Κοσμος

Μερικές σκέψεις για την Κύπρο: Πόση πραγματικότητα αντέχουμε;

Η κατοχή, ο χρόνος που περνά και η πραγματικότητα του Κυπριακού που επιλέγουμε να δούμε

Βίβιαν Αβρααμίδου Πλούμπη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η μία και μοναδική αλήθεια δεν υπάρχει στο Κυπριακό: Η πραγματικότητα που δεν θέλουμε να κοιτάξουμε

«Δεν μπορούμε να αντέξουμε μεγάλη δόση πραγματικότητας», γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου σε πρόσφατο άρθρο της στην Athens Voice, μιλώντας για τις γνωστικές προκαταλήψεις, τις ιδεολογικές φούσκες και την τάση μας να κατασκευάζουμε μια «προσωπική αλήθεια». Η φράση κόλλησε στο μυαλό μου, γιατί απλά, αφορά σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό το Κυπριακό.

Δεν είναι πως δεν γνωρίζουμε την πραγματικότητα. Το αντίθετο. Γνωρίζουμε πολλά από τα γεγονότα που τη συνθέτουν. Μόνο που έχουμε μάθει να επιλέγουμε εκείνα που χωρούν στην εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει και να αφήνουμε έξω όσα τη δυσκολεύουν.

Η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο το 1974 και εξακολουθεί να κατέχει περίπου το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό είναι πραγματικότητα. Η Τουρκία διατηρεί στρατεύματα στο νησί. Κι αυτό είναι πραγματικότητα. Η κατοχή παραβιάζει δικαιώματα, οι πρόσφυγες παραμένουν μακριά από τις περιουσίες τους και η Άγκυρα ασκεί καθοριστική επιρροή στα κατεχόμενα.

Όλα αληθινά. Αλλά δεν είναι όλη η πραγματικότητα.

Πραγματικότητα είναι επίσης ότι έχουν περάσει πενήντα δύο χρόνια. Ότι στο βόρειο τμήμα του νησιού δεν πάγωσε ο χρόνος το καλοκαίρι του 1974. Άνθρωποι γεννήθηκαν, πέθαναν, δημιούργησαν οικογένειες και έχτισαν ζωές. Περιουσίες άλλαξαν χρήση, πόλεις μεταμορφώθηκαν, οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα δημιουργήθηκαν. Η δημογραφία άλλαξε. Και όσο περνούν τα χρόνια, όλα αυτά γίνονται δυσκολότερο να ανατραπούν. Αυτή είναι η πραγματικότητα που δυσκολευόμαστε περισσότερο να κοιτάξουμε. Η πρώτη πραγματικότητα μας επιτρέπει να ξέρουμε ποιος αδίκησε ποιον. Η δεύτερη μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε τι μπορούμε να κάνουμε τώρα. Και το «τώρα» είναι πολύ λιγότερο βολικό από το «τότε».

Λέμε, για παράδειγμα, ότι δεν μπορούμε να δεχθούμε μια επικίνδυνη λύση. Και σωστά. Καμία κοινωνία δεν οφείλει να δεχθεί μια λύση που δεν μπορεί να λειτουργήσει ή που δεν εξασφαλίζει το μέλλον της. Αλλά συνήθως η σκέψη μας σταματά εκεί. Σπάνια θέτουμε με την ίδια επιμονή το επόμενο ερώτημα: πόσο επικίνδυνη είναι η μη λύση;

Λέμε ότι δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε την Τουρκία. Υπάρχουν πολλοί και σοβαροί λόγοι για αυτή τη δυσπιστία. Αλλά από τη διαπίστωση αυτή περνάμε αυτόματα σε ένα συμπέρασμα: αφού δεν την εμπιστευόμαστε, τότε δεν υπάρχει λόγος να διαπραγματευόμαστε. Μόνο που οι διαπραγματεύσεις δεν γίνονται μεταξύ ανθρώπων και κρατών που εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Αν υπήρχε εμπιστοσύνη, πολλά από τα προβλήματα για τα οποία διαπραγματευόμαστε δεν θα υπήρχαν.

Λέμε ακόμη: «Γιατί να γίνουμε εταίροι στο κράτος μας;» Ή: «Γιατί το 18% να είναι ίσο με το 82%;» Και πίσω από αυτά τα ερωτήματα υπάρχουν πραγματικοί φόβοι. Υπάρχει όμως και μια πραγματικότητα που συχνά αφήνουμε έξω από το κάδρο: η Κυπριακή Δημοκρατία δεν δημιουργήθηκε το 1960 ως κράτος αποκλειστικά της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Και η πολιτική ισότητα που συζητείται εδώ και δεκαετίες δεν σημαίνει αριθμητική εξίσωση δύο πληθυσμών.

Μπορούμε να διαφωνήσουμε με όλα αυτά. Δεν μπορούμε όμως να τα εξαφανίσουμε. Αυτό ακριβώς κάνουν οι γνωστικές μας προκαταλήψεις. Δεν χρειάζεται να μας οδηγήσουν στο ψέμα. Αρκεί να μας επιτρέψουν να διαλέγουμε τις αλήθειες που μας βολεύουν.

Και στην Κύπρο υπάρχει κάτι ακόμη βαθύτερο. Δεν έχουμε μόνο προσωπικές αλήθειες. Έχουμε συλλογικές αλήθειες. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μεγαλώσαμε επί δεκαετίες με διαφορετικές αφηγήσεις για τον ίδιο τόπο. Η κάθε κοινότητα θυμάται πολύ καθαρά τις στιγμές κατά τις οποίες υπήρξε θύμα. Πολύ λιγότερο καθαρά θυμάται τις στιγμές κατά τις οποίες θύμα υπήρξε ο άλλος.

Δεν χρειάζεται καν να πλαστογραφήσεις την Ιστορία για να δημιουργήσεις έναν μύθο. Μπορείς απλώς να αφαιρέσεις από αυτήν ό,τι δεν ταιριάζει στην αφήγησή σου. Και ύστερα ήρθαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μας πρόσφεραν κάτι ακόμη πιο βολικό: τη δυνατότητα να συναναστρεφόμαστε σχεδόν αποκλειστικά ανθρώπους που βλέπουν την πραγματικότητα όπως εμείς. Ακούμε τις ίδιες απόψεις, μοιραζόμαστε τα ίδια επιχειρήματα, εξοργιζόμαστε με τα ίδια πράγματα. Και κάθε επανάληψη μας κάνει λίγο πιο βέβαιους ότι δεν έχουμε απλώς μια άποψη· έχουμε τη μία και μοναδική αλήθεια.

Το δυσκολότερο πρόβλημα του Κυπριακού δεν είναι μόνο να συμφωνήσουμε για τη μορφή της λύσης, τις εγγυήσεις, την πολιτική ισότητα, τις περιουσίες ή το εδαφικό. Προηγείται κάτι άλλο: Να μπορέσουμε να κοιτάξουμε ολόκληρη την πραγματικότητα· ακόμη κι εκεί όπου μας ενοχλεί, μας φοβίζει ή ανατρέπει όσα θεωρούσαμε αυτονόητα.

Η πραγματικότητα έχει ένα δυσάρεστο χαρακτηριστικό: δεν παύει να υπάρχει όταν επιλέγουμε να μην την κοιτάζουμε. Και στο Κυπριακό υπάρχει ένα ακόμη πιο δυσάρεστο: Όσο δεν την κοιτάζουμε, εκείνη συνεχίζει να αλλάζει.