Κοσμος

Η Παραγουάη κι εμείς

Η χώρα της Νότιας Αμερικής ως καθρέφτης της εθνικής μας αποτυχίας

Βαγγέλης Ακτσαλής
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Παραγουάη μάς προσπέρασε: Από τη μεταολυμπιακή ευφορία της Ελλάδας στη στασιμότητα που αρνείται να αλλάξει παραγωγικό μοντέλο

«Μες την Παραγουάη, σε φίνο ακρογιάλι,
θα στήσουμε τσαντίρι ζηλευτό,
θα πίνουμε σαμπάνια, πριν πάμε για τα μπάνια,
με μπουζουκάκι έξυπνο τρελό!»
«Σε φίνο ακρογιάλι», στίχοι/μουσική Β. Τσιτσάνης

Το μακρινό 2004, όταν εμείς πλέαμε στα πελάγη της μεταολυμπιακής μας ευτυχίας, ιπτάμεθα στον έβδομο ουρανό της Πορτογαλίας πάνω στις πλάτες του Χαριστέα και απολαμβάναμε για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία μας τα αγαθά του —πρόσφατα ακόμα τότε θεσπισμένου— κοινού ευρωπαϊκού (και άρα «σκληρού») νομίσματος, δηλαδή χαμηλό πληθωρισμό και ευκολίες δανεισμού, στην εξίσου μακρινή μας Παραγουάη ο μισός πληθυσμός ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας.

Σήμερα, 22 χρόνια μετά, το ποσοστό αυτό έχει πέσει στο 16%*.

Η Παραγουάη κι εμείς

Αντιστικτικά της Υφηλίου

Επανειλημμένες στατιστικές μελέτες της Eurostat, του (παλιού μας γνώριμου) ΔΝΤ, του ΟΑΣΑ και πολλών άλλων διεθνών οργανισμών μάς κατατάσσουν μεταξύ των ουραγών στην παραγωγικότητα των εργαζομένων, στις δεξιότητες των μαθητών μας στην κατάταξη της P.I.S.A., στην αγοραστική δύναμη των πολιτών.

Τι είναι αυτό που μας κάνει να πορευόμαστε αντιστικτικά του υπόλοιπου κόσμου; Υπάρχει κάποια νομοτέλεια στο να παρακολουθούμε άπραγοι την οικουμένη να προοδεύει, την ώρα που εμείς μένουμε στάσιμοι, όταν δεν οπισθοχωρούμε;

Αποτελεί θέσφατο ή, τρόπον τινά, εθνικό πεπρωμένο;

Επτά χρόνια από τη λήξη των μνημονίων (και δεκαεπτά από την είσοδό μας σε αυτά) και μετά από μια δεκαετία που η χώρα απώλεσε σχεδόν το 30% του ΑΕΠ της —απώλεια που αντιστοιχεί σε πολεμική καταστροφή— εύλογα θα ανέμενε κανείς το ελατήριο που λέγεται «ελληνική οικονομία» να εκτινασσόταν με γοργούς ρυθμούς ανάπτυξης αντίστοιχους των μεταπολεμικών —όπως συνέβη καθ’ ημάς το ’50 και το ’60 και όπως γενικά συμβαίνει μεταπολεμικά.

Εντούτοις, παρά το ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης, που —κατ’ αντιστοιχία με το σχέδιο Μάρσαλ μετεμφυλιοπολεμικά— προσέφεραν άριστα χρηματοδοτικά εργαλεία για μια πραγματική ανασυγκρότηση και σε αντίθεση με το κυρίαρχο κυβερνητικό αφήγημα, απέχουμε παρασάγγας από το να έχουμε μια ισόρροπη ανάπτυξη.

Η όποια ισχνή —συγκριτικά με τις απώλειές μας κατά τη διάρκεια της Κρίσης— ανάπτυξη αφορά συγκεκριμένους τομείς, οι οποίοι μάλιστα είναι εν πολλοίς είτε παρασιτικοί —βλ. τζόγος— είτε «απομυζητικοί», αφού δεν αναπτύσσονται παράγοντας νέο πλούτο, αλλά εις βάρος των πολιτών —βλ. παράνομες και παράλογες χρεώσεις τραπεζών επί γελοίων αφορμών και «χρηματιστήριο ενέργειας». Πρόκειται για μια επίπλαστη ανάπτυξη ελαχίστων προνομιούχων (οι οποίοι συνήθως τυγχάνουν πλησίον των κυβερνητικών κέντρων λήψης αποφάσεων), η οποία ελάχιστα μετακυλίεται και αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Έτσι όμως διαρρηγνύεται το «κοινωνικό συμβόλαιο» και η κοινωνική συνοχή αντικαθίσταται από μεμονωμένες, ιδιοτελείς, παράλληλες ατομικότητες.

Ο (Λάθος) Θλιμμένος Άνθρωπος

Στο συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος πρόσφατα ο πρωθυπουργός δήλωσε «οργισμένος και θλιμμένος» με την ακρίβεια. Μόνο που καθήκον του κατόχου του συγκεκριμένου αξιώματος δεν είναι να οργίζεται και να θλίβεται, αλλά να αντιμετωπίζει τις αιτίες του εκάστοτε προβλήματος.

Όλα τα δεδομένα συντείνουν στο ότι η βασική αιτία της οικονομικής μας δυσπραγίας είναι η χαμηλή παραγωγικότητα, η οποία βρίσκεται στο 1/3 της αντίστοιχης ιρλανδικής (μιας χώρας με παρεμφερές με εμάς «οικονομικό προφίλ» ως τη σχεδόν ταυτόχρονη ένταξή μας στην (τότε) Ε.Ο.Κ.) και μόλις το μισό του μ.ο. των χωρών του ΟΑΣΑ.

Υπεύθυνα γι’ αυτό (μεταξύ πολλών άλλων), η διασπάθιση κοινοτικών κονδυλίων επί μισό αιώνα σε αντιπαραγωγικές (ο Θεός να τις κάνει) «επενδύσεις», η άρνηση μετεξέλιξης και εκσυγχρονισμού των δομών παραγωγής και διακυβέρνησης και η «εξίσωση της μεταπολίτευσης».

Η «Εξίσωση της Μεταπολίτευσης»

Στον αντίποδα του Σταχάνωφ, του Σοβιετικού εργάτη-θρύλου για τη μνημειώδη αποδοτικότητα, βρίσκεται μια (εξίσου μνημειώδης) σοβιετική παροιμία: «εκείνοι (το Κόμμα) παρίσταναν πως μας πλήρωναν, εμείς παριστάναμε πως δουλεύαμε, έτσι ήμασταν όλοι χαρούμενοι!».

Στον αντίποδα της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου —που θέλει τα πάντα να βελτιώνονται στο πέρας του χρόνου— αλλά σε απόλυτη συμφωνία με τον νομπελίστα Ατζέμογλου —που ισχυρίζεται πως έθνη και λαοί που αποτυγχάνουν να ενστερνιστούν την καινοτομία και να προσαρμοστούν στις νέες εξελίξεις μαραζώνουν και εξαλείφονται— έχουμε μετατραπεί σε ένα οθωμανοσοβιετικό υβρίδιο: ραχάτι, μπαχτσίσι και ρουσφέτι από τη μια, εικονική εργασία —βλ. 700 οδηγοί που ενώ αμείβονταν, έλειπαν από τις θέσεις τους στα Μ.Μ.Μ.— χωρίς μετρήσιμους δείκτες και διαρκή αξιολόγηση αποτελέσματος, από την άλλη.

Κατ’ αντιστοιχία με τη σοβιετική, η δική μας «εξίσωση της μεταπολίτευσης», η οποία μεταμνημονιακά επιτάθηκε, είναι η εξής:
«εφόσον ως Δημόσιο αδυνατούμε να αμείβουμε τους υπαλλήλους μας επαρκώς, τουλάχιστον δεν τους ασκούμε έλεγχο». Και κάπως έτσι, 30 χρόνια μετά την έναρξη καταγραφής του (και παρά τις παχυλές κοινοτικές επιδοτήσεις), το Κτηματολόγιο δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, 20 χρόνια μετά την έναρξη των εργασιών του το μετρό Θεσσαλονίκης δουλεύει με διαλείψεις και η χώρα γενικά διέπεται από μια κεκτημένη αδράνεια και άγεται με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές: για πιο μετά «έχει ο Θεός (ενίοτε της Ελλάδος!)».

Σεζλόνγκ, Σουβλάκι, Φρέντο

Εδώ και δεκαετίες, αντί να επενδύουμε στο τρίπτυχο καινοτομία/έρευνα/τεχνολογία, που προσφέρουν υψηλής προστιθέμενης αξίας τελικό προϊόν και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, εμείς αρκεστήκαμε και περιοριστήκαμε στο παρωχημένο τρίπτυχο «εστίαση, τουρισμός, ακίνητα». Το παραγωγικό μας μοντέλο στηρίζεται στη μονοκαλλιέργεια χαμηλής εξειδίκευσης τομέων, ευάλωτων σε αναπάντεχες εξωτερικότητες, όπως πόλεμοι και διεθνείς κρίσεις.

Λογικό λοιπόν το κοινωνικό μας κεφάλαιο να βρίσκεται στο ναδίρ και οι προοπτικές προκοπής για τη νεολαία μας να είναι ισχνές, αφού αυτή περισσότερο λαθροβιοί και επιβιώνει βασιζόμενη στο βοήθημα γονιών και παππούδων, παρά δημιουργεί και παράγει νέο, δικό της πλούτο.

Στις ακρογιαλιές της Παραγουάης

…και κάπως έτσι ό,τι πολυτιμότερο διαθέτουμε, τα νιάτα μας, αναγκάζονται να αναζητούν μια καλύτερη τύχη στην ξενιτιά: φεύγουν τα ήμερα —όσοι δηλαδή έχουν ψήγματα έστω φιλοδοξίας ή αξιοπρέπειας— και μένουν τα άγρια —τα παιδιά του κομματικού σωλήνα.
Τα δικά τους παιδιά, την ώρα που τα δικά μας πορεύονται εις άγραν ενός καλύτερου αύριο στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
…ως και στις ακτές της Παραγουάης.**

* (στοιχεία Παγκόσμιας Τράπεζας)
** Η Παραγουάη είναι περίκλειστη χώρα, στερούμενη ακτογραμμής.