Κοσμος

Ντόναλντ Τραμπ aka Homelander: Πολιτικοί συσχετισμοί με φόντο έναν τηλεοπτικό παραλληλισμό

Η σατιρική αποδόμηση της εξουσίας, ο λαϊκισμός και οι λόγοι πίσω από τη διαρκή απήχηση του Ντόναλντ Τραμπ στους ψηφοφόρους του

Αριστοτέλης Σταμούλας
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Τραμπ, ο Homelander και η πολιτική του αντισυστημισμού: πώς η σειρά «The Boys» σχολιάζει ηγεσία, λαϊκισμό και ψήφο διαμαρτυρίας.

Όποιος/α έχει παρακολουθήσει το «The Boys», την αμερικανική τηλεοπτική σειρά δράσης, μαύρης κωμωδίας και πολιτικής σάτιρας που πρόσφατα έριξε τίτλους τέλους με την πέμπτη σεζόν, σίγουρα θα «πιάστηκε» στα δίχτυα ενός πολυσυζητημένου στην pop κουλτούρα παραλληλισμού (που από την τέταρτη σεζόν γίνεται σχεδόν ωμά ξεκάθαρος και τον οποίο δεν αρνείται ούτε ο δημιουργός και showrunner της σειράς, Eric Kripke) ανάμεσα στον Homelander, τον βασικότερο «κακό» χαρακτήρα του σεναρίου, και τον Ντόναλντ Τραμπ.

Σε έναν κόσμο, όπου οι υπερήρωες είναι διάσημοι όσο οι σταρ του κινηματογράφου και ισχυροί όσο οι άνθρωποι του μεγάλου κεφαλαίου και της πολιτικής, οι περισσότεροι δεν είναι στην πραγματικότητα αλτρουιστές και καλοκάγαθοι, αποδομώντας τον παραδοσιακό μύθο με τον οποίο μεγαλώσαμε μέσα από κόμικς, κινούμενα σχέδια και ταινίες. Αντίθετα, κάνουν κατάχρηση της δύναμής τους υπό την προστασία μίας πανίσχυρης εταιρείας («Vought International»), η οποία ωραιοποιεί την εικόνα, προπαγανδίζει τα συμφέροντα και μεθοδεύει την ενίσχυση της δημόσιας επιρροής τους. Απέναντί τους βρίσκονται οι «The Boys», μία ομάδα απλών ανθρώπων-αντιηρώων που προσπαθούν να αποκαλύψουν στον κόσμο την αλήθεια σχετικά με τους σκοτεινούς σκοπούς και τη διεφθαρμένη τους υπόσταση.

Στις πρώτες σεζόν, η σειρά πραγματεύεται έννοιες που απασχολούν γενικά τη δημόσια σφαίρα, όπως η ψυχοπαθής ωραιοπάθεια και ο ναρκισσισμός των ηγετών, η χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης, ο λαϊκισμός και η προπαγάνδα, όμως χωρίς έντονους πολιτικούς συσχετισμούς και σαφείς αναφορές που θα μπορούσαν να συνδεθούν ευθέως με συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα ή να εξισωθούν με δεδομένες καταστάσεις. Εξάλλου, η σειρά ήταν εξαρχής εμπνευσμένη από διάφορες μορφές αυταρχικής και λαϊκίστικης εξουσίας και μόνο στην πορεία άρχισε να ενσωματώνει πιο εμφανή στοιχεία της σύγχρονης αμερικανικής πολιτικής ζωής, με αποτέλεσμα οι συνδέσεις με τον βασικότερο εκπρόσωπό της, τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και το γενικότερο πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ την περίοδο μετά το 2020, να είναι από ένα σημείο κι έπειτα εύλογες και αναπόφευκτες.

Εθνικολαϊκιστική συνθηματολογία (America First, MAGA), κρίση μεγαλείου και αίσθηση ανωτερότητας, σύνδρομο παραμονής στην εξουσία, διχαστική/εξτρεμιστική ρητορική και πόλωση (διαχωρισμός φίλων και εχθρών, επινόηση αντιπάλων, η έννοια του απειλητικού «ξένου»), επιχειρηματική προσέγγιση της εξουσίας (η αγάπη για το brand name και για τα υψηλά ποσοστά δημοφιλίας), μεσσιανισμός και προσωποκεντρική ηγεσία (η αγιοποιημένη προσωπικότητα του σωτήρα του έθνους υπερισχύει των θεσμών, δεν αμφισβητείται και έχει το ακαταδίωκτο), υιοθέτηση θεωριών συνωμοσίας (όταν εξυπηρετούν πολιτικά αφηγήματα και σκοπιμότητες), αυτοεπιβεβαίωση και λατρεία του ηγέτη (ως αντίβαρο σε σύνδρομα προσωπικής ανασφάλειας), συγκρουσιακή σχέση με τα μέσα ενημέρωσης (όταν δεν εξυπηρετούν μεροληπτικά την πολιτική επικοινωνία και την κατασκευή της δημόσιας εικόνας), συνιστούν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο οι δύο αυτοί χαρακτήρες, ο φαντασιακός του Homelander και ο πραγματικός του Τραμπ, προβάλλονται και γίνονται αντιληπτοί από ένα μεγάλο μέρος του κοινού.

Φυσικά, πρόκειται για μία μυθοπλαστική αξιοποίηση του genre των υπερηρώων ως μέσο σατιρικού σχολιασμού της σύγχρονης αμερικανικής πολιτικής σκηνής, με τον Homelander να αποτελεί -ποιητική αδεία- τον τηλεοπτικό καθρέφτη των πιο ακραίων πτυχών του λεγόμενου «τραμπισμού». Υπό αυτό το πρίσμα, η σειρά «The Boys» αποτελεί ένα έξοχο δείγμα άσκησης έντονης (και εύστοχης) κριτικής στην ίδια την αμερικανική κοινωνία, την πολιτική και τους θεσμούς της από την εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία, η οποία δείχνει την αναμφισβήτητη άνεσή της να επιτελεί πολλαπλούς ρόλους, πέρα από το να λειτουργεί απλώς ως δύναμη ήπιας ισχύος για τον θετικό επηρεασμό άλλων λαών μέσω της παγκόσμιας έλξης που ασκεί η εξιδανικευμένη προβολή του mainstream αμερικανικού τρόπου ζωής.

Επίσης, παραμένει γεγονός ότι ο Homelander είναι μία ακραία σατιρική, δυστοπική φιγούρα σεναριακής επινόησης, ενώ ο Τραμπ ένας πολιτικός της αληθινής ζωής, που όσο κι αν επικρίνεται σφόδρα για την προσωπικότητα και τα πεπραγμένα του, δεν παύει να λειτουργεί μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο με νομικούς κανόνες, δικαστικό σύστημα, θεσμικούς ελέγχους, κοινωνική και πολιτική λογοδοσία, καθώς και εκλογικές διαδικασίες αποτύπωσης της βούλησης των πολιτών, μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται ο Πρόεδρος των ΗΠΑ. 

Παρά ταύτα, όπως στη σειρά ο Homelander διατηρεί μία ισχυρή βάση πιστών ακολούθων, οι οποίοι, παρά το περιστασιακό «ξεμπρόστιασμα» από τους «The Boys», τον στηρίζουν ακόμη και όταν αποκαλύπτεται ότι παραβιάζει απροκάλυπτα κοινωνικούς, ηθικούς ή νομικούς κανόνες, έτσι και οι Αμερικανοί πολίτες στην πραγματική ζωή ψηφίζουν τον Τραμπ εν πλήρη γνώσει των ιδιαιτεροτήτων του χαρακτήρα και του αμφίσημου τρόπου που πολιτεύεται, προφανώς δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα σε άλλα ζητήματα από αυτά για τα οποία τον «σταυρώνουν» οι ανά τον κόσμο επικριτές του.

Σταχυολογώντας αυτούς ακριβώς τους λόγους στήριξης του Τραμπ, πολύ μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων, ανάμεσά τους και αρκετοί που παραδοσιακά δεν ψηφίζουν Ρεπουμπλικάνους ή που λογίζονται εκλογικά ως «αναποφάσιστοι», φαίνεται να θεωρούν ότι έχει τον τρόπο μείωσης τιμών, πληθωρισμού και κόστους ζωής, να πιστεύουν ότι η χώρα τους αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση μετανάστευσης και να εμπιστεύονται τη σκληρή ρητορική του, ακόμη κι αν είναι ακραία ή ανακριβής, αλλά και να διακατέχονται από την πεποίθηση ότι το σύστημα τον πολεμά, παραμορφώνοντας σκοπίμως τα λεγόμενά του και εκτοξεύοντας σε βάρος του με σκοπό να τον πλήξουν υπερβολικές, ανυπόστατες ή πολιτικά υποκινούμενες κατηγορίες. Μέσα σε όλα αυτά, βλέπουν με συμπάθεια στο πρόσωπό του μία σντισυστημική «outsider persona» που καταφέρνει πεισματικά να αντιστέκεται χάρη στην ψυχολογία του άκαμπτου ιδεαλιστή ηγέτη, ο οποίος δεν φοβάται να συγκρουστεί με ελίτ, ΜΜΕ και γραφειοκρατία, προκειμένου να στέκεται στο πλευρό του «απλού λαού».

Η διόλου ευκαταφρόνητη προτίμηση στον Τραμπ, που τον κατέστησε ένοικο του Λευκού Οίκου για δεύτερη φορά, αποτελεί σύνθετο φαινόμενο που συνδυάζει κοινωνικές ταυτότητες, ριζωμένη δυσαρέσκεια, πολιτισμικές εντάσεις, οικονομικές ανασφάλειες, δυσπιστία προς τους θεσμούς και, εν τέλει, μία βαθιά μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες -κυρίως όσοι νιώθουν έντονο αίσθημα περιφρόνησης ή αποκλεισμού από την κοινωνία, το κατεστημένο και τα κέντρα αποφάσεων- αντιλαμβάνονται την ψήφο τους ως προϊόν, κατά βάση, πολιτικών-κοινωνικών-οικονομικών συνεπειών και όχι στενής ιδεολογικής έκφρασης (εξ ου και η μεγάλη ρευστότητα του εκλογικού σώματος).

Το σύνολο αυτών, αλλά και άλλων συνδεόμενων στοιχείων -κρίση θεσμικής εμπιστοσύνης, άνοδος αντισυστημικού λόγου και πολιτικών δυνάμεων που τον εκτρέφουν, οικονομική ανασφάλεια, κοινωνική πόλωση, η λογική του «αρνητικού κομματισμού» (ο καθορισμός της ψήφου από το ποιος δεν θέλεις να σε κυβερνήσει), εθνικός προστατευτισμός (ως ασπίδα στην εξωτερική απειλή της επελαύνουσας παγκοσμιοποίησης και της μεταναστευτικής έξαρσης), σε συνδυασμό με τη δυναμική του καθοδηγούμενου συναισθηματισμού που εισάγουν οι νέες μορφές πολιτικής επικοινωνίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης- τα συναντούμε τα τελευταία χρόνια με διαφορετικές δοσολογίες και αυξομειούμενη ένταση στις κοινωνικές πραγματικότητες πολλών χωρών και στην Ελλάδα, όπου μία τέτοια αναλογία (σταδιακής αναδιαμόρφωσης της σχέσης των ψηφοφόρων με την πολιτική) είναι ιδιαιτέρως εμφανής από τον καιρό των μνημονίων και εντεύθεν.

Όπως στις ΗΠΑ, έτσι και στην Ελλάδα της οικονομικής ανασφάλειας, του πολωτικού κλίματος, των εσωτερικών αβεβαιοτήτων, των κραυγών για περισσότερη δικαιοσύνη και διαφάνεια, αλλά και των διαρκών περιφερειακών απειλών, ορισμένοι μηχανισμοί πολιτικής συμπεριφοράς εμφανίζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες, παρά το γεγονός ότι η ελληνική περίπτωση διαφέρει σημαντικά από την αμερικανική και δεν είναι απολύτως συγκρίσιμη ως προς τους θεσμούς.

Συγκεκριμένα, υφίσταται γενικευμένη δυσαρέσκεια και ανάλογη δυσπιστία προς παραδοσιακούς φορείς εξουσίας, ΜΜΕ, κρατικούς θεσμούς, ελίτ και τεχνοκρατία, που ωθούν μεγάλη μερίδα Ελλήνων πολιτών στη στήριξη πολιτικών που εμφανίζονται ως αντισυστημικοί, «αφιλτράριστοι», αυθεντικοί και με διάθεση σύγκρουσης με το κατεστημένο της αστικής ευγένειας και της πολιτικής ορθότητας, βγάζοντας από το «μαγικό σακούλι» εύκολες (άρα εξ ορισμού λαϊκίστικες) λύσεις για τα πάντα (και, ιδίως, στο πεδίο της οικονομίας, που είναι το πιο επιδραστικό στη διαμόρφωση στάσεων και προτιμήσεων).

Κάποιες φορές, η τελική κατάληξη στην κάλπη δεν απέχει πολύ από το να ισοδυναμεί με ψήφο διαμαρτυρίας, καθοριζόμενη περισσότερο από φόβο ή θυμό και όχι από ψύχραιμη λογική και, περαιτέρω, καταλήγοντας σε εργαλείο απόρριψης προσώπων, αντί κριτικής αξιολόγησης προγραμματικών θέσεων. Στην πιο απευκταία εκδοχή τους, οι πρακτικές συνέπειες μίας τέτοιας παρορμητικής εκλογικής συμπεριφοράς μπορούν να εκτείνονται από απρόβλεπτες πολιτικές (αν)ισορροπίες μέχρι ενίσχυση ακραίων ή μη βιώσιμων επιλογών και παρατεταμένη αβεβαιότητα, που όχι μόνο δεν είναι σε θέση να θεραπεύουν κρίσεις, αλλά ίσως μας φέρνουν και εγγύτερα σε σημαντικούς κινδύνους για τη σταθερότητα του πολιτεύματος και τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Το επιχείρημα, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ότι ο προσανατολισμός της ψήφου προς πιο «συστημικές λύσεις» είναι προτιμότερος, επειδή παρέχει εκ προοιμίου αδιαπραγμάτευτες εγγυήσεις ομαλότητας και ατάραχης πορείας -κάτι τέτοιο δεν ισχύει-, αλλά ότι, αφετηριακά τουλάχιστον, επιδιώκεται η διακυβέρνηση μέσω πιο ολοκληρωμένων προγραμμάτων σε πολλούς τομείς της καθημερινότητας, τα οποία είναι ανοιχτά στη δημόσια κριτική και σε λογικούς υπολογισμούς των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων τους, αντί μόνο μέσω ενός ρηχού καταγγελτικού λόγου, που -θύμα ο ίδιος του τυφλού φανατισμού του- στερείται το βάθος αξιόπιστων (αλλά και εφαρμόσιμων) εναλλακτικών προτάσεων.

Στο τέλος της ημέρας, μέσα από την ψυχαγωγική διάσταση που, κατά την προσωπική μου αίσθηση, εκπληρώνει με απόλυτη επιτυχία, αποζημιώνοντας τους θεατές για τον χρόνο τους, το «The Boys» δεν αποτελεί ένα έξυπνο σατιρικό σχόλιο μόνο για τις αυταρχικές ή ψευδεπίγραφες ηγεσίες, αλλά και για τις απανταχού πλειοψηφίες των εκλογικών σωμάτων που τις αναδεικνύουν στην εξουσία, υπενθυμίζοντας ότι στις δημοκρατίες του majoritarian rule οι συλλογικές εκλογικές επιλογές έχουν συνέπειες που εκόν άκον αφορούν, τελικά, το σύνολο της κοινωνίας.