Κοσμος

Ιταλία: Η RAI απομάκρυνε δημοσιογράφο και άναψε πολιτική φωτιά

Αντιδράσεις για την ελευθερία του Τύπου

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

RAI: Τέλος ο Σιγκφρίντο Ρανούτσι από το «Report» - Αντιδράσεις για την ελευθερία του Τύπου

Πολιτική θύελλα έχει προκαλέσει στην Ιταλία η απόφαση της κρατικής τηλεόρασης RAI να απομακρύνει τον βετεράνο δημοσιογράφο Σιγκφρίντο Ρανούτσι από την παρουσίαση του «Report», μιας από τις πιο γνωστές και επιδραστικές ερευνητικές εκπομπές της χώρας.

Η RAI ανακοίνωσε αργά το βράδυ της Παρασκευής ότι ο Ρανούτσι δεν θα συνεχίσει στο τιμόνι της εκπομπής, έπειτα από εννέα χρόνια παρουσίας.

Η απόφαση προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Ιταλία, τα οποία κάνουν λόγο για πλήγμα στην ελευθερία του Τύπου, ενώ στελέχη της κυβερνητικής πλειοψηφίας χαιρέτισαν την απομάκρυνσή του.

Ο ίδιος ο Ρανούτσι αντέδρασε δηλώνοντας ότι μπορεί να μην παρουσιάζει πλέον το «Report», αλλά θα συνεχίσει «τη σημαντικότερη μάχη της ζωής του», όπως είπε, για την ελευθερία του Τύπου.

Η υπόθεση που δίχασε την Ιταλία

Η υπόθεση Ρανούτσι βρίσκεται εδώ και εβδομάδες στο επίκεντρο της ιταλικής δημόσιας συζήτησης και η απομάκρυνσή του βρέθηκε το Σάββατο στα πρωτοσέλιδα των μεγαλύτερων εφημερίδων της χώρας.

Η αφετηρία της υπόθεσης ήταν μια βομβιστική επίθεση έξω από το σπίτι του τον Οκτώβριο του 2025. Τότε, πολιτικοί από όλο το φάσμα είχαν εκφράσει τη συμπαράστασή τους.

Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, το κόμμα της οποίας είχε βρεθεί αρκετές φορές στο μικροσκόπιο ερευνών του «Report», είχε καταδικάσει την επίθεση ως «σοβαρή πράξη εκφοβισμού», ενώ η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ότι θα ενισχυθεί η αστυνομική προστασία του δημοσιογράφου.

Η πολιτική στάση απέναντί του άλλαξε, ωστόσο, μετά τη σύλληψη του επιχειρηματία Βάλτερ Λαβίτολα, παλιού συνεργάτη και γνωστού του Ρανούτσι.

Σύμφωνα με τον δικηγόρο του, ο Λαβίτολα είπε στους εισαγγελείς ότι ο ίδιος είχε διατάξει την επίθεση.

Οι αρχές δεν έχουν εντοπίσει στοιχεία που να δείχνουν ότι ο Ρανούτσι γνώριζε εκ των προτέρων για τη βομβιστική ενέργεια.

Παρά ταύτα, μετά τη σύλληψη του Λαβίτολα εμφανίστηκε σειρά δημοσιευμάτων σε φιλοκυβερνητικά μέσα, τα οποία άφηναν αιχμές ότι η επίθεση ενδεχομένως συνδεόταν με σχέδιο ενίσχυσης της δημοτικότητας του δημοσιογράφου ενόψει πιθανής εισόδου του στην πολιτική.

«Στόχος ήταν να αποδυναμωθεί το Report»

Η ηγέτιδα του Δημοκρατικού Κόμματος, Έλι Σλάιν, ήταν μεταξύ εκείνων που κατήγγειλαν την απόφαση της RAI.

Όπως υποστήριξε, η αποδυνάμωση του «Report» αποτελούσε εδώ και καιρό στόχο της δεξιάς κυβέρνησης, ιδιαίτερα ενόψει των εκλογών που αναμένονται το 2027.

Η εκπομπή θεωρείται μία από τις ελάχιστες μεγάλες τηλεοπτικές πλατφόρμες ερευνητικής δημοσιογραφίας στην Ιταλία, σε ένα τηλεοπτικό τοπίο όπου μεγάλο μέρος της ιδιωτικής αγοράς έχει ιστορικά στενές σχέσεις με την κεντροδεξιά.

Σαλβίνι και Λα Ρούσα χαιρέτισαν την απόφαση

Από την άλλη πλευρά, στελέχη του κυβερνητικού στρατοπέδου δεν έκρυψαν την ικανοποίησή τους.

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και ηγέτης της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι χαρακτήρισε την απομάκρυνση «σωστή» και ζήτησε να δοθούν διευκρινίσεις για όσα έχουν προκύψει γύρω από τον Ρανούτσι.

Θετικά αντέδρασε και ο πρόεδρος της Γερουσίας Ινιάτσιο Λα Ρούσα, από τους Αδελφούς της Ιταλίας, ο οποίος είχε επανειλημμένα ασκήσει κριτική στη γραμμή της εκπομπής.

Τι λέει η RAI

Η RAI δεν συνέδεσε επισήμως την απόφαση με τις πρόσφατες διαμάχες γύρω από τον δημοσιογράφο. Στην ανακοίνωσή της υποστήριξε ότι θέλει να ενισχύσει την ερευνητική δημοσιογραφία και να δώσει περισσότερο χώρο σε νεότερα πρόσωπα.

Παράλληλα, πρότεινε στον Ρανούτσι να συνεχίσει στην κρατική τηλεόραση είτε σε άλλα ενημερωτικά προγράμματα είτε ως ανταποκριτής στο εξωτερικό.

Η απόφαση, πάντως, προκάλεσε αναταραχή και στο εσωτερικό της εκπομπής.

Οι δημοσιογράφοι του «Report» χαρακτήρισαν την απομάκρυνση «απαράδεκτη» και προειδοποίησαν ότι αρκετά μέλη της συντακτικής ομάδας ενδέχεται να αποχωρήσουν εάν η διοίκηση δεν αναθεωρήσει.

Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τη διαχρονική συζήτηση για την ανεξαρτησία της RAI, το διοικητικό συμβούλιο της οποίας ορίζεται από το κοινοβούλιο και την κυβέρνηση, με τους επικριτές του συστήματος να υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία μπορεί να ασκεί σημαντική επιρροή στην κατεύθυνση της κρατικής τηλεόρασης.