροπληξία σε υποσταθμό της επιχείρησης ηλεκτρισμού, ενώ προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την αστυνομία στο Clichy-sous-Bois. Τότε, η εξέγερση εξαπλώθηκε σε πολλές πόλεις της Γαλλίας: πάνω από 10.000 αυτοκίνητα κάηκαν, δημόσια κτίρια καταστράφηκαν και η κυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο της Αλγερίας. Την επόμενη χρονιά, οι μαζικές κινητοποιήσεις μαθητών και φοιτητών κατέληξαν στην απόσυρση του νόμου περί «Συμβολαίου Πρώτης Απασχόλησης». Ακολούθησε το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων το 2018-2019, που ξεκίνησε κατά της αύξησης των φόρων καυσίμων και του κόστους διαβίωσης, με αποκεντρωμένο χαρακτήρα και ισχυρή παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στις αρχές του 2023, η απόφαση της κυβέρνησης να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, παρακάμπτοντας την Εθνοσυνέλευση με χρήση του άρθρου 49.3 του Συντάγματος, κινητοποίησε εξεγερτικά ένστικτα. Ακολούθησαν εβδομάδες μαζικών γενικών απεργιών, αποκλεισμών διυλιστηρίων και νυχτερινών συγκρούσεων με την αστυνομία στους δρόμους του Παρισιού. Τον Ιούνιο του 2023, ο θάνατος του 17χρονου Ναέλ Μ. από πυρά αστυνομικού κατά τη διάρκεια τροχονομικού ελέγχου στη Ναντέρ πυροδότησε ένα νέο, βίαιο κύμα ταραχών στα προάστια, με λεηλασίες καταστημάτων και εμπρησμούς δημαρχείων και αστυνομικών τμημάτων. Η αστυνομία προχώρησε σε χιλιάδες συλλήψεις — περίπου όπως στις φετινές ταραχές.

Οι «φετινές ταραχές» συνεχίζονται επί έναν μήνα, με επαναλαμβανόμενες καταλήψεις σχολείων, πράξεις βανδαλισμού σε δημόσια και ιδιωτική περιουσία (έχουν καταστραφεί χιλιάδες καταστήματα, αστικός εξοπλισμός, κτίρια, οχήματα), εκτεταμένες λεηλασίες και συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας. Οι ταραχοποιοί, οι casseurs, φαίνεται πως είναι κυρίως ανήλικοι μαθητές (μέσος όρος ηλικίας περίπου 16 ετών), με ή χωρίς ποινικό μητρώο, από διάφορα κοινωνικά στρώματα και γειτονιές, όχι συστηματικά από «cités» ή από οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα. Πολλοί πρόσκεινται στο Μαύρο Μπλοκ και σε ακροαριστερές ομάδες· εξάλλου, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, έχουν μεταβεί στη Γαλλία και αντιεξουσιαστές από γειτονικές χώρες.

17.10.2026, Παρίσι. Λεηλασία καταστήματος στο κέντρο της πόλης © Carl Court/Getty Images

Παρά τη βία που εκτυλίσσεται παντού στη Γαλλία (Παρίσι, Λυόν, Μασσαλία, Λιμόζ, Μπορντό), στο κίνημα συμμετέχουν εκατοντάδες χιλιάδες άτομα: 550.000 σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών, 800.000 σύμφωνα με τους διοργανωτές. Ακριβώς επειδή το πλήθος είναι μεγάλο, τα άτομα της ultra-gauche και των antifas-Μαύρου Μπλοκ, που φορούν μαύρα ρούχα, κουκούλες και μάσκες, εφαρμόζουν συγκεκριμένη στρατηγική διαδηλώσεων: λεηλασίες δημαρχείων, γκρέμισμα συμβολικών αγαλμάτων της Δημοκρατίας· καταστροφή McDonald’s από τα ίδια 16χρονα που είναι πελάτες της γνωστής αλυσίδας junk food. Στο πλήθος έχουν παρεισφρήσει και πολλοί επονομαζόμενοι «délinquants d’opportunité» (ευκαιριακοί παραβάτες), που συμπρωταγωνιστούν στις καταστροφές, στο πλιάτσικο και στους τραυματισμούς αστυνομικών και πυροσβεστών. Καθώς περνούν οι ημέρες, ο αριθμός τους αυξάνεται, με αποτέλεσμα να γίνεται όλο και δυσκολότερο να συλληφθούν όλοι και να τους ζητηθεί να πληρώσουν τις ζημιές. Εξάλλου, αν και οι υπηρεσίες ασφαλείας γνωρίζουν σε κάποιο βαθμό ονοματεπώνυμα, σε κάθε νέα κινητοποίηση εμφανίζονται άγνωστα νεαρά άτομα που ενεργούν για πρώτη φορά. Οι δυνάμεις ασφαλείας ποντάρουν στις αγοραπωλησίες των κλοπιμαίων στο διαδίκτυο για να εντοπίσουν τους πλιατσικολόγους.

Από την πλευρά του, ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, που ονειρεύεται αδιαλείπτως να επαναληφθούν οι πράξεις του Ροβεσπιέρου το 1793 ή η έφοδος των μπολσεβίκων στα Χειμερινά Ανάκτορα το 1917, ώστε να καταλάβει την εξουσία μέσω «βοής και μανίας», δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι τα «κινήματα» μπορούν κάλλιστα να στραφούν εναντίον του. Όμως, αν τελικά αναδειχθεί στην προεδρία, δεν θα αργήσει να διαπιστώσει ότι η αστική βία στρέφεται κατά της ζωής, κατά των ανθρώπινων αξιών, όχι κατά μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης. Οι περισσότεροι casseurs θεωρούν όλες τις κυβερνήσεις ίδιες, εφόσον εκπροσωπούν το «κράτος»· μερικοί δεν ξέρουν καν ποιος είναι ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, δεν έχουν συνείδηση Γάλλου πολίτη και κραδαίνουν αλγερινές και παλαιστινιακές σημαίες.

Πέρα από το υπέρογκο κόστος των ζημιών, το οποίο πρέπει να διεκδικήσει από τους casseurs, ο Εμανουέλ Μακρόν, διαβόητα διστακτικός σε θέματα ασφαλείας, θα μπορούσε, κατ’ εξαίρεση, να παίξει το χαρτί της εξουσίας και της σταθερότητας, να χρησιμοποιήσει γκωλική ρητορική και να επιτεθεί στο «χάος» που οδηγεί τη χώρα στην καταστροφή. Πράγμα που προσπάθησε να κάνει στο διάγγελμα της 18ης Οκτωβρίου. Όμως, είναι αργά. Εξάλλου, όπως πάντοτε, ζούμε σε παράλληλα σύμπαντα: για την αριστερά, η βία των διαδηλωτών είναι αποτέλεσμα, όχι αίτιο, του «δόγματος επιβολής του νόμου» εκ μέρους του αυταρχικού κράτους· οι «πιτσιρικάδες» έχουν τα δίκια τους. Πρόκειται για άκρως απλοϊκή και ξεπερασμένη αντίληψη: δεν υπάρχει «πολιτική» στη βία των διαδηλώσεων· η βία οφείλεται σε ένστικτα που απελευθερώνονται από το μίσος για τη Γαλλία κι από την προσωπική αποτυχία του καθενός, που αποδίδεται μέσω του αγελαίου πνεύματος στον καπιταλισμό, στην Ευρώπη, στην προεδρία, στο Κατεστημένο (που είναι αριστερό), στο Ισραήλ, στις ελίτ, στους «γέρους» κτλ. Την κατάσταση επιδεινώνει η υποβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου και η συμμετοχή στα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία επικυρώνουν την άγνοια, τον φανατισμό και την απαίτηση για άμεση ικανοποίηση όλων των ατομικών επιθυμιών.

Το θέαμα μοιάζει με παρακμιακό ρωμαϊκό ξεφάντωμα. Κατά την περίοδο της παρακμής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, επί Καλιγούλα και Νέρωνα, τα δημόσια θεάματα είχαν χάσει κάθε ίχνος καλλιτεχνικής ή θρησκευτικής αξίας και είχαν μετατραπεί σε ακραίες, αιματηρές επιδείξεις βίας, ωμότητας και σεξουαλικών διαστροφών. Αντί για κλασικό θέατρο, οι Ρωμαίοι οργάνωναν θεατρικές αναπαραστάσεις μύθων, όπου οι ηθοποιοί αντικαθίσταντο από εγκληματίες καταδικασμένους σε θάνατο ή από πολυβασανισμένους αιχμαλώτους πολέμου. Οι θάνατοι στη σκηνή ήταν αληθινοί: οι κατάδικοι δένονταν πάνω σε βράχους για να τους κατασπαράξουν άγρια θηρία ή εξαναγκάζονταν να φορέσουν χιτώνες διαποτισμένους με εύφλεκτα υλικά, που πυρπολούνταν μπροστά στα μάτια των θεατών. Μία από τις πιο δημοφιλείς διασκεδάσεις του ρωμαϊκού όχλου ήταν να ρίχνονται άοπλοι κατάδικοι, αιχμάλωτοι και αργότερα χριστιανοί στην αρένα μαζί με πεινασμένα λιοντάρια, τίγρεις, αρκούδες και λεοπαρδάλεις. Όσο προχωρούσε η παρακμή, τα θεάματα γίνονταν όλο και πιο γκροτέσκα: μονομαχίες τυφλών, μονομαχίες νάνων και γυναικών, αρματοδρομίες με αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των οπαδών διαφόρων ομάδων στις κερκίδες. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτυπώνουν την αναλογία με το σήμερα. Θα το ξαναπώ: τα social media πλήττουν το δημοκρατικό πολίτευμα, καθιστώντας κινηματικό οποιοδήποτε αίτημα και αναδεικνύοντας οποιαδήποτε εσφαλμένη γνώμη ή εντύπωση σε πραγματικότητα.

Η γαλλική κοινωνία ευημερεί αρκετά για να παρατείνει την ύπαρξή της, αλλά φτωχαίνει όλο και περισσότερο σε ιδέες. Κάτι που δεν αποκλείει ούτε τη βοή ούτε τη μανία: η παρακμή μπορεί να είναι εξαιρετικά ηχηρή, να τρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις και να δημιουργεί φαντασμαγορία, αντιγράφοντας, σαν κακέκτυπο, εξεγερτικές χειρονομίες του παρελθόντος. Συνέβη στην Ελλάδα το 2008, με αφορμή ένα επεισόδιο αστυνομικής βίας, συνέβη πολλές φορές στη Γαλλία με παρόμοιες ψευτοαφορμές: στην πραγματικότητα, η αστυνομία δεν έφταιγε σε τίποτα· απλώς, οι συμμετέχοντες σε ταραχές μισούν όλες τις μορφές εξουσίας. Η ιδέα ότι οι μπάτσοι είναι δολοφόνοι περνά από γενιά σε γενιά: οι γηραιότεροι θυμούνται τις μεθυστικές μέρες των δικών τους εξεγέρσεων και καλούν τους νέους να μιμηθούν το παρελθόν — το δικό τους παρελθόν. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ελαχιστοποιούν το κόστος της αναπαράστασης: δεν είναι πλέον απαραίτητο το τεράστιο πλήθος· μπορεί κανείς να δημιουργήσει την εντύπωση ότι κάποιος είναι «κάποιος», συσσωρεύοντας σκόρπιες εικόνες από έναν κάδο απορριμμάτων που φλέγεται, μια επίθεση κατά των αστυνομικών (Μπου!), μια απάντηση των αστυνομικών (Ντου!). Κάθε ακολουθία επιβεβαιώνει την προηγούμενη, η ροή των εικόνων εξάπτει τις μάζες που κατεβαίνουν στους δρόμους με την απαίτηση να καταργηθεί το φιλτράρισμα των υποψηφίων για τα ΑΕΙ και, ταυτοχρόνως, να μειωθούν οι ώρες των μαθημάτων που αγχώνουν τα παιδιά· να μπουν κλιματιστικά στα σχολεία και, ταυτοχρόνως, να προστατευτεί το περιβάλλον. Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα: το σύνθημα παραείναι παλιό για να το πάρει κανείς στα σοβαρά.

Η επανάληψη είναι θλιβερή· δείχνει τελμάτωση. Οι ταραχές παράγουν θύματα χωρίς να προσφέρουν λύσεις. Πράγματα έχουν σπάσει, άνθρωποι έχουν τρομοκρατηθεί και έχουν χάσει τις επιχειρήσεις τους· του χρόνου πάλι! Του χρόνου θα επαναληφθούν παρόμοιες πράξεις με ελαφρώς πιο εξελιγμένα κινητά τηλέφωνα, ενώ οι αριστεροί αναλυτές θα αναζητούν, με περισπούδαστο ύφος, τις βαθιές κοινωνικές αιτίες. Στο μεταξύ, ο ξεσηκωμός χωρίς έρμα θα έχει μεταδοθεί σε όλη την Ευρώπη, με τους ελαφρόμυαλους ηγετίσκους της νεολαίας να εύχονται και να προσδοκούν κοινωνική διάλυση.