- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ο Τραμπ στην παγίδα της αμερικανικής ισχύος
Πώς ο τρόπος που αντιλαμβάνεται την επιρροή των ΗΠΑ στον κόσμο ο Αμερικανός Πρόεδρος διαφέρει δραματικά από εκείνον των προκατόχων του
Ο Τραμπ επενδύει στη σκληρή ισχύ, υπονομεύοντας τις συμμαχίες, τη διπλωματία και την παγκόσμια επιρροή των ΗΠΑ.
Από το 2015 – όταν και εκδήλωσε για πρώτη φορά την πρόθεσή του να επιδιώξει το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων για τις προεδρικές εκλογές του 2016 – ο Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε απολύτως προφανή την επιδίωξή του να υιοθετήσει μια πλήρως αντίθετη φιλοσοφία σε ό,τι αφορά την άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αψηφώντας τις μεταπολεμικές της σταθερές. Δέκα χρόνια αργότερα – και ενάμιση χρόνο μέσα στην απείρως περισσότερο ταραχώδη δεύτερη θητεία του – ο Τραμπ έχει αποδείξει πως ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο δεν είναι απλώς διαμετρικά αντίθετος με εκείνον των δύο δημοκρατικών του προκατόχων, Μπαράκ Ομπάμα και Τζο Μπάιντεν, αλλά και με την αντίληψη των συστημικών ρεπουμπλικάνων του 20ου και του 21ου αιώνα, τους οποίους έχει καταφέρει να θέσει στο περιθώριο.
Λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της αμερικανικής εκτελεστικής εξουσίας, ο εκάστοτε Πρόεδρος στην ουσία προσωποποιεί την εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον· ο Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο, πρωτίστως τη διαφοροποιεί, πιθανώς και ανεπανόρθωτα, ακριβώς λόγω της μακρόχρονης κυριαρχίας του στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Στον πυρήνα του συγκεκριμένου φαινομένου βρίσκεται η διαφορετική αντίληψη που ο ίδιος έχει για την αμερικανική ισχύ, και τον τρόπο που αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί ως προς την εξυπηρέτηση τόσο των αμερικανικών συμφερόντων. Η πρώιμη αντίληψη του Τραμπ για τη λειτουργία της αμερικανικής ισχύος ως μοχλού πίεσης και εξαναγκασμού βρίσκεται στον πυρήνα της κοσμοθεωρίας του, σε μια προσέγγιση η οποία φαίνεται όλο και περισσότερο να μην του βγαίνει· από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ, μέχρι τη Γροιλανδία, και πάλι πίσω από την άλλη.
Η ακλόνητη πίστη του Τραμπ στην αμερικανική σκληρή ισχύ
Η σκληρή ισχύς (hard power) αποτελεί έναν θεμελιώδη διεθνολογικό όρο, ο οποίος επί της ουσίας αφορά τον βαθμό στον οποίο ένα κράτος διατηρεί τη δυνατότητα να επηρεάζει – ή και να εξαναγκάζει σε μια σειρά επιλογών – ένα δεύτερο κράτος, ή μια ομάδα κρατών, μέσω της αξιοποίησης μετρήσιμων μέσων όπως το στρατιωτικό και το οικονομικό του αποτύπωμα. Αδιαμφισβήτητα – και παρότι ο μονοπολικός μεταψυχροπολεμικός χρόνος των 90s διήρκεσε μόλις μια δεκαετία, βαριά – οι ΗΠΑ εξακολουθούν να απολαμβάνουν ένα δυσθεώρητο προβάδισμα σκληρής ισχύος έναντι τόσο της Κίνας ως την έτερη υπερδύναμη του διεθνούς συστήματος, όσο όμως και των υπόλοιπων μεγάλων δυνάμεων διεθνώς. Στην πράξη, αυτό σημαίνει πως α) η απειλή μιας αμερικανικής στρατιωτικής κινητοποίησης και β) η επιβολή αμερικανικών οικονομικών κυρώσεων εξακολουθούν να μην έχουν ταίρι σε επίπεδο άσκησης επιρροής και εξαναγκασμού διεθνώς, καθώς κανένας άλλος παίκτης δεν έχει τόση στρατιωτική και οικονομική ισχύ στη διάθεσή του, ώστε να την αξιοποιήσει με αυτόν τον τρόπο. Η σκληρή ισχύς των ΗΠΑ ανέκαθεν βρισκόταν στον πυρήνα του αμερικανικού εξαιρετισμού, όπως όμως αποτελεί και από το 2015 ένα συστημικό στοιχείο του κινήματος MAGA· η φράση Make America Great Again, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί το δόγμα τόσο του Τραμπ, όσο και των ανά τον κόσμο οπαδών του, στην ουσία εστιάζει ακριβώς εκεί: στη μεγιστοποίηση – και την αξιοποίηση – της αμερικανικής σκληρής ισχύος.
Τα πεπραγμένα του Τραμπ δεν αφήνουν ουσιαστικά περιθώρια αμφισβήτησης της συγκεκριμένης θέσης. Μόνο στο πλαίσιο της δεύτερης θητείας του – όπου ο ίδιος έχει εστιάσει σημαντικά περισσότερο σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής – ο Τραμπ έχει αξιοποιήσει τόσο την στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ, όσο όμως και τη δυσανάλογη επιρροή της Ουάσιγκτον εντός της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, ώστε να εξαναγκάσει την εκάστοτε αντίθετη πλευρά να προσεγγίσει τις αμερικανικές θέσεις. Η διακήρυξη της αμερικανικής οικονομικής ανεξαρτησίας, η επιβολή μιας σειράς μέχρι πρότινος αδιανόητων δασμολογικών επιβαρύνσεων – ιδιαίτερα απέναντι στους ιστορικούς και στρατηγικούς εταίρους των ΗΠΑ – και η διαρκής απειλή διεύρυνσής τους, η αξιοποίηση των κυρώσεων απέναντι σε παίκτες – κρατικούς και μη – των οποίων οι πρωτοβουλίες αντιβαίνουν στις προτεραιότητες και τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον, και η προσέγγιση των σινοαμερικανικών οικονομικών και εμπορικών σχέσεων υπό ένα πρίσμα μηδενικού αθροίσματος αποτελούν πλέον στάνταρ κινήσεις το playbook της αμερικανικής εκτελεστικής εξουσίας. Αντίστοιχα, ο Πόλεμος στο Ιράν, η υποστήριξη στις διευρυμένες χερσαίες στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στα παλαιστινιακά εδάφη και τον Λίβανο, η βίαιη απομάκρυνση του Βενεζολάνου δικτάτορα, Νικολάς Μαδούρο, από το Καράκας, αλλά και η ανανεωμένη απειλή διεκδίκησης της Γροιλανδίας από το Βασίλειο της Δανίας – παρά το εξωφρενικό της – αποτελούν στοιχεία της ακλόνητης πίστης του Τραμπ στην ικανότητα των ΗΠΑ να επιτύχουν μια σειρά στόχων δια της βίας.
Η σκληρή ισχύς των ΗΠΑ όντως επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να την αξιοποιεί ώστε να πετυχαίνει στόχους που εξυπηρετούνται με αυτόν τον τρόπο· τα σχετικά παραδείγματα είναι αμέτρητα. Στην περίπτωση του Τραμπ, το οικονομικό σκέλος της αμερικανικής σκληρής ισχύος έχει σε μεγάλο βαθμό λειτουργήσει, καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει καταφέρει να εξαναγκάσει εταίρους και αντιπάλους να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα που ο ίδιος επιθυμεί διακαώς να δομήσει στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία· μπορεί η επιβολή δασμών απέναντι στην ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά, ο ανταγωνισμός έναντι της Κίνας σε επίπεδο σπάνιων γαιών, και η προσπάθεια μεγιστοποίησης του αμερικανικού ενεργειακού αποτυπώματος να δημιουργούν ένα σωρό προβλήματα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ωστόσο γεγονός είναι πως οι υπόλοιποι παίκτες του διεθνούς συστήματος έχουν λίγο-πολύ αναγκαστεί να προσαρμοστούν στη νεοαπομονωτική στροφή που έχει κάνει ο Τραμπ, αλλά και στη συναλλακτική προσέγγιση με την οποία λειτουργεί. Αντιθέτως, το στρατιωτικό σκέλος έχει αποτύχει πλήρως ως τώρα, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή – τόσο σε ό,τι αφορά την ανοικοδόμηση της Λωρίδας της Γάζας και τον κατευνασμό των διμερών σχέσεων μεταξύ του Λιβάνου και του Ισραήλ, όσο όμως κυρίως στο πλαίσιο του εντελώς αχρείαστου πολέμου στο Ιράν – σε καμία περίπτωση δεν έχουν δικαιώσει τον Αμερικανό Πρόεδρο, ενώ οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα δε δείχνουν ιδιαίτερα ενθαρρυντικές· ούτε πρόκειται, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου.
Η αμερικανική έξυπνη ισχύς που ξεθωριάζει
Πολλά μπορεί κανείς να πει για τον Τραμπ, ωστόσο ως τύπος έχει αποδείξει πως παραμένει συνεπής σε κάποιες ιδέες – ή και εμμονές – που χαρακτηρίζουν την προσωπικότητά του, με την έμφαση στη μεγιστοποίηση και την αξιοποίηση της αμερικανικής ισχύος να αποτελεί μακράν μια από αυτές. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι πως με αυτόν τον τρόπο ο Αμερικανός Πρόεδρος ξηλώνει – όλο και με ταχύτερο ρυθμό – τη σαφώς περισσότερο φιλοσοφημένη, αλλά και στην πράξη πιο πετυχημένη σε βάθος χρόνου, προσέγγιση των προκατόχων του, δημοκρατικών και ρεπουμπλικάνων. Όπως σημειώνει στο σχετικό του βιβλίο, Το μέλλον της Ισχύος (The Future of Power) ο επιδραστικότερος μελετητής της ισχύος ως έννοια, Τζόσεφ Νάι, από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά – και ιδιαίτερα μετά την πτώση της ΕΣΣΔ – οι αμερικανικές κυβερνήσεις που πέρασαν ανά τα χρόνια ουσιαστικά επένδυσαν σε ένα υβριδικό μοντέλο «έξυπνης ισχύος». Σύμφωνα με τον Νάι, η έξυπνη ισχύς ουσιαστικά αποτελεί την υβριδική συνύπαρξη της αμερικανικής σκληρής ισχύος, με την εξίσου μοναδική της ήπια ισχύ, ήτοι την ικανότητα της Ουάσιγκτον να επηρεάζει τους τρίτους γεωπολιτικούς παίκτες εντός του διεθνούς συστήματος μέσω της άσκησης πειθούς, αλλά και της έλξης που δημιουργούν οι ΗΠΑ σε εχθρούς και φίλους ανεξαιρέτως, λόγω των ξεχωριστών της γνωρισμάτων· οι αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας, εξάλλου, βρίσκονται και εκείνες στον πυρήνα του αμερικανικού εξαιρετισμού, πολύ νωρίτερα προτού οι ΗΠΑ αποκτήσουν το πρώτο τους αεροπλανοφόρο, με την Ουάσιγκτον να τις έχει υπηρετήσει στην πράξη ιδιαίτερα από το 1945 και μετά.
Η σχεδόν μονοδιάστατη έμφαση του Τραμπ στη σκληρή ισχύ των ΗΠΑ διαβρώνει αυτομάτως την έξυπνη ισχύ στην οποία βασίστηκαν μέσες-άκρες οι μεταψυχροπολεμικοί προκάτοχοί του, συμπεριλαμβανομένου και του Τζορτζ Μπους του υιού. Εξάλλου, ο μοναδικός έτερος ρεπουμπλικάνος Πρόεδρος του 21ου αιώνα έμαθε με τον πλέον άβολο τρόπο πόση σημασία έχει η υποστήριξη των συμμάχων των ΗΠΑ σε οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση μεγάλου εύρους και διάρκειας, μετά και τον απολύτως καταστροφικό πόλεμο στο Ιράκ, τον οποίο πλην του Ηνωμένου Βασιλείου, οι ευρωπαίοι εταίροι της Ουάσιγκτον δεν υποστήριξαν ποτέ στην πράξη. Ωστόσο, ακόμα και ο Μπους – παρά το χάος που προκάλεσε στην ευρύτερη Μέση Ανατολή ώστε να τελειώσει τη δουλειά που είχε αφήσει ο πατέρας του στον Πόλεμο του Κόλπου του 1991 οδηγώντας στην πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν – δεν αμφισβήτησε ποτέ τη σημασία και τα οφέλη των πάγιων συμμαχιών των ΗΠΑ, αλλά και τον ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ εντός της Δύσης και του ΝΑΤΟ, τον οποίο με τη σειρά τους ενίσχυσαν περαιτέρω οι Ομπάμα και Μπάιντεν. Προφανώς, οι ΗΠΑ ανέκαθεν προτεραιοποιούσαν τα δικά τους συμφέροντα και αξιοποιούσαν την έξυπνη ισχύ τους προς την ικανοποίηση πρωτίστως των δικών τους στόχων, αλλά ακόμα και σε ιστορικά κρίσιμα σταυροδρόμια – όπως για παράδειγμα το κραχ του 2008 – οι υπαρξιακές αξίες στις οποίες δομήθηκε το αμερικανικό έθνος, και τις οποίες οι ΗΠΑ ανέλαβαν να προστατεύσουν και να εξάγουν εντός του διεθνούς συστήματος, δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ στην πράξη σε σημείο να απειλήσουν τις διατλαντικές σχέσεις.
Το στοιχείο που αποδεικνύει τη διάβρωση της έξυπνης αμερικανικής ισχύος δεν αφορά τις ακροβασίες του Τραμπ στη Μέση Ανατολή – αν και θα έπρεπε, θεωρητικά, να έχει μάθει από τα λάθη του Μπους – αλλά στην υποβάθμιση των συμμαχιών τις οποίες εξέθρεψε και τσιμέντωσε μεταπολεμικά η Ουάσιγκτον. Η διαφορά του Τραμπ από τους προκατόχους του είναι πως δείχνει να επιμένει ότι οι ΗΠΑ θα μεγιστοποιήσουν την ισχύ τους – άρα και θα εξυπηρετήσουν καλύτερα τα συμφέροντά τους – όταν θα μπορούν να επιβληθούν επί του οποιουδήποτε τρίτου παίκτη, αντί να συνεργαστούν μαζί του, όπως ορίζει ο Νάι. Με τους Φρουρούς της Ιρανικής Επανάστασης είναι μάλλον αδύνατον να συνεννοηθεί ο οποιοσδήποτε, πόσο μάλλον ο νυν Αμερικανός Πρόεδρος· η ανοιχτή και παραγωγική επικοινωνία, ωστόσο, με τον εκάστοτε Καναδό ή Βρετανό Πρωθυπουργό, ή τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κομισιόν, ακόμα και αν αυτή δεν οδηγεί πάντα σε σύμπνοια, θα έμοιαζε αδιανόητο να αμφισβητηθεί στο παρελθόν. Στην κοσμοθεωρία της ισχύος του Τραμπ, όλοι είναι λίγο-πολύ ίδιοι, και όλοι θα πρέπει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να αποδεχθούν τις θέσεις της Ουάσιγκτον· οι συμμαχίες έχουν πάψει να αποτελούν πολλαπλασιαστές ισχύος ακριβώς επειδή ο Τραμπ δείχνει να μην πιστεύει σε αυτόν, αντιμετωπίζοντας τις συναλλακτικά, αντί για συνεργατικά, υποβαθμίζοντας την επιρροή της αμερικανικής διπλωματίας, αλλοιώνοντας τους θεσμούς των οποίων εκείνη παραδοσιακά ηγείται, και ξεθωριάζοντας τις αξίες τις οποίες θεωρητικά ανέκαθεν υπηρετούσε.
Η διαπαιδαγώγηση του μέσου Αμερικανού
Θα μπορούσε κανείς να πει πως, ακόμα και αν η έμφαση του Τραμπ στη σκληρή ισχύ οδηγεί στη διάβρωση της «έξυπνης» όπως την ορίζει ο Νάι, σε δυόμιση χρόνια από σήμερα ο διάδοχός του θα μπορέσει εύκολα να αντιστρέψει τη συγκεκριμένη δυναμική· ιδιαίτερα αν αυτός θα είναι ο Μάρκο Ρούμπιο, από την πλευρά των ρεπουμπλικάνων. Ωστόσο, το γεγονός πως ο Τραμπ επενδύει στη σκληρή πτυχή του Make America Great Again για περισσότερα από δέκα χρόνια – και με εκλογική επιτυχία – είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος της διαπαιδαγώγησης του αμερικανικού εκλογικού σώματος σε μια αντίληψη του ρόλου και της συμπεριφορά των ΗΠΑ εντός του διεθνούς συστήματος, η οποία αντιβαίνει στις μεταπολεμικές και μεταψυχροπολεμικές σταθερές στις οποίες παρέμειναν πιστοί οι προκάτοχοί του, και που ενδεχομένως να οδηγήσει σε μια δομική εξασθένιση των συμμαχιών της Ουάσιγκτον. Εφόσον αυτό συμβεί – αν δεν αποτελεί ήδη πραγματικότητα – το διεθνές σύστημα θα κληθεί να ανταποκριθεί σε μια ιστορική τομή στην άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, όπου η έξυπνη ισχύς των ΗΠΑ θα έχει πλέον ατονήσει σημαντικά, όπως και όλοι οι μηχανισμοί που την εξυπηρετούσαν· είναι καιρός για την Ευρώπη, αλλά και τον αγγλόφωνο κόσμο πλην των ΗΠΑ, να αποφασίσουν σε ποιο μοντέλο ισχύος θα επενδύσουν την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.