- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
ΗΠΑ: Κάνει «αριστερή στροφή» το Δημοκρατικό Kόμμα;
Είναι άνευ σημασίας οι νίκες του Ελ Σαγιέντ και του Μαμντάνι;
Δημοκρατικό Κόμμα ΗΠΑ: Αριστερή στροφή ή κρίση ηγεσίας; Τι δείχνουν οι νίκες Μαντάνι – Σαγιέντ και οι ενδιάμεσες εκλογές.
Θα το προσέξατε κι εσείς, είμαι σίγουρος: Στο Δημοκρατικό κόμμα των ΗΠΑ κερδίζουν έδαφος οι Σοσιαλιστές, κυρίως Μουσουλμάνοι, και είναι θέμα χρόνου να κατακτήσουν ολόκληρη τη χώρα. Πέρυσι τον Νοέμβριο ο Μαμντάνι εξελέγη δήμαρχος της Νέας Υόρκης, και τον τελευταίο μήνα είχαμε στις προκριματικές εκλογές, μεταξύ των Δημοκρατικών αφενός, την επικράτηση τριών σοσιαλιστών υποψήφιων βουλευτών στην Νέα Υόρκη, αφετέρου την νίκη του Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ στο Μίσιγκαν για την έδρα στη Γερουσία.
Ένας δήμαρχος, τρεις υποψήφιοι βουλευτές κι ένας υποψήφιος γερουσιαστής! Αλώθηκε η χώρα! Τι μας χωρίζει πλέον από την πλήρη καταστροφή; Μόνο καμιά πενηνταριά ακόμα μουσουλμάνοι σοσιαλιστές δήμαρχοι στις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ, άλλες 50 έδρες από τις 100 της Γερουσίας, και καμιά διακοσαριά έδρες από τις 435 της Βουλής. Α, και καμιά τριανταριά από τους 50 κυβερνήτες Πολιτειών, 5 από τους 9 ανώτατους δικαστές, συν ένας μουσουλμάνος σοσιαλιστής πρόεδρος. Μέχρι το 2028 δηλαδή, είναι βέβαιο ότι οι ΗΠΑ θα έχουν γίνει κόλαση. Προλαβαίνετε δεν προλαβαίνετε να επισκεφθείτε τη χώρα πριν καταρρεύσει!
Συγχωρήστε μου τον σαρκαστικό πρόλογο, αλλά, έχοντας ζήσει τα προηγούμενα δέκα χρόνια στις ΗΠΑ, εκπλήσσομαι κάθε φορά και περισσότερο με το πόσο διαφέρει η πραγματικότητα εκεί από τα όσα υπερβολικά γράφονται σε πολιτικά σχόλια (κι όχι μόνο στην Ελλάδα). Εν μέρει, βέβαια, η εξήγηση είναι απλή: Όταν σε μια χώρα με πλειοψηφία χριστιανών καπιταλιστών εκλέγεται σε σημαντικό αξίωμα μουσουλμάνος σοσιαλιστής, η είδηση είναι φυσικά εντυπωσιακή, άρα αξίζει να αναμεταδοθεί, ίσως και να γίνει πρωτοσέλιδο. Όταν, την ίδια στιγμή, στην ίδια χώρα κι από το ίδιο κόμμα εκλέγονται δεκάδες χριστιανοί καπιταλιστές, γιατί να ασχοληθεί κανείς; Όπως λέει ένα αμερικανικό δημοσιογραφικό ρητό, ο τίτλος «Σκύλος δάγκωσε άνθρωπο» δεν έχει κανέναν ενδιαφέρον. Η πραγματική είδηση είναι όταν διαβάσουμε πως «Άνθρωπος δάγκωσε σκύλο».
Αυτή όμως η αναπόφευκτα επιλεκτική προβολή κάποιων ειδήσεων δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για τη δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων. Μια παραδοσιακά συντηρητική εφημερίδα, η Wall Street Journal, κράτησε μια πιο ψύχραιμη και ισορροπημένη στάση, γράφοντας στο κύριο άρθρο της την προηγούμενη εβδομάδα: «Ίσως να καθυστερήσει η Γαλλική Επανάσταση 2.0». Όπως εξηγεί η εφημερίδα, η νίκη του Ελ Σαγιέντ ήταν οριακή και πολύ μικρότερη απ’ ό,τι προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις, κάτι που δείχνει ότι η ενθουσιώδης αποδοχή των σοσιαλιστών που είδαμε στη Νέα Υόρκη (όπου οι Δημοκρατικοί κυριαρχούν κατά κράτος), δεν επεκτείνεται σε αμφίρροπες Πολιτείες. Αυτό μάλιστα επιβεβαιώθηκε αυτή την εβδομάδα με τη σοσιαλίστρια υποψήφια για τη θέση του κυβερνήτη του Ουισκόνσιν, η οποία μέχρι και την Τετάρτη το πρωί έχανε οριακά από τον κεντρώο εσωκομματικό της αντίπαλο.
Υπάρχουν κι άλλα δεδομένα που συγκλίνουν προς το ίδιο συμπέρασμα: Από τους συνολικά 29 υποψήφιους βουλευτές που έχει υποστηρίξει το κόμμα των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών (Democratic Socialists of America / DSA), μόνο 9 έχουν κερδίσει ως τώρα, όλοι τους σε περιφέρειες όπου επικρατούν άνετα οι Δημοκρατικοί. Δεκαεπτά υποψήφιοί τους έχουν χάσει, ενώ βέβαια υπάρχουν και οι υπόλοιπες 406 έδρες της Βουλής, στις οποίες οι DSA δεν στήριξαν κανέναν υποψήφιο. Επιπλέον, στο Τέξας, η ανερχόμενη αστέρας της προοδευτικής πτέρυγας (αν και όχι του DSA), Τζάζμιν Κρόκετ, έχασε τον εσωκομματικό αγώνα για τη Γερουσία από τον κεντρώο Τζέιμς Ταλαρίκο, ο οποίος έχει ξεχωρίσει λόγω των συνεχών αναφορών του στο χριστιανικό κήρυγμα, στρέφοντάς το κατά των (υποτίθεται φανατικών χριστιανών) Ρεπουμπλικάνων. Ο Ταλαρίκο έχει, σύμφωνα με όλες τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, σοβαρές πιθανότητες να κάνει μια ιστορική ανατροπή, κερδίζοντας στο ρεπουμπλικανικό προπύργιο του Τέξας, αλλά η είδηση μάλλον δεν φέρνει αρκετά «κλικ» στην Ελλάδα. Είναι λευκός, στρέιτ, χριστιανός και υποψήφιος διπλωματούχος ποιμαντορικής σχολής. Δεν προκαλεί φόβο κάποιας επικείμενης κοινωνικής ανατροπής.
Αντίστοιχα καλές πιθανότητες σε κρίσιμες έδρες της Γερουσίας που τώρα κατέχουν οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι στη Βόρεια Καρολίνα, το Μέιν, το Οχάιο, την Αλάσκα και την Αϊόβα. Είναι απίθανο όμως να έχετε ακούσει κάτι για όλα αυτά, καθώς οι υποψήφιοι των Δημοκρατικών είναι «ειδησεογραφικά βαρετοί», με την εξαίρεση του Γκράχαμ Πλάτνερ στο Μέιν, ο οποίος αναγκάστηκε να αποσύρει την υποψηφιότητά του την τελευταία στιγμή λόγω σκανδάλων.
Η ευρύτερη εικόνα
Μήπως όμως υπάρχει κάποια τάση στην ευρύτερη εικόνα, π.χ. στη Βουλή, όπου η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ τραβάει τα φώτα της δημοσιότητας από το 2018; Όντας μια άγνωστη 29χρονη, κέρδισε αναπάντεχα με την αριστερή της ρητορική στις εσωκομματικές εκλογές, απέναντι στο νούμερο 3 της ιεραρχίας του Δημοκρατικού Κόμματος. Η Οκάσιο-Κορτέζ όμως έχει βάλει πολύ νερό στο κρασί της από τότε. Σε συνέντευξή της στο ABC News την προηγούμενη Κυριακή, δήλωσε: «Δεν πρέπει να είμαστε τόσο πρόθυμοι να εμπλακούμε στην κουλτούρα ακύρωσης [cancel culture]. Οι Δημοκρατικοί μπορούν να πάνε στον [podcaster] Τζο Ρόγκαν, οι Δημοκρατικοί μπορούν να πάνε στο Fox News». Στην ίδια συνέντευξη κράτησε αποστάσεις από ριζοσπαστικές απόψεις που είχε το 2020, όπως η μείωση χρηματοδότησης της αστυνομίας («Defund the Police»). Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στις εκλογές του 2024 έχασε τη στήριξη της κεντρικής επιτροπής των DSA, γιατί οι απόψεις της στο θέμα της Γάζας δεν κρίθηκαν αρκούντως φιλο-παλαιστινιακές.
Εκτός από την Οκάσιο-Κορτέζ, μόνο μία ακόμα νυν βουλευτής είναι μέλος των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών. Άλλοι πέντε στην τρέχουσα Βουλή ήταν μέλη τους παλιότερα, έχουν όμως παραιτηθεί ή εκδιωχθεί από την DSA, άλλο ένα δείγμα «στρογγυλέματος» ακραίων απόψεων. Αν κοιτάξουμε ευρύτερα την ισορροπία μέσα στο κόμμα, αυτή τη στιγμή οι κεντρώοι (New Democratic Coalition) έχουν 109 βουλευτές ενώ οι προοδευτικοί (Congressional Progressive Caucus) έχουν 95, με 30 βουλευτές να ανήκουν και στις δύο ομάδες. Επιπλέον, υπάρχουν και 10 βουλευτές των Δημοκρατικών που ανήκουν στην Blue Dog Coalition, με σαφώς πιο συντηρητική ιδεολογία. Είναι σημαντικό επίσης να σημειώσουμε ότι αρκετές από τις πολιτικές που υποστηρίζουν οι προοδευτικοί, όπως η δημόσια ασφάλιση υγείας (Medicare for all), ή η δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση, δεν θεωρούνται «αριστερές» στην Ευρώπη, καθώς είναι δεδομένες κατακτήσεις, που δεν αμφισβητούνται ούτε από συντηρητικά κόμματα.
Το «αντισυστημικό» μήνυμα
Είναι λοιπόν άνευ σημασίας οι νίκες του Ελ Σαγιέντ και του Μαμντάνι; Σε καμία περίπτωση. Το πολιτικό σκηνικό αλλάζει συνεχώς, και οι νίκες τους μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για ένα νέο κύμα, αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στα συμπεράσματα που βγάζουμε. O Ρον Μπράουνστιν, πολιτικός αναλυτής του Bloomberg, σε πρόσφατη εμφάνισή του στο CNN, σχολίασε:
«Ποιο είναι το μήνυμα του Μίσιγκαν; Μήπως οι ψηφοφόροι των Δημοκρατικών στην Πολιτεία έχουν μετακινηθεί δραματικά προς τα αριστερά; Είναι δύσκολο να δεχτώ αυτή την ερμηνεία. Είναι ότι έχουν χάσει την πίστη τους στην ηγεσία του κόμματός τους».
Ο Μπράουνστιν εξήγησε ότι οι ψηφοφόροι των Δημοκρατικών είδαν την επάνοδο του Τραμπ στην εξουσία ως ένδειξη ανικανότητας της ηγεσίας του κόμματος, η οποία δεν κατάφερε να πετύχει την τιμωρία του Τραμπ για την εισβολή στο Καπιτώλιο, στη συνέχεια άφησε τον Μπάιντεν να κατέβει υποψήφιος παρά την προχωρημένη ηλικία του και τελικά δεν μπόρεσε με την υποψηφιότητα της Χάρις να κρατήσει την εξουσία. Ασχέτως του αν έχουν δίκιο στα παραπάνω, το αποτέλεσμα είναι ότι αναζητούν τώρα το «αντισυστημικό» και απορρίπτουν τους μετριοπαθείς υποψήφιους που προωθεί η ηγεσία του κόμματος. Αντίστοιχη άποψη εξέφρασε και η πολιτική αναλύτρια Amy Walter, εκδότρια του έγκυρου Cook Political Report, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του PBS:
«Η Χέιλι Στίβενς [η εσωκομματική αντίπαλος του Ελ Σαγιέντ] ήταν ένα εξαιρετικό παράδειγμα του είδους της υποψήφιας που θα μπορούσε να κερδίσει στις πρώτες ενδιάμεσες εκλογές του Τραμπ [το 2018]. Ήταν μέρος του κατεστημένου σε μια εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν ότι το κατεστημένο και οι θεσμοί θα ήταν η απάντηση στον Τραμπισμό. […] Στα οκτώ χρόνια από τότε, αυτό που πολλοί Δημοκρατικοί ψηφοφόροι έχουν δει είναι ότι το να υπερασπίζονται αυτό που νόμιζαν ότι ήταν οικουμενικές αξίες της Δημοκρατίας, των θεσμών και των κανόνων δεν έχει πλέον τόση ισχύ και ότι αυτοί οι θεσμοί και οι κανόνες δεν προστάτευσαν τη χώρα από μια δεύτερη εκλογή Τραμπ. […] Στο Μίσιγκαν, αυτό που λένε είναι ότι δεν χρειάζεται πλέον να παίζουμε εκ του ασφαλούς, γιατί το να παίζουμε εκ του ασφαλούς είναι τελικά αυτό που μας έφερε τον Ντόναλντ Τραμπ».
Επιπλέον, τα περισσότερα σχόλια στα αμερικανικά ΜΜΕ επισημαίνουν τη διαφορά στην προσωπικότητα των δύο υποψηφίων. Ο Ελ Σαγιέντ είναι χαρισματικά επικοινωνιακός, δείχνει σίγουρος και ετοιμόλογος, ξέρει να φέρνει τη συζήτηση στην ατζέντα του. Η Στίβενς κόμπιαζε συνεχώς, διάβαζε από σημειώσεις, έχει μεν περισσότερα τυπικά προσόντα για τη θέση, αλλά φαίνεται να υστερεί στην επικοινωνία. Δεν πρέπει να υποτιμούμε τον ρόλο που παίζουν τέτοια χαρακτηριστικά στην τελική επιλογή των ψηφοφόρων, όπως και στο κλίμα ενθουσιασμού που είναι σε θέση να δημιουργεί ο κάθε υποψήφιος. Τέλος, παρά τις αριστερές πολιτικές που υποστηρίζει ο Ελ Σαγιέντ, ούτε είναι μέλος των DSA, ούτε είχε τη στήριξή τους. Ο ίδιος, μάλιστα, δήλωσε: «είμαι καπιταλιστής», θέλοντας να τονίσει ότι ζητά την αναμόρφωση του συστήματος και όχι την ανατροπή του.
Οι προοπτικές για τη συνέχεια
Ανεξάρτητα, πάντως, από τους λόγους για τους οποίους οι ψηφοφόροι των Δημοκρατικών επέλεξαν αυτούς τους υποψήφιους κόντρα στις επιθυμίες της ηγεσίας του κόμματος, το γεγονός παραμένει ότι υποστηρίζουν πολιτικές που είναι πολύ αριστερές για τα αμερικανικά πολιτικά δεδομένα, κι αυτό δίνει την ευκαιρία στους Ρεπουμπλικάνους να τους χαρακτηρίζουν ακραίους, σοσιαλιστές ή ακόμα και κομμουνιστές (στις ΗΠΑ, η διάκριση σοσιαλισμού και κομμουνισμού είναι πρακτικά ανύπαρκτη για το ευρύ κοινό). Αυτό σίγουρα θα δυσκολέψει τον Ελ Σαγιέντ, ο οποίος αυτή τη στιγμή είναι με μικρή διαφορά (1,6 μονάδες) πίσω από τον Ρεπουμπλικάνο αντίπαλό του, σύμφωνα με τον σταθμισμένο μέσο όρο των δημοσκοπήσεων που υπολογίζει ο στατιστικολόγος Νέιτ Σίλβερ. Όσον αφορά τις πιθανότητές του να κερδίσει τον Νοέμβριο, το προγνωστικό μοντέλο του Σίλβερ δίνει 68%, αυτό του περιοδικού Economist 49%, ενώ το Cook Political Report χαρακτηρίζει τον αγώνα «αμφίρροπο».
Το αποτέλεσμα του Νοεμβρίου στο Μίσιγκαν είναι έτσι κι αλλιώς σημαντικό, γιατί χωρίς αυτή την έδρα θα δυσκολευτούν πολύ οι Δημοκρατικοί να ανακτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας. Επιπλέον όμως, μια πιθανή ήττα του Ελ Σαγιέντ θα κόψει τα φτερά στους αριστερούς εντός του κόμματος, ενώ αντίθετα μια καθαρή νίκη θα αποτελέσει απόδειξη γι’ αυτούς ότι δικαίως τόσα χρόνια υποστηρίζουν πως η απάντηση στον Τραμπ βρίσκεται σε ριζικά μέτρα κοινωνικής πολιτικής κι όχι στο μετριοπαθές κέντρο.
Το πιο δύσκολο σενάριο όμως για τους Δημοκρατικούς θα είναι μια οριακή νίκη του Ελ Σαγιέντ, εν μέσω ενός ισχυρού «μπλε κύματος». Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν αυτή τη στιγμή το Δημοκρατικό κόμμα να υπερισχύει των Ρεπουμπλικάνων κατά 6,7 μονάδες συνολικά στη χώρα, πολύ κοντά στην υπεροχή των 7,2 μονάδων που είχαν τέτοια εποχή το 2018, όταν τελικά θριάμβευσαν στις ενδιάμεσες εκλογές της πρώτης θητείας του Τραμπ. Αν και έχουμε ακόμα 3 μήνες μέχρι τις εκλογές, οι αρνητικές εξελίξεις στον πόλεμο του Ιράν και η συνεχής καθίζηση της δημοτικότητας του Τραμπ (έχει σπάσει ακόμα και τα αρνητικά ρεκόρ της πρώτης του θητείας), είναι πολύ πιθανό να συμβάλλουν σε μια καθαρή νίκη των Δημοκρατικών και φέτος, τουλάχιστον στη Βουλή. Αν μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ο Ελ Σαγιέντ κερδίσει μόνο οριακά, ο ίδιος μεν θα ισχυριστεί ότι οι προοδευτικές πολιτικές κέρδισαν, αλλά στην πραγματικότητα θα έχει φανεί ότι η ρητορική του δεν θα αποτελούσε συνταγή νίκης για τους Δημοκρατικούς σε μια πιο δύσκολη χρονιά. Κάτι τέτοιο θα παρατείνει την αντιπαλότητα μεταξύ των δύο ρευμάτων του κόμματος, μια αντιπαλότητα που είναι μεν επιθυμητή σε ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα, και αναπόφευκτη σε ένα περιβάλλον αυστηρού δικομματισμού, αλλά πρέπει τελικά να καταλήξει σε μια σαφή και ενιαία γραμμή πριν τις προεδρικές εκλογές του 2028.