- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γιατί η αμερικανική εξωτερική πολιτική φαίνεται (και είναι) αλλοπρόσαλλη
Τα σφάλματα, τα τέλματα, οι πλάνες της λογικής και η απουσία στρατηγικής εξόδου
Η χαοτική φύση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και οι αιτίες της: συγκρούσεις θεσμών, λόμπι, ιδεολογίες και λάθη οδηγούν σε ασυνέπεια και αποτυχίες.
Η αριστερά που πιστεύει στις νομοτέλειες βλέπει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σαν ένα τεράστιο ιστό της αράχνης, μελετημένο έτσι ώστε οι «Αμερικάνοι φονιάδες των λαών» να υποδουλώσουν όσες περισσότερες χώρες μπορούν. Τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια παρουσιάζονται σατανικά, περίπλοκα και μακροπρόθεσμα, ως εφαρμογές των πολιτικών θεωριών της συντηρητικής παράταξης και των καπιταλιστών που τη χρηματοδοτούν. Όμως, συνήθως, η πραγματικότητα είναι λιγότερο θεαματική· και σίγουρα πολύ επικίνδυνη για τον κόσμο και για τις ίδιες τις ΗΠΑ: η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν είναι αποτέλεσμα λογικού, ενιαίου σχεδίου, αλλά προϊόν ενός ανελέητου και συχνά χαώδους παζαριού μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών της εξουσίας —του Πενταγώνου, του State Department, της CIA— με την καθεμία να προωθεί τα δικά της συμφέροντα όπως τα αντιλαμβάνεται. Η βασική ιδέα είναι "Where you stand depends on where you sit”, πράγμα που σημαίνει ότι οι διαφορετικοί κλάδοι της αμερικανικής γραφειοκρατίας έχουν διαφορετικούς στόχους και διαφορετικές μεθόδους για τους επιτύχουν.
Εκτός από αυτή την πολυφωνία, σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ παίζει η ελίτ στην Ουάσινγκτον, η επονομαζόμενη "The Blob", η οποία επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη εξαιτίας μιας ιδεολογικής εμμονής, η οποία, εξ ορισμού, οδηγεί στο να μη λαμβάνονται υπόψη οι αποτυχημένες εμπειρίες του παρελθόντος και να εφαρμόζονται εξαρχής προβληματικές βολονταριστικές τακτικές. Καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν λογοδοτούν ποτέ γι’ αυτές τις αποτυχίες —η πατριωτική προπαγάνδα δικαιολογεί σχεδόν τα πάντα— τα εγκληματικά και συχνά αυτοκαταστροφικά λάθη δεν αφήνουν ίχνη. Εξάλλου, συνοδεύονται από περισπούδαστες αναλύσεις γύρω από τη δήθεν σύγκρουση των τεσσάρων αμερικανικών παραδόσεων —Hamiltonians, Jeffersonians, Jacksonians, Wilsonians— πράγμα που υποτίθεται ότι προκαλεί δραματικές διακυμάνσεις μεταξύ των διοικήσεων ανάλογα με το ποια σχολή ακολουθεί η κάθε προεδρία. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η έλλειψη συνέπειας και λογικής οφείλεται στη βαθιά δημοκρατική και συγκρουσιακή φύση της αμερικανικής κοινωνίας —όπως επίσης, σπεύδω να προσθέσω, και σε μια σειρά παθολογικά στοιχεία που προκύπτουν από την απύθμενη άγνοια για τον κόσμο, από τον αμερικανικό επαρχιωτισμό, τον εξαιρετισμό, την τρέλα του μεγαλείου, την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας και την προσήλωση σε ένα ξεπερασμένο και ατελές Σύνταγμα.
Οι αντιφάσεις της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ
Για να καταλάβουμε την αταξία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία προκάλεσε πικρές ήττες και διαδοχικά τέλματα —Βιετνάμ, Αφγανιστάν, Ιράκ, Κούβα— πρέπει να δούμε την αμερικανική ιστορία ως μια διαρκή μάχη ανάμεσα σε θεσμούς, ιδεολογίες και προσωπικότητες. Πρόκειται λιγότερο για «τυχαία» αταξία και μάλλον για συστημική σύγχυση που πρέπει να αποδοθεί στον τρόπο με τον οποίον έχουν ιδρυθεί και εξελιχθεί οι ΗΠΑ. Το αμερικανικό Σύνταγμα έχει χαρακτηρισθεί από τους ίδους τους Αμερικανούς «προσκλητήριο για σύγκρουση» (an invitation to struggle): καθώς ο Πρόεδρος είναι ο αρχηγός του στρατού, αλλά το Κογκρέσο ελέγχει τη χρηματοδότηση και κηρύσσει πολέμους, η διελκυστίνδα γίνεται αναπόφευκτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ότι, το 1919, μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, όταν ο Πρόεδρος Woodrow Wilson βοήθησε στον σχεδιασμό της Κοινωνίας των Εθνών, η Γερουσία αρνήθηκε να επικυρώσει τη συνθήκη. Το αποτέλεσμα ήταν οι ΗΠΑ να μη συμμετέχουν στον οργανισμό που δημιούργησαν οι ίδιες, και να οδηγηθούν σε μια περίοδο απομονωτισμού που πιθανότατα διευκόλυνε την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη.
Το μοντέλο της «γραφειοκρατικής πολιτικής» που προανάεφερα, γνωστό ως Miles’ Law από το όνομα του υφυπουργού Rufus Miles, φέρνει σε σύγκρουση τη διπλωματική τακτική του Υπουργείου Εξωτερικών, την επιδίωξη για στρατιωτική ισχύ του Πενταγώνου και την αδιαφανή λειτουργία της CIA, που, από τη φύση της, οργανώνει μυστικές ή ψευτο-μυστικές επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυσαρμονίας ήταν η Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα το 1962: όταν, τρία χρόνια μετά την επικράτηση του Φιντέλ Κάστρο, εγκαταστάθηκαν στο νησί σοβιετικοί πύραυλοι, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί πίεζαν για άμεσο βομβαρδισμό του· οι διπλωμάτες πρότειναν ναυτικό αποκλεισμό· και ο JFK προσπαθούσε να συμβιβάσει τις διαφορετικές οπτικές στο τραπέζι του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλελείας (ExComm) που έμοιαζε με το War Room στον “Dr. Strangelove’’ του Στάνλεϋ Κιούμπρικ.
Η ουσία είναι ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν «υψηλή στρατηγική»· δεν έχουν συνεπή γραμμή συμπεριφοράς έναντι του εξωτερικού κόσμου. Η τακτική αλλάζει από τη μία προεδρία στην άλλη· συχνά και στο εσωτερικό της ίδιας προεδρίας. Όχι επειδή εμπνέεται από φιλοσοφίες ή προσαρμόζεται στις διεθνείς συνθήκες, αλλά επειδή επηρεάζεται από τον συσχετισμό των πιέσεων στις ίδιες τις ΗΠΑ. Για παράδειγμα, σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ο Ομπάμα που εθεωρείτο Wilsonian/Hamiltonian υπέγραψε συμφωνία πιστεύοντας στη διεθνή συνεργασία και στη σταθερότητα των αγορών, ενώ ο Τραμπ (Jacksonian, ας πούμε και κατά δική του δήλωση μολονότι δεν ξέρει για τι πράγμα ομιλεί) αποχώρησε μονομερώς (κατά την πρώτη του θητεία), θεωρώντας τη συμφωνία προσβολή για την αμερικανική κυριαρχία, και ο Μπάιντεν προσπάθησε να επιστρέψει στη συμφωνία του Ομπάμα, πλην όμως στο μεταξύ οι συσχετισμοί είχαν αλλάξει. Όσο για τους συμμάχους και τους εχθρούς των ΗΠΑ, δεν μπορούν να είναι ποτέ σίγουροι αν μια συμφωνία θα ισχύει μετά από τέσσερα χρόνια.
Τι κάνει τα πράγματα τόσο αβέβαια; Το Blob, που αποτελείται από στελέχη δεξαμενών σκέψης, λομπίστες και δημοσιογράφους, τείνει να ευνοεί τις στρατιωτικές επεμβάσεις ανεξάρτητα από το ποιος είναι πρόεδρος. Ο λόγος είναι παλιός και χιλιοειπωμένος: πρέπει να καταναλώνεται οπλισμός· ένα μεγάλο μέρος της αμερικανικής οικονομίας στηρίζεται στην παραγωγή και την πώληση όπλων —το περιβόητο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα είναι ο πυρήνας του αμερικανικού συστήματος. Εξαιτίας αυτής της ανάγκης, παρά τις αμφιβολίες των μυστικών υπηρεσιών για τα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, η ομάδα των «νεοσυντηρητικών» (των γνωστών ως Neocons) στην κυβέρνηση του Τζορτζ Γ. Μπους κατάφερε να επιβάλει τη δική της ατζέντα, παρακάμπτοντας τις παραδοσιακές διαδικασίες ελέγχου. Με αποτέλεσμα επιδείνωση της αστάθειας στη Μέση Ανατολή.
Οπωσδήποτε, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου επικρατούσε κάποια σταθερότητα την οποία επέβαλλε ο κεντρικός στόχος, η αναχαίτιση του κομμουνισμού. Στη συνέχεια, στη δεκαετία 1990-2001 οι παρεμβάσεις δεν είχαν ξεκάθαρο στόχο (Σομαλία, Βαλκάνια), ενώ μετά το 2001, όταν ως εχθρός ορίστηκε η διεθνής ισλαμιστική τρομοκρατία, οι ΗΠΑ επιδόθηκαν σε σκιαμαχίες με τεράστιο οικονομικό κόστος χωρίς συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Εδώ μπαίνουμε στην ουσία του λεγόμενου «Special interest capture», δηλαδή στο αδιέξοδο που οφείλεται στο ότι το «σχέδιο» υπαγορεύεται από ομάδες πίεσης που έχουν αντίρροπα συμφέροντα. Σε αυτές οι ομάδες πίεσης συμπεριλαμβάνονται, εκτός από το προαναφερθέν στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα (τον όρο καθιέρωσε ο Πρόεδρος Dwight Eisenhower στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του το 1961, προειδοποιώντας ότι η συνένωση του στρατού με μια τεράστια βιομηχανία όπλων θα αποκτούσε «αδικαιολόγητη επιρροή»), εκτός από το Iron Triangle (Κογκρέσο, Πεντάγωνο και επιχειρήσεις όπλων όπως η Lockheed Martin, η Boeing και η Raytheon), τα διάφορα εθνοτικά λόμπι: το ισραηλινό, το σαουδαραβικό, το καταριανό και το τουρκικό είναι από τα ισχυρότερα και διατηρούν στενές σχέσεις τόσο με επιχειρήσεις όπλων όσο και με γερουσιαστές. Το κύκλωμα λειτουργεί περίπου ως εξής: οι βιομηχανίες όπλων διασπείρουν την παραγωγή ενός μαχητικού αεροσκάφους (π.χ. του F-35) σε 48 διαφορετικές πολιτείες έτσι ώστε κανείς γερουσιαστής να μην τολμά να ψηφίσει κατά του προγράμματος, διότι θα χάνονταν θέσεις εργασίας στην περιφέρειά του, ενώ, στη συνέχεια, εθνοτικά λόμπι όπως το ισραηλινό κινητοποιούν ψηφοφόρους σχετικά με τη διάθεση αυτών των όπλων «για τον καλό σκοπό» και τιμωρούν πολιτικούς που δεν ακολουθούν τη γραμμή τους.
Ειδικά το ισραηλινό λόμπι πιέζει διαρκώς για «αλλαγή καθεστώτος» σε χώρες που απειλούν την ασφάλειά του. Καμιά φορά, παρατηρείται μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ "Strategic Disconnect": οι ΗΠΑ θέλουν να διατηρούν ομαλές σχέσεις με τα αραβικά κράτη, αλλά το Ισραήλ επιμένει σε συγκρούσεις προκειμένου να αυξήσει το επίπεδο της ασφάλειάς του και να καταναλώσει, ταυτοχρόνως, τον αμερικανικό εξοπλισμό (Lockheed Martin, Boeing, General Dynamics, Northrop Grumman, AM General) ο οποίος συμπληρώνεται από τον γερμανικό (ThyssenKrupp Marine Systems, Rheinmetall κτλ) που πρέπει να ανανεωθεί. Τα συμφέροντα των ΗΠΑ δεν ταυτίζονται απαραιτήτως με εκείνα του Ισραήλ: η σύμπλευση είναι σύμπτωμα μιας παθολογίας κατά την οποία ένα μικρό κράτος υπαγορεύει πολιτική σε ένα μεγάλο με τις δεξαμενές σκέψεις να νομιμοποιούν την αφαίρεση της εξουσίας από τα αμερικανικά κέντρα εξουσίας. Mερικές φορές δεν συνειδητοποιούμε ότι τα think tanks που συμβουλεύουν την αμερικανική κυβέρνηση χρηματοδοτούνται από ξένες χώρες και από βιομηχανίες όπλων οι οποίες δεν αναγνωρίζουν εθνικό συμφέρον· είναι ουδέτερες, κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.
Ένα παράδειγμα πολιτικού λάθους που υπαγορεύτηκε από τη Lockheed Martin ήταν η επέκταση του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή. Πολλοί αναλυτές προειδοποιούσαν ότι αυτή η πολιτική θα εξαγρίωνε τη Ρωσία —δεν ήθελε φιλοσοφία, ήταν αναμενόμενο. Αλλά ο Bruce Jackson, αντιπρόεδρος της εν λόγω βιομηχανίας, ίδρυσε την Επιτροπή Επέκτασης του ΝΑΤΟ προκειμένου να πουλήσει όπλα δισεκατομμυρίων δολαρίων στις νέες χώρες-μέλη. Και ιδού τα αποτελέσματα. Με λόγα λόγια, οι βιομηχανίες όπλων επιδιώκουν αιώνιους πολέμους· μη επίλυση των cold cases, διαιώνιση ασταθών κρατών και διακρατικών σχέσεων και αύξηση των αμυντικών δαπανών σε όλες τις χώρες. Αυτές οι επιδιώξεις λειτουργούν μέσω της τακτικής της «περιστρεφόμενης πόρτας»: ένας στρατηγός που συνταξιοδοτείται από το Πεντάγωνο πιάνει δουλειά στο διοικητικό συμβούλιο της Raytheon, ύστερα διορίζεται ως Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας ή Υπουργός Άμυνας (ένα παράδειγμα ήταν ο Lloyd Austin· η έκθεση "Brass Tacks: The Defense Industrial Complex and the Revolving Door” έχει καταγράψει εκατοντάδες περιπτώσεις στρατηγών που συνταξιοδοτήθηκαν από το Πεντάγωνο και μέσα σε λίγους μήνες προσελήφθησαν ως λομπίστες από εταιρείες όπως η Lockheed Martin και η General Dynamics). Έτσι, δεν είναι ποτέ ξεκάθαρο πού τελειώνει το συμφέρον του κράτους και πού αρχίζει το συμφέρον της εταιρείας.
Προστίθενται τέσσερις πολύ συγκεκριμένοι παράγοντες λανθασμένης εξωτερικής πολιτικής. Ο πρώτος είναι η ομαδική σκέψη, το ότι συνήθως στην ομάδα που αποφασίζει για κάποια κίνηση εξωτερικής πολιτικής δεν υπάρχει κανείς που να εκφράζει τεκμηριωμένα και με θάρρος την αντίθετη γνώμη: στην περίπτωση του Κόλπου των Χοίρων το 1961, ο Κέννεντυ ενέκρινε την εισβολή στην Κούβα από εξόριστους Κουβανούς, πιστεύοντας ότι ο λαός θα επαναστατούσε κατά του Κάστρο· τέτοια άγνοια των συνθηκών στην Κούβα θα έπρεπε να τιμωρείται με καθαίρεση. Εν πάση περιπτώσει, αν και πολλοί σύμβουλοι του προέδρου ήξεραν ότι οι Κουβανοί λάτρευαν τον Φιντέλ, δεν έφεραν αντίρρηση. Το αποτέλεσμα ήταν ένα παταγώδες φιάσκο που εκτυλίχθηκε μέσα σε 72 ώρες και που ένα χρόνο αργότερα έφερε τον κόσμο στα πρόθυρα πυρηνικού πολέμου. Εξάλλου, στο τέλος της δεκαετίας του 1960, και ενώ η CIA προειδοποιούσε ότι ο πόλεμος στο Βιετνάμ δεν μπορούσε να κερδηθεί, οι αμερικανικές διοικήσεις αρνούνταν να παραδεχτούν ότι μια τεράστια επένδυση σε χρήμα και σε ανθρώπινο δυναμικό είχε αποτύχει: έτσι, μέχρι να πάρει την απόφαση ο Νίξον, διοχέτευαν όλο και περισσότερους πόρους σε μια χαμένη υπόθεση. Η «χαμένη υπόθεση» στοίχισε 58.000 νεκρούς Αμερικανούς και εκατομμύρια νεκρούς Βιετναμέζους, ενώ η έκβαση του πολέμου ήταν προδιαγεγραμμένη ήδη από το 1965. Σε αυτή την περίπτωση για τις λανθασμένες αποφάσεις δεν ευθυνόταν μόνο η ομαδική σκέψη αλλά η επιδίωξη της ανταπόδοσης της επένδυσης —πράγμα που έγινε και στο Αφγανιστάν· ένα ακόμα γεωπολιτικό ναυάγιο.
Ο τρίτος παράγοντας λάθους είναι η συστηματικά επιλεκτική χρήση των πληροφοριών: συχνά η πολιτική ηγεσία αποφασίζει πρώτα τι θέλει να κάνει και μετά δίνει εντολή στις μυστικές υπηρεσίες να βρουν τα στοιχεία που να υποστηρίζουν την απόφαση. Έτσι, η κυβέρνηση Τζορτζ Γ. Μπους αγνόησε τις αναφορές των επιθεωρητών του ΟΗΕ και τις αμφιβολίες των αναλυτών της CIA, και εστίασε σε αναξιόπιστες πηγές (όπως ο πληροφοριοδότης "Curveball") που έλεγαν αυτά που ήθελε να ακούσει. Το αποτέλεσμα ήταν, όπως είπα, η περαιτέρω αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή και η ενίσχυση του ISIS. Τέλος, ο τέταρτος παράγοντας είναι το μπέρδεμα της πελατοκρατίας και των συναλλαγών. Αν και οι ΗΠΑ δεν είχαν ιδιαίτερη όρεξη και κανένα στρατηγικό όφελος να αναμειχθούν με τους Χούθι της Υεμένης, το λόμπι των όπλων πίεζε για πωλήσεις δισεκατομμυρίων στη Σαουδική Αραβία και η κυβέρνηση χρειαζόταν τη Σαουδική Αραβία ως αντίβαρο στο Ιράν. Έτσι, οι ΗΠΑ έγιναν συνένοχες σε εγκλήματα πολέμου.
Όλα τούτα εντείνονται εφόσον στον Λευκό Οίκο βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος δεν ξέρει τίποτα και δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ενεργοποιεί τον μηχανισμό της αποτυχίας χωρίς καν την εξυπνάδα του Κίσιντζερ χάρη στην οποία τα εγκλήματα πολέμου τα οποία διέπραξε τείνουν να ξεχαστούν. Τα υπενθυμίζω μεταξύ άλλων για να μην πιστεύουμε ότι το παρόν είναι χειρότερο από το παρελθόν —δεν είναι: το 1969-1973 προκειμένου να κόψει τις γραμμές ανεφοδιασμού των Βορειοβιετναμέζων, ο Kίσιντζερ διέταξε τον βομβαρδισμό μιας ουδέτερης χώρας, της Καμπότζης, χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου. Εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι έχασαν τη ζωή τους και η αποσταθεροποίηση επέτρεψε στους Ερυθρούς Χμερ να πάρουν την εξουσία και να διαπράξουν γενοκτονία. Το 1973, ο Κίσιντζερ βρισκόταν πίσω από την ανατροπή του Αλιέντε στη Χιλή, καθώς πίστευε ότι ένας δημοκρατικά εκλεγμένος μαρξιστής ήταν απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα: «Δεν βλέπω γιατί πρέπει να καθόμαστε να βλέπουμε μια χώρα να γίνεται κομμουνιστική λόγω της ανευθυνότητας του λαού της», dixit όταν στήριξε το αιματηρό πραξικόπημα του Πινοσέτ.
Ταυτοχρόνως, η σημερινή αμερικανική διοίκηση συνεχίζει να κρατά μια στάση σχετική με τη «μονομέρεια» η οποία έχει αποδειχθεί λανθασμένη: το ότι οι ΗΠΑ είναι η μοναδική υπερδύναμη που μπορεί να ενεργεί χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ και των συμμάχων τους αποτελεί έναν ακόμα ευσεβή πόθο και μύθο, στον οποίον πιστεύει, ως μη όφειλε, μεγάλο μέρος του αμερικανικού λαού. Αν και ο πόλεμος στο Ιράκ κόστισε πάνω από $2 τρισ., και κατέστρεψε την όποια φήμη των ΗΠΑ ως «φάρου της δημοκρατίας» (μα, ποιος τα πιστεύει αυτά;), η ιστορία επαναλαμβάνεται με στόχο μια μορφή «ιδιωτικοποίησης» του πολέμου όπως είχε κάνει ο Dick Cheney, πρώην CEO της εταιρείας Halliburton, στο Ιράκ. Mόνο που το Ιράν, όπως έχουμε ξανασυζητήσει, δεν είναι failed state, είναι αρκετά καλά οργανωμένο (με τον τρόπο του) και απολαμβάνει ευρείας συναίνεσης όσο κι αν αυτό μας εντυπωσιάζει: "East is East, and West is West, and never the twain shall meet" όπως είχε πει ο Κίπλινγκ. Η αυτοκρατορική προεδρία, ο πλημμελής δημόσιος έλεγχος και η αλαζονική στάση των ειδημόνων που νομίζουν ότι ξέρουν πώς λειτουργεί ο κόσμος (αλλά δεν ξέρουν) παγιδεύουν ξανά και ξανά τις ΗΠΑ σε πολέμους φθοράς από τους οποίους δεν αντλείται κανένα δίδαγμα.