- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Από τις φυσικές φωτιές της αρχαιότητας στις σύγχρονες «πυρκαγιές-μεγαθήρια»: Πώς η κλιματική αλλαγή τις έκανε συχνότερες και πιο καταστροφικές
Οι αγροτοδασικές πυρκαγιές έχουν γίνει συχνότερες και αγριότερες. Πρόκειται για επιστημονική διαπίστωση, όχι για υπερβολή των οικολόγων. Η ιστορία τους χωρίζεται σε δύο μεγάλες περιόδους: στην παλαιότερη εποχή πριν τον 20ό αιώνα, όπου οι πυρκαγιές ήταν κυρίως ανεξέλεγκτα φυσικά φαινόμενα ή εργαλεία καθαρισμού της γης, και στη σύγχρονη εποχή, όπου η κλιματική αλλαγή, η εγκατάλειψη της υπαίθρου και η επέκταση των πόλεων δημιούργησαν το φαινόμενο των «πυρκαγιών-μεγαθήριων» (megafires).
Για εκατομμύρια χρόνια, οι πυρκαγιές λειτουργούσαν ως μηχανισμός αναγέννησης των οικοσυστημάτων: τα δάση καθαρίζονταν περιοδικά από τη νεκρή ύλη μέσω μικρών, επιφανειακών εστιώβ φωτιάς. Αν και στον σύγχρονο κόσμο οι αγροτοδασικές πυρκαγιές είναι μια συμφορά που, παρά τα τεχνολογικά μέσα, δεν καταφέρνουμε να αποφύγουμε, στη δραστηριότητά τους έχει αποδοθεί, εν μέρει τουλάχιστον, η ανάπτυξη της Αρχαίας Ελλάδας.
Στα μεσογειακά οικοσυστήματα, η φωτιά δεν λειτουργούσε ιστορικά μόνο ως καταστροφή, αλλά ως φυσικός μηχανισμός ανασχηματισμού του τοπίου. Οι αρχαίοι πληθυσμοί χρησιμοποιούσαν τη φωτιά για να καθαρίσουν δασικές εκτάσεις και η στάχτη πρόσφερε θρεπτικά συστατικά (κυρίως κάλιο και φώσφορο), καθιστώντας το προσωρινά εξαιρετικά εύφορο για την καλλιέργεια δημητριακών, αμπέλων και ελαιόδεντρων.
Μετά από μια πυρκαγιά, τα δάση αντικαθίσταντο από χαμηλή βλάστηση (φρύγανα, μακκία βλάστηση) και νεαρά χόρτα, κι αυτή η αναγέννηση προσέφερε πλούσιο βοσκότοπο για αίγες και πρόβατα, τα οποία αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της αγροτικής οικονομίας, παρέχοντας γάλα, κρέας, μαλλί και δέρμα. Η αποψίλωση των δασών (είτε μέσω φυσικών/τεχνητών πυρκαγιών είτε λόγω της υλοτομίας για ξυλεία) είχε μακροπρόθεσμη συνέπεια τη διάβρωση του εδάφους: χωρίς δέντρα, οι βροχές παρέσυραν το εύφορο στρώμα χώματος στη θάλασσα και η γη δεν μπορούσε πλέον να συντηρήσει μεγάλους πληθυσμούς μόνο με τη γεωργία, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να στραφούν προς τη θάλασσα.
Έτσι αναπτύχθηκε η ναυπηγική, το εμπόριο, οι αποικίες και, κατ' επέκταση, η οικονομική και πολιτισμική υπεροχή στη Μεσόγειο. Εξάλλου, τα μεσογειακά φυτά (όπως το πεύκο, το πουρνάρι και το θυμάρι) έχουν εξελιχθεί να αναγεννώνται μέσα από τη φωτιά: οι τακτικές, μικρής κλίμακας φωτιές εμπόδιζαν τη συσσώρευση τεράστιας ποσότητας καύσιμης ύλης, διατηρώντας ένα «μωσαϊκό» τοπίου με υψηλή βιοποικιλότητα, χρήσιμο για ποικίλες ανθρώπινες δραστηριότητες.
Από τον 19ο αιώνα, με την ευρεία αστικοποίηση και εκβιομηχάνιση, άρχισαν να παρατηρούνται θανατηφόρες θεομηνίες φωτιάς: στις 8 Οκτωβρίου 1871 στο Πέστιγκο του Γουισκόνσιν εκδηλώθηκε η πιο θανατηφόρα δασική πυρκαγιά στην καταγεγραμμένη ιστορία. Την ίδια ημέρα ακριβώς ξέσπασε η Μεγάλη Πυρκαγιά του Σικάγου, η οποία επισκιάστηκε ειδησεογραφικά από εκείνη του Γουισκόνσιν. Τα αίτια της καταστροφής ήταν η έντονη ξηρασία, τα υλοτομικά υπολείμματα και οι ισχυροί θερμοί άνεμοι που δημιούργησαν πύρινο σίφουνα (firestorm), ο οποίος ανέπτυξε θερμοκρασίες άνω των 1.000°C. Ο απολογισμός ήταν 1.500 έως 2.500 νεκροί και πάνω από 4.000.000 καμένα στρέμματα.
Τον Μάιο του 1887, στα σύνορα Κίνας (Επαρχία Heilongjiang) και Σιβηρίας σημειώθηκε η «Φωτιά Μεγάλος Δράκος», μια από τις μεγαλύτερες ενιαίες πυρκαγιές όλων των εποχών, καταστρέφοντας 100.000.000 στρέμματα (έκταση σχεδόν ίση με το 75% της Ελλάδας) μέσα σε μόλις έναν μήνα, προκαλώντας πάνω από 200 θανάτους.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι κυβερνήσεις άρχισαν να αντιμετωπίζουν την πυρκαγιά ως απόλυτο εχθρό που έπρεπε να σβήνει αμέσως. Αλλά αυτή η πολιτική αποδείχθηκε λανθασμένη μακροπρόθεσμα. Η Μεγάλη Πυρκαγιά του 1910 (The Big Burn) στις πολιτείες Άινταχο, Μοντάνα και Ουάσινγκτον, που γιγαντώθηκε όταν μια σειρά από εκατοντάδες μικρές φωτιές συνενώθηκαν λόγω τυφωνικών ανέμων με αποτέλεσμα 87 άνθρωποι (κυρίως πυροσβέστες) να χάσουν τη ζωή τους, οδήγησε τη Δασική Υπηρεσία των ΗΠΑ στη θέσπιση του «10:00 AM Rule»· κάθε πυρκαγιά έπρεπε να σβήνεται μέχρι τις 10 π.μ. της επόμενης ημέρας.
Το παράδοξο ήταν ότι η πλήρης απαγόρευση των μικρών φυσικών πυρκαγιών για δεκαετίες είχε ως αποτέλεσμα να συσσωρευτούν στα δάση τεράστιες ποσότητες ξηρής καύσιμης ύλης. Όταν ξεσπούδαν καινούργιες φωτιές, ήταν αδύνατον να ελεγχθούν. Στη συνέχεια, στις 13 Ιανουαρίου 1939, στη Βικτώρια της Αυστραλίας, μετά από χρόνια ξηρασίας και θερμοκρασίες άνω των 47°C, κάηκε το 3/4 της πολιτείας: 71 άτομα έχασαν τη ζωή τους. Τότε εκπονήθηκε η πρώτη επίσημη έρευνα (Royal Commission) για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών.
Τις τελευταίες δεκαετίες, η υπερθέρμανση του πλανήτη, η επέκταση των οικισμών σε δασικές περιοχές (δασο-οικιστική διεπαφή) και η εγκατάλειψη της παραδοσιακής γεωργίας και κτηνοτροφίας στην ύπαιθρο άλλαξαν ριζικά τη συμπεριφορά των πυρκαγιών. Ένα από τα πρόσφατα παραδείγματα wildfires ήταν η τραγωδία της Πελοποννήσου το 2007, όταν συνδυασμός διαδοχικών καυσώνων, ξηρασίας και πολύ ισχυρών ανέμων προκάλεσαν πολλαπλά μέτωπα που εκδηλώθηκαν ταυτοχρόνως στην Ηλεία, στην Αρκαδία, στη Λακωνία και στην Εύβοια. Ο απολογισμός ήταν 84 νεκροί, ανάμεσα στους οποίους πολλοί κάτοικοι στη Ζαχάρω Ηλείας που εγκλωβίστηκαν στην προσπάθειά τους να διαφύγουν, 2,5 εκατομμύρια στρέμματα καμένα, δεκάδες χωριά κατεστραμμένα.
Στις 7 Φεβρουαρίου 2009, πάλι στη Βικτώρια της Αυστραλίας, θερμοκρασίες 46,4°C και άνεμοι άνω των 100 χλμ/ώρα προκάλεσαν πυρκαγιές με ταχύτητα εξάπλωσης μεγαλύτερη από 12 χλμ/ώρα. Ο απολογισμός ήταν 173 νεκροί και 414 εγκαυματίες: αυτή η πυρκαγιά ήταν η αφορμή για την αναθεώρηση των συστημάτων εκκένωσης και προειδοποίησης παγκοσμίως. Η πυρκαγιά στο Μάτι το 2018 ξεκίνησε από την Πεντέλη και κατέβηκε ταχύτατα προς τη θάλασσα υπό την επίδραση δυτικών ανέμων εντάσεως έως και 9 μποφόρ.
Έχασαν τη ζωή τους 104 άνθρωποι, ενώ αναδείχθηκαν δραματικά κενά στον πολεοδομικό σχεδιασμό, στους δρόμους διαφυγής και στους μηχανισμούς έγκαιρης ειδοποίησης. Ακολούθησε το «Μαύρο Καλοκαίρι» της Αυστραλίας που διήρκεσε από τον Σεπτέμβριο του 2019 έως τον Μάρτιο του 2020 και παρήγαγε δικά της καιρικά συστήματα (πυροσωρειτομελανίες - καταιγίδες δημιουργημένες από τη θερμότητα της φωτιάς), καίγοντας 186.000.000 στρέμματα, σκοτώνοντας 33 άτομα από τις φλόγες και πάνω από 400 από τον καπνό, καθώς και 3 δισεκατομμύρια νεκρά ή εκτοπισμένα ζώα.
Η Ελλάδα ξαναήρθε στην επικαιρότητα με την πυρκαγιά στον Έβρο το 2023. Ξεκινώντας από την περιοχή της Αλεξανδρούπολης και τη Δαδιά, η πυρκαγιά έκαιγε ανεξέλεγκτη για περισσότερες από 2 εβδομάδες, αφήνοντας πίσω της 810.000 στρέμματα στάχτης. Ήταν η μεγαλύτερη μεμονωμένη δασική πυρκαγιά που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι φτάνουμε στο σήμερα.
Τι άλλαξε στην εξέλιξη των πυρκαγιών: κατ’ αρχάς, η ταχύτητα και η ένταση. Οι σύγχρονες πυρκαγιές εκλύουν τόσο μεγάλη θερμική ενέργεια που καθιστούν τα εναέρια μέτρα κατάσβεσης αναποτελεσματικά. Εξάλλου, η δόμηση μέσα ή δίπλα σε δάση έχει μετατρέψει τις δασικές πυρκαγιές σε αστικές τραγωδίες με υψηλό αριθμό θυμάτων. Η δε «αντιπυρική περίοδος» που παλαιότερα διαρκούσε τους 3-4 θερινούς μήνες εκτείνεται σε σχεδόν όλο το έτος σε πολλές περιοχές του πλανήτη.
Αναλύσεις μετεωρολογικών δεδομένων και αρχεία πυρκαγιών στις δυτικές πολιτείες στη Βόρεια Αμερική έχουν δείξει την επίδραση του κλίματος στην έναρξη μεγάλων αγροτοδασικών πυρκαγιών είτε λόγω των υγρών περιόδων που θα παράξουν σημαντική καύσιμη ύλη, ή λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας και των ακραίων καυσώνων που επεκτείνουν και ευνοούν δραστικά τις κλιματικές συνθήκες για την πυρκαγιά. Οι αναλύσεις των μετεωρολογικών μεταβλητών σχετικά με τον κίνδυνο πυρκαγιάς έδειξαν ότι η πολύ χαμηλή σχετική υγρασία του αέρα ή οι ραγδαίες βροχοπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καλοί προγνωστικοί παράγοντες για την πρόβλεψη αγροτοδασικών πυρκαγιών.
Στα μεσαία γεωγραφικά πλάτη, οι πιο συνηθισμένες αιτίες των αγροτοδασικών πυρκαγιών είναι ανθρώπινες δραστηριότητες με ηλεκτρικά μηχανήματα που παράγουν σπινθήρες (λ.χ. αλυσοπρίονα, μύλοι, χορτοκοπτικά κ.λπ.), ή οι εναέριες γραμμές μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος, ή ο εμπρησμός είτε από αμέλεια ή από πρόθεση. Στις τροπικές περιοχές, άλλες αιτίες είναι συχνότερες, λ.χ. όταν οι αγρότες, καθαρίζοντας δασικές φυτείες που έχουν υλοτομηθεί ή αγροτικές καλλιέργειες, καίνε όλα τα υπολείμματα βιομάζας.
Οι αγροτοδασικές πυρκαγιές είναι από τις πιο κοινές μορφές φυσικής καταστροφής σε περιοχές όπως η Σιβηρία, η Καλιφόρνια και η Αυστραλία. Ομοίως, οι περιοχές με μεσογειακό κλίμα ή με τάιγκα (βόρεια Σουηδία, Λαπωνία) είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες σε τέτοιες πυρκαγιές. Οι δυτικές ΗΠΑ έχουν δει αύξηση τόσο στη συχνότητα όσο και στην ένταση των πυρκαγιών τις τελευταίες δεκαετίες: υπολογίζεται ότι 46 εκατομμύρια άνθρωποι εκτέθηκαν σε καπνό πυρκαγιών από το 2004 έως το 2009 στις δυτικές πολιτείες των ΗΠΑ.
Τα στοιχεία έχουν δείξει ότι ο καπνός των πυρκαγιών μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα των αερομεταφερόμενων σωματιδίων ξεπερνώντας τις αποδεκτές συγκεντρώσεις στον αέρα. Η αύξηση του καπνού που διαχύθηκε από την πυρκαγιά Hayman στο Κολοράντο τον Ιούνιο του 2002 συσχετίστηκε με αύξηση των αναπνευστικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με ΧΑΠ. Εξετάζοντας τις πυρκαγιές στη Νότια Καλιφόρνια το 2003, οι ερευνητές απέδειξαν αύξηση στις εισαγωγές στο νοσοκομείο λόγω συμπτωμάτων άσθματος κατά την έκθεση σε μέγιστες συγκεντρώσεις σωματιδίων στον καπνό.
Μια άλλη επιδημιολογική μελέτη διαπίστωσε αύξηση 7,2% (διάστημα εμπιστοσύνης 95%: 0,25%, 15%) στον κίνδυνο εισαγωγών στο νοσοκομείο που σχετίζονται με το αναπνευστικό σύστημα κατά τη διάρκεια ημερών με κύματα καπνού με υψηλά σωματίδια PM 2,5 σε σύγκριση με αντίστοιχες ημέρες χωρίς κύμα καπνού. Τα παιδιά που συμμετείχαν στη Μελέτη για την Υγεία των Παιδιών διαπιστώθηκε επίσης ότι είχαν αύξηση στα οφθαλμικά και αναπνευστικά συμπτώματα, στη χρήση φαρμάκων και στις επισκέψεις σε γιατρό.
Οι μητέρες που ήταν έγκυες κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών γέννησαν μωρά με ελαφρώς μειωμένο μέσο βάρος γέννησης σε σύγκριση με εκείνες που δεν εκτέθηκαν. Αυτό υποδηλώνει ότι οι έγκυες γυναίκες μπορεί επίσης να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για δυσμενείς επιπτώσεις από πυρκαγιές. Σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμάται ότι 339.000 άνθρωποι πεθαίνουν λόγω των επιπτώσεων του καπνού των πυρκαγιών κάθε χρόνο.
Μετά από κάθε πυρκαγιά, οι κίνδυνοι παραμένουν. Οι κάτοικοι που επιστρέφουν στα σπίτια τους διατρέχουν κίνδυνο από την πτώση δέντρων που έχουν εξασθενήσει και από πτώσεις σε λάκκους τέφρας. Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) αναφέρει επίσης ότι οι πυρκαγιές προκαλούν σημαντικές ζημιές στα ηλεκτρικά συστήματα, ειδικά σε ξηρές περιοχές. Το χημικά μολυσμένο πόσιμο νερό, σε επίπεδα ανησυχίας για επικίνδυνα απόβλητα, αποτελεί ένα ακόμα επιδεινούμενο πρόβλημα: η χημική μόλυνση των θαμμένων συστημάτων ύδρευσης σε κλίμακα επικίνδυνων αποβλήτων ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ το 2017, και έκτοτε έχει τεκμηριωθεί όλο και περισσότερο στη Χαβάη, το Κολοράντο και το Όρεγκον μετά από πυρκαγιές.
Το 2021, οι καναδικές αρχές προσάρμοσαν τις προσεγγίσεις τους για την έρευνα δημόσιας ασφάλειας μετά την πυρκαγιά στη Βρετανική Κολομβία για να ελέγξουν αυτόν τον κίνδυνο, αλλά δεν τον είχαν εντοπίσει μέχρι το 2023. Μια άλλη πρόκληση είναι ότι τα ιδιωτικά πηγάδια πόσιμου νερού και οι υδραυλικές εγκαταστάσεις εντός ενός κτιρίου μπορούν επίσης να μολυνθούν χημικά και να γίνουν μη ασφαλή. Τα νοικοκυριά βιώνουν μια μεγάλη ποικιλία σημαντικών οικονομικών και υγειονομικών επιπτώσεων που σχετίζονται με αυτό το μολυσμένο νερό.
Οδηγίες βασισμένες σε στοιχεία σχετικά με τον τρόπο επιθεώρησης και δοκιμής πηγαδιών και συστημάτων ύδρευσης κτιρίων εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά μόλις το 2020. Στο Παραντάιζ της Καλιφόρνια, για παράδειγμα, η πυρκαγιά του 2018 προκάλεσε ζημιές άνω των 150 εκατομμυρίων δολαρίων και χρειάστηκε σχεδόν ένας χρόνος για την απολύμανση και την επισκευή του δημοτικού συστήματος πόσιμου νερού. Πρόσθετοι κίνδυνοι μετά την πυρκαγιά μπορούν να αυξηθούν αν ακολουθήσουν άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι πυρκαγιές καθιστούν το έδαφος λιγότερο ικανό να απορροφήσει τις βροχοπτώσεις, επομένως οι έντονες βροχοπτώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε πιο σοβαρές πλημμύρες και ζημιές όπως κατολισθήσεις λάσπης.
Όσο για την αντιμετώπιση όλων αυτών, ήδη από το 1937, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φράνκλιν Ρούσβελτ ξεκίνησε πανεθνική εκστρατεία πρόληψης, τονίζοντας τον ρόλο της ανθρώπινης αμέλειας. Αργότερα, αφίσες αυτού του προγράμματος παρουσίαζαν τον Θείο Σαμ, χαρακτήρες από την ταινία της Disney «Μπάμπι» και την επίσημη μασκότ της Δασικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, τον Smokey Bear, για να διαφωτίσουν τους πολίτες ώστε να μην προκαλούν πυρκαγιές από αμέλεια. Η επιτυχία του προγράμματος παραμένει συζητήσιμη.