Κοσμος

Citizen Vigilante: Τα στατιστικά της ταινίας που πυροδότησε ρατσιστικά ξεσπάσματα

Ρητορική μίσους αμπαλαρισμένη σε ψυχαγωγική ταινία, λένε, και δικαίως, κριτικοί και ακτιβιστές

A.V. Team
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τη διαφήμισε ο Έλον Μασκ, την «κατασπάραξαν» οι κριτικοί κινηματογράφου, όμως, η ταινία φαίνεται να βρίσκει το κοινό της

Πρώτα η είδηση: Η Quiver Distribution απέκτησε τα παγκόσμια δικαιώματα -με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, τις γερμανόφωνες χώρες, τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν- για την αμφιλεγόμενη ταινία που σηματοδοτεί το comeback του Άρμι Χάμερ, Citizen Vigilante. Η εταιρεία διανομής, υπό την ηγεσία των συμπροέδρων Τζεφ Σάκμαν και Μπέρι Μέγιεροουιτς, κατέχει ήδη τα δικαιώματα για τη Βόρεια Αμερική και κυκλοφόρησε εκεί το θρίλερ δράσης στις 19 Ιουνίου.

Η συμφωνία έρχεται μετά την εντυπωσιακή παρέμβαση του Έλον Μασκ, ο οποίος ανάρτησε την ταινία στον λογαριασμό του στο X -με 240 εκατομμύρια ακολούθους- διαθέσιμη για δωρεάν λήψη στο σύνολό της για 48 ώρες, από Πέμπτη έως Σάββατο (και μετά την απαγόρευση της ταινίας στη Γερμανία...).

Ωστόσο, η ταινία εξακολουθεί να πυροδοτεί άγριες πολιτικές και κοινωνικές συζητήσεις για τη φύση και το περιεχόμενό της, καθώς απεικονίζει δολοφονίες μουσουλμάνων και μεταναστών και ρίχνει λάδι στη φωτιά στον κλιμακούμενο πολιτισμικό πόλεμο γύρω από τη μετανάστευση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο που ο Μασκ αποφάσισε να κάνει τσάμπα διαφήμιση στη χαμηλού προϋπολογισμού ταινία στους 240 εκατομμύρια ακολούθους του στο X, τον ίδιο μήνα αντι-μουσουλμανικές ταραχές συγκλόνισαν το Μπέλφαστ και ένα τζαμί δέχτηκε επίθεση με βόμβα μολότοφ στο Δουβλίνο.

Ένας τιμωρός μεταναστών και πολιτικών, μια ταινία – σημαία της ακροδεξιάς

Το Citizen Vigilante, σε σκηνοθεσία του Γερμανού Ούβε Μπολ και με πρωταγωνιστή τον Άρμι Χάμερ -έναν ηθοποιό του οποίου η καριέρα κατέρρευσε μετά από καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση- ακολουθεί έναν πλούσιο Αμερικανό σε μια ευρωπαϊκή πόλη που δεν κατονομάζεται, ο οποίος αυτοανακηρύσσεται τιμωρός, κυνηγώντας εγκληματίες μετανάστες και αξιωματούχους που, κατά τη γνώμη του, αποτυγχάνουν να ελέγξουν την εγκληματικότητα στην πολη.

Η ταινία κορυφώνεται σε μια σκηνή που πλέον κυκλοφορεί ευρέως στα ακροδεξιά κοινωνικά δίκτυα: ο χαρακτήρας του Χάμερ εισβάλλει στο διαμέρισμα μιας συριακής οικογένειας προσφύγων και εκτελεί κάθε μέλος -πατέρα, μητέρα, αδελφό και αδελφή- εκφωνώντας ένα πολιτικό μανιφέστο την ώρα της δολοφονίας.

Η Γερμανία αρνήθηκε να δώσει στην ταινία ταξινόμηση ηλικίας, ουσιαστικά απαγορεύοντάς την από τους κινηματογράφους με το σκεπτικό ότι υποκινεί βία κατά μεταναστών.

Ο Μπολ επιβεβαίωσε ότι η απαγόρευση συνδέεται ακριβώς με αυτή την ανησυχία. Η ταινία κυκλοφόρησε σε περιορισμένες αίθουσες στις ΗΠΑ στις 19 Ιουνίου, χωρίς να προκαλέσει ιδιαίτερη προσοχή.

Έξι ημέρες αργότερα, ο Μασκ την ανάρτησε ολόκληρη στο X, όπου προβλήθηκε για 48 ώρες. Ο Μπολ τον ευχαρίστησε δημόσια. Σύμφωνα με τον Μασκ, η ανάρτηση συγκέντρωσε τουλάχιστον 8 εκατομμύρια προβολές. Η... διαφήμιση δούλεψε και στην πλατφόρμα του Tik Tok όπου άρχισαν να γίνονται viral σκηνές της ταινίας και κυρίως το πολιτικό μανιφέστο του πρωταγωνιστή...

Μέσα σε λίγες ημέρες, η ταινία ανέβηκε στην κορυφή των ενοικιάσεων του Amazon Prime και έφτασε στη δεύτερη θέση του Apple TV. Ο Μασκ σχολίασε την επιτυχία στο Apple TV γράφοντας ότι το σίκουελ θα είναι «ακόμη καλύτερο».

Η χρονική συγκυρία δύσκολα θα μπορούσε να είναι χειρότερη - ή, από την πλευρά όσων προωθούν την ταινία, καλύτερη.

Στις 8 Ιουνίου, μια επίθεση με μαχαίρι στο Μπέλφαστ, που φέρεται να διαπράχθηκε από Σουδανό αιτούντα άσυλο, πυροδότησε ημέρες ταραχών κατά τις οποίες μασκοφόροι έβαλαν φωτιά σε σπίτια μεταναστών, πραγματοποίησαν επιθέσεις πόρτα-πόρτα και ανάγκασαν 27 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους — γεγονός που οι Irish Times και The Times περιέγραψαν ως ρατσιστικό πογκρόμ.

Η αστυνομία της Βόρειας Ιρλανδίας κατέγραψε τον υψηλότερο ετήσιο αριθμό εγκλημάτων με ρατσιστικό κίνητρο από το 2004, όταν ξεκίνησαν να καταγράφονται τέτοια περιστατικά.

Ο Μασκ χρησιμοποίησε το X για να ενισχύσει αντι-μεταναστευτικό περιεχόμενο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (και ενώ τα ΜΜΕ ασχολούνταν κυρίως με τον πλούτο και τις κατά καιρούς συζύγους και συντρόφους του) με αναρτήσεις που, σύμφωνα με το Center for Countering Digital Hate, συγκέντρωσαν πάνω από 115 εκατομμύρια προβολές.

Ο Μασκ θέλει και σίκουελ

Ο οργανισμός τον κατηγόρησε ότι ενίσχυσε αφηγήσεις περί «βίαιων μεταναστών» που ενέπνευσαν εκκλήσεις για πραγματική βία.

Τώρα, ο Μασκ κάνει εκστρατεία υπέρ μιας ταινίας, της οποίας η κεντρική ιδέα είναι ότι η δολοφονία μεταναστών -και των θεσμών που τους προστατεύουν- είναι πράξη ηρωισμού.

Καταδίκη της ταινίας απ’ όλο το πολιτικό φάσμα

Κριτικοί από όλο το πολιτικό φάσμα έχουν καταδικάσει την ταινία. Το Variety την περιέγραψε ως βίαιη, ασυνάρτητη και ηθικά χρεοκοπημένη κινηματογραφία που επιχειρεί να εκμεταλλευτεί στυγνά ένα πρόβλημα του σύγχρονου κόσμου, όπως οι ανεξέλεγκτες ροές μετανάστευσης.

Ο κριτικός Νέιθαν Ράμπιν, ο οποίος παλαιότερα είχε συν-γράψει βιβλίο υπερασπιζόμενος το έργο του Μπολ, χαρακτήρισε το Citizen Vigilante ως την πιο ρατσιστική ταινία μετά το The Birth of a Nation και την περιέγραψε ως «αποκρουστική φασιστική φαντασίωση εκδίκησης».

Σημείωσε ότι η ταινία κλείνει με κατασκευασμένα στατιστικά εγκληματικότητας που αποδίδονται σε μουσουλμάνους από την Αφρική, λειτουργώντας ως μετα-credits κάλεσμα σε δράση.

Το Slate παρατήρησε ότι η κυκλοφορία της ταινίας συνέπεσε ακριβώς με τη στιγμή που θα είχε τη μεγαλύτερη απήχηση στους ακροδεξιούς που εμμονικά ασχολούνται με τη μετανάστευση.

Η κριτική του συγκεκριμένου Μέσου ανέφερε χαρακτηριστικά: «μια βαθιά ειρωνεία - μια ταινία που καλεί το κοινό να φοβάται μουσουλμάνους και μετανάστες ως απειλή για την ασφάλεια των γυναικών έχει ως πρωταγωνιστή έναν ηθοποιό που αντιμετωπίζει σοβαρές καταγγελίες για βία κατά γυναικών -καταγγελίες που ο Χάμερ αρνείται, αλλά που ουσιαστικά τερμάτισαν την mainstream καριέρα του.

Η ταινία παρουσιάζει μουσουλμάνους και μετανάστες σχεδόν αποκλειστικά ως βιαστές, τρομοκράτες, εμπόρους ναρκωτικών και λαθρεπιβάτες.

Η πλοκή αντλεί από μια υπόθεση του Αμβούργου το 2016, όπου μετανάστες κατηγορούμενοι για ομαδικό βιασμό έλαβαν αναστολή, αλλά επεκτείνει τη λογική πολύ πέρα από οποιοδήποτε μεμονωμένο έγκλημα: ο χαρακτήρας του Χάμερ κηρύττει ότι το ίδιο το Ισλάμ είναι το πρόβλημα, απαιτεί από τους Ευρωπαίους ηγέτες να καταστείλουν τη μετανάστευση και προειδοποιεί ότι η ήπειρος θα γίνει, όπως λέει η ταινία, «κολαστήριο» αν συνεχιστεί η μετανάστευση.

Ένας κριτικός σημείωσε ότι ο χαρακτήρας λειτουργεί ως «αφίσα» της ισλαμοφοβίας, εκφωνώντας ουσιαστικά ένα μανιφέστο κατά της παρουσίας μουσουλμάνων στην Ευρώπη.

Ο Μπολ έχει απορρίψει τους ισχυρισμούς ότι η ταινία είναι σατιρική, επιβεβαιώνοντας σε πολλαπλές συνεντεύξεις ότι είναι απολύτως σοβαρός ως προς το μήνυμά της.

Μάλιστα, δήλωσε στο Variety ότι η ταινία απαγορεύτηκε επειδή υποκινεί βία κατά μεταναστών και παρουσίασε την απαγόρευση ως λογοκρισία.

Δεξιοί σχολιαστές έχουν υιοθετήσει αυτή την αφήγηση, παρουσιάζοντας την ταινία ως «καταπιεσμένη αλήθεια» αντί για εμπρηστική προπαγάνδα.

Troll εν δράσει υπέρ του Citizen Vigilante

Η υποδοχή του κοινού έχει διαμορφωθεί από συντονισμένη διαδικτυακή προώθηση. Η ταινία έχει 94% στο Rotten Tomatoes από το κοινό - ποσοστό που πολλοί παρατηρητές αποδίδουν σε οργανωμένο review-bombing από ακροδεξιούς λογαριασμούς.Την ίδια στιγμή η βαθμολογία των επαγγελματιών κριτικών βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση.

Συναγερμός από οργανώσεις υπεράσπισης δικαιωμάτων
Όσο γίνεται όλο αυτό το buzz γύρω από την ταινία, ακτιβιστικές οργανώσεις έχουν εκφράσει έντονη ανησυχία. Το Μουσουλμανικό Συμβούλιο Βρετανίας -που τον Ιούνιο εξέδωσε οδηγίες προς τα τζαμιά να πραγματοποιούν ασκήσεις lockdown και να προετοιμάζονται για επιθέσεις με μολότοφ- προειδοποιεί για ένα κλίμα στο οποίο αίφνης άτομα με έτσι κι αλλιώς ρατσιστικές απόψεις, νιώθουν ξαφνικά μια «αόρατη ενθάρρυνση» να ασκήσουν βία και εκφοβισμό.

Η κυκλοφορία της ταινίας συνέπεσε με την περίοδο κατά την οποία ένα τζαμί στο Δουβλίνο δέχτηκε επίθεση με μολότοφ, το σπίτι ενός ιμάμη στο Μπόλτον στοχοποιήθηκε με εμπρηστικό μηχανισμό και μουσουλμάνοι δέχτηκαν επιθέσεις στο Εδιμβούργο και σε πάρκο του Δουβλίνου.

Οι ερευνητές που παρακολουθούν την ακροδεξιά κινητοποίηση «βλέπουν» το ευρύτερο μοτίβο.
Το Institute for Strategic Dialogue έχει καταγράψει ότι ένας μικρός αριθμός λογαριασμών παράγει δυσανάλογο όγκο αντι-μουσουλμανικού περιεχομένου στο διαδίκτυο, με μόλις 50 λογαριασμούς να ευθύνονται για το 35% του σχετικού υλικού στην Ιρλανδία.

Η δραστηριότητα ακροδεξιών καναλιών στο Telegram στην Ιρλανδία αυξήθηκε πάνω από 7.400% μεταξύ 2019 και 2020.

Ταινίες όπως το Citizen Vigilante λειτουργούν ως πολιτισμική ενίσχυση αφηγήσεων που ήδη διακινούνται μέσα από αυτά τα δίκτυα, προσδίδοντας στο ιδεολογικό περιεχόμενο το συναισθηματικό βάρος και τη «μεταδοτικότητα» της ψυχαγωγίας.

Ο ρόλος του Μασκ ως ιδιοκτήτη πλατφόρμας και ταυτόχρονα προωθητή έχει προκαλέσει ιδιαίτερη ανησυχία. Δεν επέτρεψε απλώς την ταινία στο X• την ανάρτησε ο ίδιος, την ενέκρινε και εξέφρασε ενθουσιασμό για ένα ενδεχόμενο σίκουελ.

Αυτό συνέβη μετά από εβδομάδες κατά τις οποίες επευφημούσε τους ταραξίες στο Μπέλφαστ, επιτίθετο σε Ευρωπαίους ηγέτες για όσα θεωρεί αποτυχίες στη μετανάστευση και ενίσχυε ακροδεξιούς σχολιαστές σε όλη την ήπειρο.

Το Center for Countering Digital Hate σημείωσε ότι ο Μασκ φαίνεται να αντιμετωπίζει ελάχιστες συνέπειες στην πλατφόρμα που ο ίδιος κατέχει για περιεχόμενο που θα οδηγούσε σε κυρώσεις για οποιονδήποτε άλλο χρήστη.

Η σύμπτωση μιας ταινίας που εξυμνεί τη δολοφονία μουσουλμάνων, ενός ιδιοκτήτη πλατφόρμας που ενισχύει αντι-μεταναστευτική βία και μιας πραγματικής αύξησης επιθέσεων σε τζαμιά και μουσουλμανικές κοινότητες σε όλη την Ευρώπη έχει δημιουργήσει αυτό που οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων περιγράφουν ως μία από τις πιο επικίνδυνες στιγμές για τις μουσουλμανικές κοινότητες στη Δύση εδώ και χρόνια.

Κάποιοι, μετριοπαθώς ισχυρίζονται ότι «το πώς θα ερμηνευτεί η ταινία -ως πρόκληση, ως εργαλείο στρατολόγησης ή απλώς ως ψυχαγωγία- εξαρτάται από το ποιος την παρακολουθεί και τι κάνει όταν τελειώσει», αλλά ο σκεπτόμενος γνωρίζει τις αναδιπλώσεις της ρητορικής μίσους, είτε μετουσιώνονται σε πολιτικό λόγο είτε σε μία ταινία που στόχο έχει να «ψυχαγωγήσει» για μία δυο ώρες...