Κοσμος

Τι απέγιναν οι «Ρεπουμπλικανοί Ροκφέλλερ»;

Οι μετριοπαθείς στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και «οι άλλοι»

Σώτη Τριανταφύλλου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η υποχώρηση των μετριοπαθών Ρεπουμπλικανών και η άνοδος του τραμπισμού άλλαξαν ριζικά το πολιτικό τοπίο στις ΗΠΑ.

Aν και το Ρεπουμπλικανικό κόμμα έχει κάθε λόγο να διασπαστεί μπροστά στην εξωφρενική συμπεριφορά του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, επιδεικνύει εκπληκτική ομοιογένεια. Μερικά στελέχη διαφωνούν σιωπηρά με τη γραμμή και τη δημόσια εικόνα του Ντόναλντ, αλλά οι παλιές εσωτερικές τάσεις, όπως εκείνη που εγκαινίασε ο Νέλσον Ροκφέλλερ —κυβερνήτης της Νέας Υόρκης (1959-1973) και αντιπρόεδρος των ΗΠΑ (1974-1977)— έχουν ατονήσει. Μαζί με τη δημογραφική σύνθεση του Grand Old Party, τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει μετατοπίσεις σε ολόκληρο το πολιτικό τοπίο: οι συντηρητικοί, θρησκευόμενοι Δημοκρατικοί του Νότου που είχαν ξεμείνει στο Δημοκρατικό κόμμα από την εποχή όπου εξέφραζε τη λευκή υπεροχή, καθώς και όλες οι αμφιταλαντευόμενες τάσεις των Δημοκρατικών, όπως οι Blue Dogs, έχουν απορροφηθεί προ πολλού από τους Ρεπουμπλικανούς. Όσο για την παλιά διαίρεση Βορρά-Νότου, έχει αντικατασταθεί από εκείνη ανάμεσα στις παράκτιες περιοχές της Ανατολής και της Δύσης (την επικράτεια των αριστεροφιλελεύθερων) και στην ενδοχώρα (την επικράτεια των υπεπατριωτών, ευσεβών και κοινωνικά συντηρητικών). Οι επονομαζόμενοι «Ρεπουμπλικανοί του Ροκφέλλερ» είχαν νόημα σε μια διαίρεση Βορρά-Νότου: εκπροσωπούσαν βορειοανατολικές πολιτείες και βιομηχανικές πόλεις της Μεσοδυτικής Αμερικής· στον Νότο και στη Δύση ήταν σπάνιοι. Αν και συχνά ευθυγραμμίζονταν με τους Δημοκρατικούς, στην πραγματικότητα έρχονταν από μακριά, από την παράδοση των Ουίγων — και ως συνεχιστές των Ουίγων, συγκρούονταν με τη σκληρή δεξιά του Ρεπουμπλικανικού κόμματος.

Νέλσον Ροκφέλλερ - Το επίσημο πορτρέτο του 41ου Αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών (1974 -1977) © White House / Wikimedia Commons

Παρ’ όλ’ αυτά, πολλά πράγματα παραμένουν όμοια με τον 20ό αιώνα όταν ο Νέλσον Ροκφέλλερ ενσάρκωνε το Κατεστημένο της Ανατολικής Ακτής με το μυθικό πλέγμα πλούτου, επιρροής και συγκαταβατικής καλοσύνης —το τρίπτυχο της αριστεροφιλελεύθερης ελίτ που επικράτησε στις ΗΠΑ από το τέλος της δεκαετίας του 1960. Στην αριστεροσύνη εκείνης της εποχής απάντησε αρχικά η πτέρυγα του Barry Goldwater και αργότερα η ενθουσιώδης «συντηρητική επανάσταση» του Ρόναλντ Ρέιγκαν η οποία συνέβαλε στην ομοιομορφία των Ρεπουμπλικανών, ενώ η μετριοπαθής τάση απαξιώθηκε κατηγορούμενη για δημοσιονομικές σπατάλες και υπερβολική στήριξη στους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα. Σε εθνικό επίπεδο, ο τελευταίος σημαντικός υποψήφιος για την προεδρία από τη αυτή τη «φιλελεύθερη» πτέρυγα του κόμματος ήταν ο John B. Anderson, που κατέβηκε ως ανεξάρτητος το 1980 και απέσπασε το 6,6% της λαϊκής ψήφου.

Σήμερα φαίνεται ότι εξέλιπαν άνθρωποι σαν τον Anderson, αν και, παρά την εθνική τους παρακμή, οι μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανοί κερδίζουν τοπικές εκλογές, ιδιαίτερα στα βορειοανατολικά. Οι κυβερνήτες Bill Weld και Charlie Baker της Μασαχουσέτης, ο Phil Scott του Βερμόντ και ο Larry Hogan του Μέριλαντ θεωρούνται Ρεπουμπλικανοί τύπου Ροκφέλλερ με θέσεις πολιτιστικά φιλελεύθερες, υπέρ δικτύων κοινωνικής ασφάλειας —ο Νέλσον Ροκφέλλερ περιέγραφε την υγειονομική περίθαλψη ως «βασικό ανθρώπινο δικαίωμα»— και προγραμμάτων σαν το New Deal. Στις δεκαετίες του 1930 και 1940 μεγάλος αριθμός μετριοπαθών Ρεπουμπλικανών συμφωνούσαν με το New Deal του Ρούσβελτ: ο Thomas Dewey, ο George W. Norris και ο Robert M. La Follette Jr, αν και Ρεπουμπλικανοί που αντιτίθεντο στον σοσιαλισμό και στην κρατική ιδιοκτησία και ήσαν ένθερμοι υποστηρικτές των μεγάλων επιχειρήσεων και της Γουόλ Στριτ, στήριζαν τις ρυθμίσεις επί των επιχειρήσεων και ευνοούσαν δημόσιες επενδύσεις στην ενέργεια, στο περιβάλλον και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι «Ροκφέλλερ» προωθούσαν την ιδέα των κολεγίων, των επαγγελματικών σχολών και των πανεπιστημίων με χαμηλά δίδακτρα, καθώς και μεγάλους προϋπολογισμούς για την έρευνα.

Τη μακρά εποχή που το Ρεπουμπλικανικό κόμμα ήταν σχετικά πολυφωνικό, ακόμα και ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ είχε προσπαθήσει, κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, να μεταρρυθμίσει την υγειονομική περίθαλψη και να εφαρμόσει κάλυψη υγείας. Στη συνέχεια, στη δεκαετία του 1970, ο Ρίτσαρντ Νίξον διατήρησε τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας του Λύντον Τζόνσον και προσπάθησε να θεσπίσει τον Νόμο για το Ολοκληρωμένο Σχέδιο Ασφάλισης Υγείας (CHIP), ενώ ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Νέας Υόρκης Jacob K. Javits προώθησε το νομοσχέδιο «Medicare for All», υπήρξε από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές των νόμων για τα πολιτικά δικαιώματα, πίεζε το κόμμα του να πάρει ξεκάθαρη θέση κατά των φυλετικών διακρίσεων και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του ERISA (1974), του νόμου που προστατεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Ο Javits ήταν συνεισηγητής του War Powers Act (1973), που περιόριζε την εξουσία του Προέδρου να κηρύσσει πόλεμο χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου — μια άμεση αντίδραση στον πόλεμο του Βιετνάμ, και πρωτοστάτησε στην ίδρυση του National Endowment for the Arts (NEA) το οποίο οι σημερινοί Ρεπουμπλικανοί θεωρούν κρατικιστικό, δηλαδή κομμουνιστικό θεσμό. Εξάλλου, το 1971, οκτώ Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο συνυπέγραψαν ένα νομοσχέδιο που ονομαζόταν «Νόμος για την Ασφάλεια της Υγείας», το οποίο θα οδηγούσε στη δημιουργία EΣΥ που θα κάλυπτε όλους τους Αμερικανούς.

Σε όλη την αμερικανική ιστορία τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα ήσαν περισσότερο συνασπισμοί ομάδων συμφερόντων και λιγότερο ιδεολογικά οχήματα. Γι’ αυτό, το Grand Old Party δεν ήταν πάντοτε ένας συρφετός από εθνικιστές χωρικούς που πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας, ούτε από στελέχη που διατηρούν στενές σχέσεις με τρελούς Ευαγγελιστές. Αντανακλώντας την παράδοση του Νέλσον Ροκφέλλερ στην τεχνοκρατική επίλυση προβλημάτων, οι περισσότεροι «Ρεπουμπλικανοί Ροκφέλλερ» ήταν γνωστοί για την πραγματιστική και διεπιστημονική τους προσέγγιση στην επίλυση προβλημάτων και στη διακυβέρνηση: επεδίωκαν ευρείες συναινέσεις και παραχωρούσαν πρωταγωνιστικό ρόλο στους μηχανικούς, στους γιατρούς, στους οικονομολόγους και στους επιχειρηματίες στη διαμόρφωση των πολιτικών προγραμμάτων. Στη δημοσιονομική πολιτική, ευνοούσαν τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και δεν ήταν αντίθετοι στην αύξηση των φόρων με σκοπό το «νοικοκύρεμα», αν και ο ίδιος ο Νέλσον Ροκφέλλερ θεωρείτο υπερβολικά σπάταλος. Ένα ακόμα κρίσιμο στοιχείο ήταν η στήριξή τους στα εργατικά συνδικάτα, τα οποία, ιδιαίτερα εκείνα του οικοδομικού τομέα, εκτιμώντας τις μεγάλες κρατικές δαπάνες για τις υποδομές, ανταπέδιδαν τη στήριξη. Τότε, οι «Ρεπουμπλικανοί του Ροκφέλλερ» βοήθησαν το κόμμα να ξεπεράσει το αντισυνδικαλιστικό αγροτικό στοιχείο που κυριαρχούσε στο εσωτερικό τους. Αλλά καθώς τα συνδικάτα αποδυναμώθηκαν μετά τη δεκαετία του 1970, οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν το ενδιαφέρον τους γι’ αυτά και το αποτέλεσμα ήταν να επικρατήσουν σιγά-σιγά οι πιο συντηρητικοί. Αλλά, αν και το Grand Old Party έγινε πιο ομοιογενές ήδη από την εποχή του Ρόναλντ Ρέιγκαν, η δημοτικότητα του οποίου διευκόλυνε την επιστροφή του laissez faire, οι άνθρωποι παραμένουν πάντοτε γεμάτοι εκπλήξεις: ο Goldwater, στο πλαίσιο της ελευθεριακής λογικής, ήταν υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση και των διεκδικήσεων των ομοφυλοφίλων· οι Καθολικοί Ρεπουμπλικανοί αγωνίζονταν εναντίον της θανατικής ποινής· η γερουσιαστής Olympia Snowe από το Μέιν έμεινε στην ιστορία του Grand Old Party ως σύμβολο μετριοπάθειας και αξιοπρέπειας. Δεν ήταν η μόνη.

Στην εξωτερική πολιτική, οι Ροκφέλλερ ακολουθούσαν τη διεθνικιστική γραμμή του Χάμιλτον: στήριζαν τα Ηνωμένα Έθνη, προωθούσαν τα αμερικανικά επιχειρηματικά συμφέροντα στο εξωτερικό και χρησιμοποιούσαν την αμερικανική ισχύ σε συνεργασία με τους συμμάχους για να αντιμετωπίσουν την εξάπλωση του κομμουνισμού. Αλλά, στη συνέχεια, συνέβησαν οι αναμενόμενες μετατοπίσεις που ολοκληρώθηκαν στον 21ο αιώνα: οι συντηρητικοί του Νότου απομακρύνθηκαν από το Δημοκρατικό κόμμα· αυξήθηκε η επιρροή των Ευαγγελιστών στο Ρεπουμπλικανικό· οι μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανοί αποξενώθηκαν μετά την ήττα του Τζον ΜακΚέιν (και την αναγκαστική συνεργασία του με το Tea Party) και η Ripon Society, μια οργάνωση κεντρώων στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού κόμματος που ξεκίνησε το 1962 και πήρε το όνομά της από τη μικρή πόλη Ripon του Γουισκόνσιν όπου ιδρύθηκε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα το 1854, εξασθένησε.

Τα υπολείμματα της Ripon Society προωθούν πραγματιστική πολιτική αντί της ιδεολογικής ακαμψίας της «δεξιάς» και ενθαρρύνουν τη συνεργασία με τους Δημοκρατικούς. Σήμερα λειτουργεί ως φόρουμ διαλόγου και δικτύωσης για τους κεντρώους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι νιώθουν αόρατοι ή παριστάνουν τους αόρατους για να επιβιώσουν μέσα στο κόμμα το οποίο έχει αλώσει το περιβάλλον του Ντόναλντ (Steve Bannon, Stephen Miller, Peter Navarro, Michael Flynn) προσδίδοντάς του παλαιοσυντηρητική φυσιογνωμία με ισχυρισμούς τύπου Claremont Institute (έμφαση στην «ιδρυτική στιγμή» των ΗΠΑ) και με διασυνδέσεις με προσωπικότητες της εναλλακτικής δεξιάς. Σαφέστερες από τις θέσεις είναι οι αντιθέσεις αυτού του προς το παρόν αχαλίνωτου ρεύματος που ονομάστηκε «τραμπισμός»: η ομάδα του Τραμπ είναι εναντίον της θεσμικής δεξιάς του Τζορτζ Μπους senior, της “decent’’ κεντροδεξιάς του Τζον ΜακΚέιν, της εξίσου “decent’’ θρησκευτικής δεξιάς του Μιτ Ρόμνι —προπάντων, είναι εναντίον των Ρεπουμπλικανών Ροκφέλλερ, αν και, παλιότερα, όταν ο Ντόναλντ είχε ρωτηθεί αν συγγενεύει με τους Ροκφέλλερ είχε απαντήσει «Αχά… Ναι, μπορείς να το πεις και έτσι…» Όμως, δεν ήξερε τον όρο και την ιστορία της εν λόγω ρεπουμπλικανικής πτέρυγας: ο Ντόναλντ υπέθεσε ότι συνδεόταν με τον μεγάλο πλούτο της οικογένεας των Ροκφέλλερ. Οπότε μπορείς να το πεις και έτσι.