Κοσμος

21 Αυγούστου 1968: Aπό τα σοβιετικά τανκς στην Πράγα στον ρωσικό αναθεωρητισμό στην Ουκρανία

Η εισβολή του 1968 στην Τσεχοσλοβακία δεν ήταν μόνο η συντριβή της Άνοιξης της Πράγας

Γιάννης Χοχλακάκης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

21 Αυγούστου 1968: Από την Πράγα στην Ουκρανία: Το δόγμα της Μόσχας που δεν πέθανε ποτέ

Η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, τη νύχτα της 20ής προς την 21η Αυγούστου 1968, υπήρξε κάτι περισσότερο από τη στρατιωτική συντριβή της Άνοιξης της Πράγας. Αποκάλυψε μια σταθερή αρχή της σοβιετικής πολιτικής, η οποία επιβιώνει σήμερα στον πυρήνα του πουτινικού αναθεωρητισμού: οι χώρες γύρω από τη Μόσχα διαθέτουν κυριαρχία υπό όρους, ελευθερία υπό επιτήρηση και εθνική υπόσταση μέσα στα όρια που χαράζει το Κρεμλίνο.

Το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ επιχείρησε να συνδυάσει τον σοσιαλισμό με την ελευθερία του λόγου, τη χαλάρωση της λογοκρισίας και τον περιορισμό της κομματικής αυθαιρεσίας. Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποτελούσε υπαρξιακή απειλή για τη σοβιετική ηγεσία. Μια πιο ελεύθερη Τσεχοσλοβακία θα αποκάλυπτε ότι τα καθεστώτα του ανατολικού μπλοκ επιβίωναν χάρη στον καταναγκασμό, στον φόβο και στην παρουσία των σοβιετικών όπλων.

Τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας κατέλαβαν τη χώρα και εγκαινίασαν τη λεγόμενη «ομαλοποίηση»: λογοκρισία, διώξεις, πολιτικές εκκαθαρίσεις και αποκατάσταση της κομματικής πειθαρχίας. Η λέξη λειτούργησε ως ευφημισμός της υποταγής. Η κανονικότητα της Μόσχας σήμαινε κοινωνίες σιωπηλές, κυβερνήσεις πειθαρχημένες και λαούς αποκλεισμένους από τη διαμόρφωση του μέλλοντός τους.

Το «Δόγμα Μπρέζνιεφ» κωδικοποίησε αυτή την αρχή ως θεωρία της περιορισμένης κυριαρχίας. Κάθε χώρα της σοβιετικής περιφέρειας μπορούσε να επιλέγει, αρκεί να επέλεγε όσα ενέκρινε το Κρεμλίνο. Η ίδια λογική είχε πνίξει την ουγγρική εξέγερση του 1956 και οδήγησε αργότερα στην εισβολή στο Αφγανιστάν. Κάθε πολιτική χειραφέτηση αντιμετωπιζόταν ως γεωπολιτική αποστασία.

Η εισβολή στην Πράγα διέλυσε και την πολιτική αυταπάτη μιας ενιαίας ευρωπαϊκής Αριστεράς. Στην Ελλάδα αποκάλυψε το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στη φιλοσοβιετική ορθοδοξία, που αποδεχόταν τα τανκς ως θεμιτό εργαλείο «υπεράσπισης του σοσιαλισμού», και στην ανανεωτική Αριστερά, που έθετε τη δημοκρατία και την ελευθερία πάνω από την κομματική πίστη. Από εκείνη τη στιγμή, η στάση απέναντι στην Πράγα έπαψε να αποτελεί επιμέρους ιδεολογική διαφωνία· έγινε το πολιτικό και ηθικό σύνορο ανάμεσα σε όσους υπερασπίζονταν τα δικαιώματα των λαών και σε όσους νομιμοποιούσαν την καταστολή στο όνομα της ιδεολογίας.

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι αυτή η αντίληψη είχε ταφεί μαζί με τον σοβιετικό κομμουνισμό. Στην πραγματικότητα μεταλλάχθηκε. Ο μαρξισμός-λενινισμός αντικαταστάθηκε από τον ρωσικό εθνικισμό, την αυταρχική ορθοδοξία και τη νοσταλγία της μεγάλης δύναμης. Τα κόκκινα λάβαρα υποχώρησαν, αλλά η αξίωση της Μόσχας να αποφασίζει για τις γειτονικές χώρες παρέμεινε.

Η διαδρομή από τη Γεωργία του 2008 στην κατάληψη και παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και στη γενικευμένη εισβολή στην Ουκρανία το 2022 αποτυπώνει αυτή τη συνέχεια. Η περιορισμένη δυτική αντίδραση σε κάθε προηγούμενο στάδιο έπεισε τη ρωσική ηγεσία ότι η στρατιωτική ισχύς μπορούσε να δημιουργεί τετελεσμένα, ενώ ο χρόνος θα αναλάμβανε τη σταδιακή νομιμοποίησή τους.

Η Ουκρανία είχε παραδώσει το 1994 το πυρηνικό οπλοστάσιο που βρισκόταν στο έδαφός της, λαμβάνοντας με το Μνημόνιο της Βουδαπέστης δεσμεύσεις για τον σεβασμό της ανεξαρτησίας, των συνόρων και της εδαφικής της ακεραιότητας. Η Ρωσία μετέτρεψε αυτές τις δεσμεύσεις σε άδειο χαρτί. Το μήνυμα υπερβαίνει την Ουκρανία: όταν οι διεθνείς εγγυήσεις υποχωρούν μπροστά στα όπλα, κάθε μικρότερο κράτος αναζητεί ισχυρότερες συμμαχίες και αποτελεσματικότερη αποτροπή.

Το Κρεμλίνο παρουσιάζει τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ ως περικύκλωση της Ρωσίας. Η ιστορική πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι λαοί της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αναζήτησαν την ένταξή τους στη Δύση επειδή γνώριζαν από την Ουγγαρία και την Πράγα έως τη σοβιετική κατοχή των Βαλτικών χωρών τι σημαίνει η γεωπολιτική γειτνίαση με τη Μόσχα. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ υπήρξε ελεύθερη επιλογή ασφάλειας απέναντι σε ένα ιστορικά επιβεβαιωμένο τραύμα.

Στην Πράγα η σοβιετική ηγεσία επικαλέστηκε την υπεράσπιση του σοσιαλισμού. Στην Ουκρανία ο Πούτιν επικαλείται την ασφάλεια, την Ιστορία, τους ρωσόφωνους πληθυσμούς και την «αποναζιστικοποίηση». Πίσω από τα μεταβαλλόμενα προσχήματα βρίσκεται το ίδιο δόγμα επικυριαρχίας: η Ρωσία θεωρεί ότι διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας πάνω στις επιλογές των γειτονικών λαών.

Από την Πράγα του 1968 έως την Ουκρανία του σήμερα, η Ιστορία επιβεβαιώνει έναν σταθερό κανόνα: κάθε εισβολή που μένει χωρίς πραγματικό κόστος προετοιμάζει την επόμενη. Οι ίσες αποστάσεις ανάμεσα στον εισβολέα και στο θύμα χαρίζουν στον επιτιθέμενο την πολιτική νομιμοποίηση που αδυνατεί να αποκτήσει στο πεδίο. Η υπεράσπιση της Ουκρανίας αφορά, επομένως, ολόκληρη την Ευρώπη και την αρχή ότι τα σύνορα και το μέλλον των κρατών καθορίζονται από τους λαούς τους. Γιατί η «ειρήνη» που επιβραβεύει τον κατακτητή αποτελεί απλώς την ανάπαυλα πριν από τον επόμενο πόλεμο.