- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η Επιχείρηση Εντέμπε το 1976: η αεροπειρατεία της Air France, η διάσωση των ομήρων και οι γεωπολιτικές συνέπειες.
Στις 27 Ιουνίου 1976, εκδηλώθηκε αεροπειρατεία σε αεροσκάφος της Air France που είχε αναχωρήσει από το Τελ Αβίβ και είχε πετάξει προς την Αθήνα, όπου είχε παραλάβει 58 επιπλέον επιβάτες, συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων αεροπειρατών. Στη συνέχεια το αεροσκάφος αναχώρησε για το Παρίσι. Αμέσως μετά την απογείωση, εκδηλώθηκε αεροπειρατεία από δύο Παλαιστίνιους του «Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης–Εξωτερικές Επιχειρήσεις» (PFLP-EO), τους Τζαγιέλ αλ-Αρτζα και Φαγιέζ Αμπντούλ Αλ Τζαμπέρ, και δύο Γερμανούς, τον Βίλφριντ Μπόζε και την Μπριγκίτε Κούλμαν, από τους «Γερμανικούς Επαναστατικούς Πυρήνες». Οι αεροπειρατές έστρεψαν την πτήση με προορισμό τη Βεγγάζη όπου το αεροσκάφος έμεινε στο έδαφος επί επτά ώρες για ανεφοδιασμό. Κατά τη διάρκεια εκείνης της μακράς ημέρας, οι αεροπειρατές απελευθέρωσαν την Βρετανίδα Πατρίσια Μαρτέλ, η οποία προσποιήθηκε ότι είχε αποβάλει, και στη συνέχεια αναχώρησε από τη Βεγγάζη. Πάνω από 24 ώρες μετά την αρχή της πτήσης, έφτασε στο Διεθνές Αεροδρόμιο Εντέμπε στην Ουγκάντα.
Οι αεροπειρατές, που ζητούσαν την απελευθέρωση 40 Παλαιστινίων μαχητών που ήταν φυλακισμένοι στο Ισραήλ, καθώς και 13 κρατουμένων σε τέσσερις άλλες χώρες, οδήγησαν το σκάφος στο Εντέμπε της Ουγκάντα επειδή τότε βρισκόταν υπό το καθεστώς του γραφικού δικτάτορα Ίντι Αμίν. Ο Αμίν είχε ενημερωθεί για την αεροπειρατεία από την αρχή και είχε υποσχεθεί φιλοξενία στους τρομοκράτες. Πάνω από 100 Ουγκανέζοι στρατιώτες καλωσόρισαν την προσγείωση του αεροσκάφους κι αφού μετέφεραν όλους τους ομήρους σε ένα εγκαταλελειμμένο αεροδρόμιο, χώρισαν μαζί με τους αεροπειρατές όλους τους Ισραηλινούς και αρκετούς μη Ισραηλινούς Εβραίους από τη μεγαλύτερη ομάδα επιβατών, μεταφέροντάς τους σε ξεχωριστό δωμάτιο. Τις επόμενες δύο ημέρες, 148 μη Ισραηλινοί όμηροι αφέθηκαν ελεύθεροι και μεταφέρθηκαν αεροπορικώς στο Παρίσι, ενώ οι 94 εναπομείναντες επιβάτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Ισραηλινοί, και το 12μελές πλήρωμα της Air France συνέχισαν να κρατούνται ως όμηροι.
Αρχικά, εκπρόσωποι της ισραηλινής κυβέρνησης —πρωθυπουργός ήταν τότε ο Γιτζάκ Ράμπιν και υπουργός άμυνας ο Σιμόν Πέρες— συζήτησαν για το αν θα έπρεπε να υποχωρήσουν ή να απαντήσουν με βίαια μέσα: οι αεροπειρατές είχαν απειλήσει να σκοτώσουν τους 106 αιχμαλώτους αν δεν απελευθερώνονταν οι Παλαιστίνιοι. Με βάση τις πληροφορίες που παρείχε η Μοσάντ, ελήφθη η απόφαση να αναλάβει ο ισραηλινός στρατός μια επιχείρηση διάσωσης, η οποία περιελάμβανε, αναπόφευκτα, ένοπλη αντιπαράθεση με τον στρατό της Ουγκάντας. Η επιχείρηση ξεκίνησε τη νύχτα της 3ης Ιουλίου 1976, όταν ισραηλινά μεταγωγικά αεροσκάφη μετέφεραν 100 κομάντος οι οποίοι σε διάστημα 90 λεπτών, διέσωσαν 102 ομήρους. Τρεις σκοτώθηκαν: η μία από τις νεκρές ομήρους, ονόματι Ντόρα Μπλοχ, δολοφονήθηκε από τις αρχές της Ουγκάντα σε νοσοκομείο στην Καμπάλα λίγο μετά την ισραηλινή επιχείρηση — είχε αρρωστήσει κατά τη διάρκεια της αεροπειρατείας και είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο πριν από την άφιξη των κομάντος. Από τον ισραηλινό στρατό τραυματίσηκαν πέντε άτομα και σκοτώθηκε ένα, ο Γιονατάν Νετανιάχου, μεγαλύτερος αδελφός του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Οι Ισραηλινοί κομάντος εκτέλεσαν όλους τους αεροπειρατές και 45 στρατιώτες της Ουγκάντα, καθώς και 11 από τους Ουγκαντέζους υπαλλήλους. Δύο MiG-17 και MiG-21 καταστράφηκαν.
Καθώς κατά τη διάρκεια αυτής της αιματηρής επιχείρησης, το Ισραήλ βοήθησε η γειτονική Κένυα, ο Ίντι Αμίν, έδωσε διαταγή στον στρατό της Ουγκάντα να σκοτώσει όλους τους Κενυάτες που ζούσαν στη χώρα: 245 αθώοι Κενυάτες-Ουγκαντέζοι έχασαν τη ζωή τους και περίπου 3.000 αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ουγκάντα. Εξάλλου, στις 24 Μαΐου 1978, ο πρώην υπουργός Γεωργίας της Κένυας, Μπρους Μακένζι, σκοτώθηκε όταν εξερράγη βόμβα στο αεροσκάφος του, καθώς ο Μακένζι έφευγε από μια συνάντηση με τον Αμίν. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι ο Αμίν διέταξε πράκτορες να δολοφονήσουν τον Μακένζι σε αντίποινα για την εμπλοκή της Κένυας στην ισραηλινή επιχείρηση του 1976.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών συνεδρίασε στις 9 Ιουλίου 1976 για να εξετάσει καταγγελία του Προέδρου του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας, ο οποίος κατηγορούσε το Ισραήλ για «παράνομη επίθεση». Το Συμβούλιο επέτρεψε στον πρεσβευτή του Ισραήλ στα Ηνωμένα Έθνη, Χάιμ Χέρτζογκ, και στον υπουργό Εξωτερικών της Ουγκάντα, Τζούμα Όρις Αμπντάλα, να συμμετάσχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου. Ο γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κουρτ Βάλντχαϊμ —το ναζιστικό παρελθόν του οποίου δεν είχε ακόμα αποκαλυφθεί: θα αποκαλυπτόταν 10 χρόνια αργότερα— δήλωσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας ότι η επιδρομή αποτελούσε «σοβαρή παραβίαση της κυριαρχίας ενός κράτους μέλους των Ηνωμένων Εθνών»· γενικά το κλίμα στον ΟΗΕ ήταν εναντίον του Ισραήλ. Εξαίρεση αποτελούσαν η Ομοσπονδιακή Γερμανία, οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Παρά την ευρεία δημόσια υποστήριξη στις ΗΠΑ για την επιδρομή, ο Χένρυ Κίσσιντζερ επέκρινε κατ' ιδίαν, στη διάρκεια συνομιλίας του με τον Ισραηλινό πρέσβη Σίμχα Ντίνιτς, τη χρήση αμερικανικού εξοπλισμού από το Ισραήλ.
Η αεροπειρατεία και η απώλεια ανθρώπων εκείνης της επιχείρησης οδήγησε σε αναβάθμιση των μέτρων ασφαλείας στην πολιτική αεροπορία. Αν και είχαν προηγηθεί αρκετές αεροπειρατείες —με πιο επεισοδιακή εκείνη του Dawson's Field τον Σεπτέμβριο του 1970 όταν το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP) είχε καταλάβει ταυτόχρονα τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη— τα γεγονότα του 1976 έδειξαν ότι δεν επρόκειτο για φαινόμενο που θα περνούσε αλλά για τακτική των τρομοκρατικών οργανώσεων η οποία απαιτούσε προσαρμογές και αποκρίσεις. Πράγματι, δέκα χρόνια μετά από την αεροπειρατεία στην Air France, Παλαιστίνιοι τρομοκράτες κατέλαβαν αεροσκάφος της Pan Am στο Καράτσι του Πακιστάν. Η αεροπειρατεία έληξε με αιματοχυσία και τον θάνατο 20 και πλέον ανθρώπων, ανάμεσά τους και της ηρωικής αεροσυνοδού Neerja Bhanot, η οποία θυσιάστηκε προστατεύοντας παιδιά.
Τον Αύγουστο του 2012, η Ουγκάντα και το Ισραήλ τίμησαν την μνήμη της επιδρομής σε τελετή πένθους στον παλιό τερματικό σταθμό, όπου σκοτώθηκε ο Γιονατάν Νετανιάχου και ανανέωσαν τη δέσμευσή τους να «καταπολεμήσουν την τρομοκρατία και να εργαστούν για την ανθρωπότητα». Το 2016, σαράντα χρόνια μετά την περιβόητη επιχείρηση διάσωσης, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου επισκέφθηκε το Εντέμπε με ισραηλινή αντιπροσωπεία.
Η υπόθεση έχει εμπνεύσει τους κινηματογραφιστές (υπάρχουν ντοκυμαντέρ όπως το «Επιχείρηση Κεραυνός: Εντέμπε» και «Η Άνοδος και η Πτώση του Ίντι Αμίν»), καθώς και ταινίες μυθοπλασίας όπως το «Νίκη στο Εντέμπε», «Επιδρομή στο Έντεμπε», «Επιχείρηση Κεραυνός» και «Δύναμη Δέλτα».