Κοσμος

Ο συλλογικός ναρκισσισμός των ελίτ και η άνοδος του τραμπισμού

Παλιό χρήμα, νέο χρήμα, ο Ντόναλντ Τραμπ και οι μορφές της παθολογίας του ναρκισσισμού

Σώτη Τριανταφύλλου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο ναρκισσισμός και η γέννηση του τραμπισμού: Από τις αμερικανικές ελίτ μέχρι τον Ντόναλντ Τραμπ και τους οπαδούς του

Η παθολογία των αμερικανικών ελίτ που ευνόησε την άνοδο του τραμπισμού είναι μια δέσμη φαινομένων που παρατηρούμε σε πολλές ομάδες που αισθάνονται ανώτερες από άλλες. Αν αυτό που χαρακτηρίζουμε «λαϊκισμό» εκλαμβάνει τον λαό ως οντότητα με περισσή σοφία και δίκιο σε όλα, η ελιτιστική στάση τον περιφρονεί —είτε απροκάλυπτα είτε ανομολόγητα.

Η βάση του ελιτισμού είναι ο συλλογικός ναρκισσισμός· η τάση να υπερβάλλει τη θετική εικόνα και τη σπουδαιότητα μιας ομάδας στην οποία νιώθει πως ανήκει κάποιος: συνήθως τα μέλη των ελίτ νιώθουν ότι ξέρουν περισσότερα από τον υπόλοιπο κόσμο κι ότι έχουν περισσότερη αξία από τους κοινούς θνητούς. Μπροστά στις αμόρφωτες μάζες, συσπειρώνονται σε ομάδα, τα μέλη της οποίας αναπτύσσουν αισθήματα ανωτερότητας και αυτοθαυμασμού. Ο ελιτισμός είναι απόρροια αυτής της ψυχικής διαταραχής: πρόκειται για την αντίληψη ότι τα άτομα που σχηματίζουν μια επίλεκτη ομάδα με επιθυμητές ιδιότητες όπως ευφυΐα, πλούτο, ισχύ, φυσική ελκυστικότητα, «ευγενική» καταγωγή είναι εξόχως χρήσιμα για την κοινωνία και ασκούν επαξίως επιρροή ή εξουσία.

Στον αντίποδα, αναπτύσσονται πεποιθήσεις απαξίωσης και εχθρότητας εναντίον των ελίτ, οι οποίες εκλαμβάνονται ως ναρκισσιστικές: στην Ευρώπη η εχθρότητα κατευθύνεται εναντίον των πλουσίων, ιδιαίτερα εκείνων που συνθέτουν την αριστερά «χαβιάρι-λιμουζίνα», στις ΗΠΑ εναντίον των διανοουμένων του Κατεστημένου.

Η ομάδα «ελίτ» μπορεί να οριστεί από την ιδεολογία, από τη φυλή, από τη θρησκεία, από τη σεξουαλική ταυτότητα, την κοινωνική τάξη, τη γλώσσα, την εθνικότητα, το εργασιακό καθεστώς, το επίπεδο εκπαίδευσης ή τις πολιτιστικές αξίες. Ενώ ο κλασικός ορισμός του ναρκισσισμού εστιάζει στο άτομο, ο συλλογικός ναρκισσισμός, για τον οποίο κατηγορείται η ελίτ, επεκτείνει την έννοια σε «μεγάλη ιδέα» για την κοινωνική ομάδα. Συχνά, σχετίζεται με τον εθνοκεντρισμό· με την πεποίθηση ότι η εθνοτική ομάδα (παρά τις αναπόφευκτες ταξικές, φυλετικές και πολιτιστικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της) υπερέχει ή είναι «μοναδική»: πολλές χώρες —οι ΗΠΑ, η Ελλάδα, η Κίνα, η Ρωσία, η Βόρεια Κορέα, η Τουρκία— θεωρούν ότι όχι μόνο ότι υπερέχουν όλων των άλλων, αλλά και ότι διαθέτουν «εξαιρετικά» γνωρίσματα.

Ο συλλογικός ναρκισσισμός είναι, παραλλήλως, στάση άμυνας και αγωνίας για τη διατήρηση των φανταστικών ή αντιληπτών πρωτείων

Οπωσδήποτε, ο συλλογικός ναρκισσισμός είναι, παραλλήλως, στάση άμυνας και αγωνίας για τη διατήρηση αυτών των φανταστικών ή αντιληπτών πρωτείων: ο εθνικισμός, ο τοπικισμός, όπως και η αυταρέσκεια σε επίπεδο μικρο-ομάδας και ατόμου —«εμείς οι απόφοιτοι του Χάρβαρντ» «εμείς οι αρσακειάδες», «εμείς οι πολυεκατομμυριούχοι» κτλ.— οδηγούν συχνά σε μεροληψία έναντι άλλων ομάδων και ατόμων, καθώς και σε παράπονα ότι η αξία τους δεν αναγνωρίζεται επαρκώς. Στην πραγματικότητα, αυτές οι ομάδες ζητούν ειδική μεταχείριση: μερικές, όπως οι οικονομικές ελίτ, εκδηλώνουν τον ναρκισσισμό τους με υπεροψία και πομπώδες στιλ· άλλες, όπως οι «ωραίοι» και οι «ωραίες», είναι πιο ανασφαλείς, εφόσον η ομορφιά περνάει ενώ η ασχήμια μένει.

Υπάρχει ένα ακόμα είδος συλλογικού ναρκισσισμού, που εμφανίζεται με συνδυασμό ταυτότητας θύματος και αισθήματος ανωτερότητας: π.χ. οι φανατικοί σιωνιστές και γενικά οι ομάδες με πολύ αυστηρά καθορισμένη ταυτότητα —ισλαμιστές, φεμινίστριες της ηττοπαθούς και εξοργισμένης ποικιλίας— νιώθουν μόνιμη απειλή από τους «έξω»· συχνά, αυτή η απειλή διαστέλλεται υπερβολικά ή είναι εντελώς φαντασιωτική.

Γενικά, ο συλλογικός ναρκισσισμός εκδηλώνεται εντονότερα όταν συνυπάρχουν αγωνιστικές ταυτότητες· ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι ορίζονται από μία και μοναδική ταυτότητα («προπάντων είμαι γυναίκα» «προπάντων είμαι γκέι», «προπάντων είμαι Έλληνας», «προπάντων είμαι χριστιανός»), είναι επιρρεπείς στην εχθροπάθεια έναντι όσων δεν μοιράζονται αυτή την ταυτότητα. Νομίζω ότι μπορούμε να μιλήσουμε για ναρκισσισμό ακόμα και για ομάδες που τείνουν να υποτιμούν συστηματικά τον εαυτό τους ή να πιστεύουν ότι ζουν στις χειρότερες δυνατές συνθήκες: οι Έλληνες που πιστεύουν ότι ζουν στην ωραιότερη χώρα του κόσμου πάσχουν από την ίδια παθολογία με τους Έλληνες που πιστεύουν ότι ζουν στην κόλαση.

Ανάμεσα στις πιο χαρακτηριστικές μορφές συλλογικού ναρκισσισμού, εκτός από εκείνη των ελίτ και του έθνους («Είμαι υπερήφανος που είμαι Έλληνας», «Η Ελλάδα είναι το καλύτερο οικόπεδο») είναι η οπαδική («η ομαδάρα μου»), η θρησκευτική (Ισλάμ, φονταμενταλιστές όλων των θρησκειών), η ιδεολογική (η αριστερή ιδεολογία φρονεί ότι είναι ανώτερη, πιο ανθρωπιστική, πιο «επιστημονική» από τις άλλες), καθώς κι εκείνη μερικών επαγγελματικών κλάδων (π.χ. οι γιατροί και οι πολιτικοί έχουν συνήθως αίσθημα υψηλότερου κύρους από άλλους).

Γενικά μιλώντας, ο συλλογικός ναρκισσισμός περιλαμβάνει συνωμοτική σκέψη για κακόβουλες ενέργειες εξωομάδων, είτε εξαιτίας της άγνοιας, είτε εξαιτίας του φθόνου. Τα μέλη της ομάδας (έθνους, πολιτισμού, ποδοσφαιρικής ομάδας, κοινωνικής και οικονομικής τάξης) εξιδανικεύουν την ομάδα τους και εύχονται οι άλλοι να αναγνωρίσουν την εξουσία της: π.χ. η Τουρκία θέλει να αναγνωριστεί ως μέλος της ΕΕ και στη συνέχεια ως ηγέτιδα του μουσουλμανικού κόσμου· οι ΗΠΑ πιστεύουν ότι είναι το σπουδαιότερο έθνος του πλανήτη και φοβούνται μήπως χάσουν αυτό το, εν μέρει, φαντασιωτικό στάτους. Όσο για τις ελίτ, αν και θεωρητικά αποτελούν το διαλεκτικό αντίθετο των λαϊκιστών, πλησιάζουν τον απλό λαό με ύφος ανωτερότητας και διάθεση πατροναρίσματος.

Το φιλοσοφικό, ας πούμε, πρόβλημα είναι ότι δεν δικαιούται κανείς να είναι «υπερήφανος» για πράγματα που δεν έχει επιτύχει ο ίδιος — αν και, ακόμη και γι’ αυτά, χρειάζεται μέτρο. Το να νιώθουμε έγνοια για τη χώρα μας, για την πόλη μας ή για την αθλητική μας ομάδα διαφέρει από το να θεωρούμε ότι όλα αυτά είναι «εξαιρετικά», ιδιαίτερα επειδή τυχαίνει να αποτελούμε μέλος τους εμείς οι ίδιοι.

Δεν δικαιούται κανείς να είναι «υπερήφανος» για πράγματα που δεν έχει επιτύχει ο ίδιος — αν και, ακόμη και γι’ αυτά, χρειάζεται μέτρο

Ο ατομικός ναρκισσισμός συνθέτει τον συλλογικό ακόμη και σε λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής: υπάρχει, για παράδειγμα, συλλογικός ναρκισσισμός μαζί με αίσθημα του ανήκειν σε ανθρώπους που ζουν σε ακριβή περιοχή ή είναι μέλη μιας exclusive λέσχης. Ο νεοπλουτισμός συνδέεται με μια σειρά τέτοιες εκδηλώσεις· και εφόσον ανέφερα στην αρχή τις αμερικανικές ελίτ, προσθέτω ότι η πλειονότητα των μελών τους, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το οικονομικό στάτους, είναι νεόπλουτες —εξού η ναρκισσιστική συμπεριφορά, η δύστροπη στάση «entitled» («Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;!») που συνδυάζεται με ακαταδεξία και αίσθημα απόστασης από την πλέμπα (σύνδρομο «φιλντισένιου πύργου ivory tower»).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σχέση πολιτικού ηγέτη και οπαδού, η οποία περιλαμβάνει δύο κατηγορίες ναρκισσιστών: τον ναρκισσιστή που αυτοθαυμάζεται στον καθρέφτη και τον ναρκισσιστή τον πεινασμένο για ιδανικά: η αυτοθαυμαζόμενη προσωπικότητα αναζητεί συνεχή ροή θαυμασμού και σεβασμού από οπαδούς, ενώ από την πλευρά τους οι οπαδοί ανακουφίζονται από το χάρισμα και την αυτοπεποίθηση του ηγέτη. Η σχέση είναι συμβιωτική: οι οπαδοί παρέχουν το συνεχές χειροκρότημα που χρειάζεται ο «χαρισματικός» ηγέτης (Φιντέλ Κάστρο, Ανδρέας Παπανδρέου, Ντόναλντ Τραμπ), ενώ το χάρισμα του ηγέτη παρέχει στους οπαδούς αίσθημα ασφάλειας και σκοπού. Στην πραγματικότητα, τόσο ο ηγέτης όσο και οι οπαδοί εκδηλώνουν έντονα συλλογικά ναρκισσιστικά συναισθήματα, καθώς αμφότερα τα μέρη αναζητούν περισσότερες δικαιολογίες για να αγαπήσουν με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο την ομάδα τους.

Το παράδειγμα αυτού του φαινομένου που ακούγεται συχνότερα είναι εκείνο της ναζιστικής Γερμανίας. Το σκοτεινό χάρισμα και οι εμφατικές, «ξεσηκωτικές» ομιλίες του Χίτλερ ικανοποιούσαν τη λαχτάρα των Γερμανών για έναν ισχυρό ηγήτορα που τους κολάκευε στο έπακρο. Αλλά, πιθανότατα, οι γερμανικές μάζες δεν θα έφταναν στην κατάσταση της πλήρους ύπνωσης έναντι του Χίτλερ αν οι ναρκισσευόμενες ελίτ δεν διέδιδαν παρόμοια προπαγάνδα περί της φυλετικής ανωτερότητας και της ανάγκης για φυλετική κάθαρση.

Παρά τις διαφορές του χθες από το σήμερα, ο συλλογικός ναρκισσισμός συνεχίζει να ενθαρρύνει τη δια-ομαδική επιθετικότητα, εκδικητικότητα και προκατάληψη: οι ναρκισσιστικές ομάδες είναι πολύ ευαίσθητες στην αντιληπτή ή πραγματική κριτική των «άλλων». Χαρακτηριστικοί είναι οι ορισμοί «αντιαμερικανισμός», «αντισημιτισμός», «ισλαμοφοβία» κτλ., οι οποίοι μπορούν να περιγράψουν κριτική, απόρριψη ή αδιαφορία έναντι μιας ομάδας: οι ναρκισσιστικές ομάδες —οι «Αμερικανοί», οι «Εβραίοι», οι «μουσουλμάνοι»— δεν αποδέχονται την αποδοκιμασία ή την απουσία ενδιαφέροντος γι’ αυτές και συχνά την ονομάζουν «φοβία»· όποιος δεν αναγνωρίζει το υποτιθέμενο μεγαλείο τους θεωρείται «φοβικός».

Η αμερικανική κατάσταση δημιουργεί κάποια σύγχυση. Ανέκαθεν οι πρόεδροι και οι υποψήφιοι πρόεδροι ήσαν εύπορα άτομα· πολλοί εξ αυτών ήσαν πολυεκατομμυριούχοι. Αλλά το χρήμα δεν καθιστά κανέναν μέλος της ελίτ: οι Κέννεντυ ήσαν μέλη της ελίτ —Old money, μόρφωση— αλλά ο Zάκαρι Τέιλορ, ο Λίνκολν, ο Tρούμαν δεν προέρχονταν από πλούσιες οικογένειες και δεν είχαν υψηλή μόρφωση. Όσο για τον Ντόναλντ Τραμπ, προέρχεται από οικογένεια που πλούτισε «στην πιάτσα» (New money) και η μόρφωσή του, παρά το πτυχίο με μέτριο βαθμό από το κολέγιο Wharton, είναι τέτοια ώστε τον αφήνει έξω από τις αμερικανικές ελίτ. Αν και ο Χένρυ Τζέιμς δημιούργησε άξεστους Αμερικανούς New Money (Φιλισταίους όπως ο Jim Pocock στους «Πρεσβευτές»), ο Ντόναλντ, με την πολύ χαμηλή ευφυΐα και την παντελή έλλειψη κοινωνικών τρόπων, ενσαρκώνει τη διαφορά των ελίτ από τον κόσμο του χρήματος: η παρουσία του έχει ξεπεράσει τη λογοτεχνική φαντασία και έχει οδηγήσει στα άκρα τη σύγκρουση μεταξύ ναρκισσιστικής διανοητικής ελίτ και ναρκισσιστικού πλούτου.