- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Πώς το Ιράν εξέθεσε τις ΗΠΑ
Οι τέσσερις παράμετροι ενός πολέμου που μάλλον κανείς δεν θα μπορούσε να κερδίσει – πόσω μάλλον ο Ντόναλντ Τραμπ
Ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να μην έδωσε κάποιον νικητή αλλά έχει έναν ξεκάθαρο ηττημένο: την αξιοπιστία και την αξιοπρέπεια των ΗΠΑ
Η εξαιρετικά εύθραυστη διμερής εκεχειρία στην οποία κατέληξαν η αμερικανική κυβέρνηση και το ιρανικό καθεστώς αποκλιμακώνει σε έναν βαθμό τη διάχυτη ανησυχία της διεθνούς κοινότητας αναφορικά με την πορεία των εξελίξεων ευρύτερα στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως το μεταπολεμικό status quo στην περιοχή παραδόξως ευνοεί περισσότερο –τουλάχιστον στην παρούσα φάση– την Τεχεράνη αντί της Ουάσιγκτον καθώς, ανεξαρτήτως της μαζικότητας των αμερικανο-ισραηλινών βομβαρδισμών και τις εξουδετερώσεις μιας σειράς ανώτατων Ιρανών αξιωματούχων, το καθεστώς όχι απλώς επιβίωσε αλλά φαίνεται πως ενισχύει τη θέση του τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και διεθνώς.
Στην πραγματικότητα, αυτό θα μπορούσε να είναι και το μοναδικό αποτέλεσμα του εντελώς παράλογου πολέμου τον οποίο κήρυξαν εναντίον του Ιράν η αμερικανική και η ισραηλινή κυβέρνηση. Τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά του Ιράν, η δυνατότητα του καθεστώτος να αντέχει στον χρόνο και να μετατρέπει τη σύγκρουση σε έναν αρχετυπικό πόλεμο φθοράς, η διαμετρικά αντίθετη φύση των εθνικών και πολιτικών συμφερόντων τα οποία καθόρισαν τη στάση των εμπλεκόμενων πλευρών, αλλά και η προβληματική προσωπικότητα του Αμερικανού Προέδρου, στην ουσία δημιούργησαν ένα μιξ το οποίο επέτρεψε δυστυχώς σε ένα από τα πλέον φρικαλέα και σκοταδιστικά καθεστώτα της καταγεγραμμένης ιστορίας να εκθέσει την ηγέτιδα δύναμη της Δύσης· για όσο ακόμα παραμένει.
Πόλεμος στο Ιράν: Οι τέσσερις παράγοντες που ανέτρεψαν την αμερικανική υπεροχή
Η παράμετρος της γεωγραφίας
Ένα από τα πιο standard memes που παίζουν στα κοινωνικά δίκτυα όσων ασχολούνται με την πολιτική, την ιστορία και τις διεθνείς σχέσεις, αναφέρει τη θρυλική φράση «one does not simply invade Russia in the winter», σε μια σαφή αναφορά στις αποτυχημένες εκστρατείες τόσο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη όσο και των ναζιστικών στρατευμάτων να καταλάβουν τα δυτικότερα ρωσικά εδάφη. Ακριβώς όπως τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά στο πεδίο δυτικά των Ουραλίων προστάτεψαν τη Ρωσία ανά τους αιώνες, έτσι ακριβώς και το ιρανικό καθεστώς κατάφερε να εκμεταλλευτεί μια σειρά από γεωγραφικές παραμέτρους οι οποίες λειτούργησαν καθοριστικά υπέρ του. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς έμπειρος στρατηγικός αναλυτής ώστε να συνειδητοποιήσει μέσα σε δύο-τρία δευτερόλεπτα, απλώς κοιτάζοντας τον χάρτη, πως το δυσθεώρητο μέγεθος της χώρας καθιστά αδιανόητη –και λογιστικά αδύνατη– οποιουδήποτε τύπου χερσαία εισβολή. Αν συνυπολογίσει κανείς πως το ιρανικό έδαφος είναι εξαιρετικά άγριο, με τα ορεινά συμπλέγματα Alborz και Zagros να καθιστούν τη διάβαση ακόμα και των πλέον επίλεκτων μονάδων των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων –πόσω μάλλον την επέλαση οχημάτων βαρέου οπλισμού– εξαιρετικά δύσκολη, τότε καθίσταται σαφές πως η αμερικανική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ποτέ να προχωρήσει σε μια χερσαία εισβολή στη χώρα. Αυτή η συνθήκη είναι που ανάγκασε τις αμερικανικές και τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις να βασιστούν εξ ολοκλήρου σε εναέριους βομβαρδισμούς, είτε μέσω της αξιοποίησης μαχητικών αεροσκαφών, είτε μέσω εδάφους και θαλάσσης από τις βάσεις και τα πολεμικά τους σκάφη στη γύρω περιοχή.
Όμως, γνωρίζοντας πως αυτή θα ήταν η μοναδική επιλογή οποιασδήποτε επιθετικής πρωτοβουλίας εναντίον του Ιράν, η Τεχεράνη είχε φροντίσει εδώ και χρόνια, πρώτον, να διασπείρει τις βαλλιστικές τις εγκαταστάσεις σε έναν απροσδιόριστο αριθμό υπόγειων βάσεων και, δεύτερον, να προστατέψει ορισμένες από τις πλέον κρίσιμες υποδομές της χώρας – ακόμα και σήμερα, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα έχει όντως εκτροχιαστεί, ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Τέλος, το προφανές: με το εύρος των Στενών του Ορμούζ να μην ξεπερνά τα είκοσι τέσσερα μίλια στο στενότερο σημείο του και ακριβώς λόγω των ιρανικών υπόγειων βαλλιστικών βάσεων στην περιοχή και της κομβικής θέσης της νήσου Kharg στην καρδιά του θαλάσσιου διαδρόμου, το ιρανικό καθεστώς κατάφερε από την πρώτη μέρα της σύγκρουσης να προχωρήσει σε έναν ολοκληρωτικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, καθιστώντας οποιαδήποτε προσπάθεια του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού να τα διασχίσει ως τον ορισμό της αποστολής αυτοκτονίας. Ακόμα και σήμερα, ο απόλυτος έλεγχος που μπορεί να ασκήσει η Τεχεράνη στα Στενά αλλά και η δυνατότητά της να τα υπεραμυνθεί, αποτελεί έναν ανυπέρβλητο μοχλό πίεσης απέναντι στις ΗΠΑ και τη διεθνή κοινότητα, καθώς κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα ώστε να αλλάξει τη συγκεκριμένη συνθήκη.
Η παράμετρος του χρόνου
Το συντριπτικό πλεονέκτημα του Ιράν στο επίπεδο της γεωγραφίας δεδομένα επηρέασε στον απόλυτο βαθμό την πορεία της σύγκρουσης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην αλλαγή του μομέντουμ υπέρ του. Η αδυναμία των αμερικανικών και των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων να προχωρήσουν σε μια σειρά άμεσων και συντριπτικών πληγμάτων, ικανών να αποσταθεροποιήσουν το καθεστώς αλλά και να εξουδετερώσουν την ιρανική υπεροχή στο πεδίο τόσο εντός της ενδοχώρας, όσο –κυρίως– στα Στενά, έδωσε στην Τεχεράνη τη δυνατότητα να μετατρέψει μια σύγκρουση, η οποία αρχικά θύμιζε blitzkrieg, σε πόλεμο φθοράς. Ελάχιστες μόλις μέρες μετά τους πρώτους αμερικανο-ισραηλινούς βομβαρδισμούς, το Ιράν απέδειξε πως μπορεί να απορροφήσει τα πλήγματα που δεχόταν, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα να απαντήσει αναλόγως, ιδιαίτερα προχωρώντας σε μια σειρά στρατηγικών επιθέσεων εναντίον των κρίσιμων υποδομών των γειτονικών –και συμμαχικών των ΗΠΑ– κρατών του Κόλπου. Το καθοριστικό στοιχείο είναι πως η Τεχεράνη υιοθέτησε σχετικά άμεσα μια ενδιαφέρουσα στρατηγική αναφορικά με τις βαλλιστικές της επιθέσεις, καθώς επέλεξε να προχωρήσει σε στρατηγικού τύπου βομβαρδισμούς, που στόχο είχαν να προκαλέσουν τη μέγιστη δυνατή καταστροφή, αξιοποιώντας τα ελάχιστα δυνατά βαλλιστικά αποθέματα των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, δημιουργώντας έτσι μια αίσθηση αβεβαιότητας τόσο αναφορικά με τις επόμενές τις κινήσεις, όσο και με το βάθος του χρόνου στον οποίο θα μπορούσε να κινηθεί σε αυτό το πλαίσιο.
Πέραν όμως του πεδίου, ο χρόνος για το Ιράν μέτρησε διαφορικά συγκριτικά με τις ΗΠΑ, κυρίως σε πολιτικό επίπεδο. Αμέσως μόλις τα πρώτα αμερικανο-ισραηλινά βλήματα βρήκαν στόχο, η Τεχεράνη γνώριζε πως όσο περισσότερο άντεχε στην πίεση, τόσο βιαιότερες θα ήταν οι αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά λόγω του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ αλλά και του εκτροχιασμού των εξαγωγικών δυνατοτήτων των κρατών του Κόλπου. Αντιθέτως, η αμερικανική κυβέρνηση –όπως και κάθε άλλη δημοκρατικά εκλεγμένη– δεν θα μπορούσε ποτέ να απορροφήσει το κόστος μιας παρατεταμένα αυξημένης τιμής των καυσίμων. Ιδιαίτερα ο Τραμπ φάνηκε, από ένα σημείο και μετά, να συνειδητοποιεί πως ο πόλεμος ελλοχεύει τον κίνδυνο συντριβής των Ρεπουμπλικάνων στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, ο οποίος αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα συνεχώς μειούμενα ποσοστά της προσωπικής του αποδοχής εντός του αμερικανικού εκλογικού σώματος. Παράλληλα, η ευρύτερη αναταραχή που προκάλεσε η συγκεκριμένη σύγκρουση στις αγορές –με τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς δείκτες να προχωρούν σε μια απολύτως συντονισμένη βουτιά, η οποία σε έναν βαθμό παρομοίασε εκείνη μετά και την ανακήρυξη της ημέρας της οικονομικής ελευθερίας των ΗΠΑ τον περσινό Απρίλιο– κλιμάκωσε ακόμα περισσότερο την πολιτική πίεση στο πρόσωπο του Τραμπ· όσο insider trading και να κάνεις, όσα χρήματα και να βγάλεις εσύ και οι φίλοι σου, το κόστος της ισχυροποίησης του πολιτικού σου αντιπάλου είναι πάντα δυσθεώρητο, το οποίο αυξανόταν κάθε επιπλέον ώρα του πολέμου, πόσω μάλλον σε ένα δικομματικό σύστημα.
Η παράμετρος των εθνικών συμφερόντων
Σε αυτό το σημείο έχει γίνει ήδη σαφής η ασυμμετρία ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ στη συγκεκριμένη σύγκρουση αλλά και τον βαθμό στον οποίο οι παράμετροι της γεωγραφίας και του χρόνου ευνοούσαν εκ προοιμίου την Τεχεράνη. Ωστόσο, το σημαντικότερο σημείο απόκλισης μεταξύ των δύο πλευρών αφορά στα εθνικά συμφέροντά τους, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στη σύγκρουση: οι λόγοι για τους οποίους οι ΗΠΑ και το Ιράν πολέμησαν δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο αντίθετοι. Από την πλευρά του, το ιρανικό καθεστώς ουσιαστικά έπαιξε για τη σωτηρία του –ή την επιβίωσή του, με τον δόκιμο διεθνολογικό όρο– μην έχοντας καμία εναλλακτική. Η επιβίωση των αμερικανο-ισραηλινών βομβαρδισμών και η δυνατότητα να εκθέσει τους υπαρξιακούς του αντιπάλους, αποτέλεσε για το ιρανικό καθεστώς τον μοναδικό και απόλυτο άξονα κατά τη διάρκεια του πολέμου, γεγονός που απέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας το γεγονός πως η Τεχεράνη δεν προχώρησε στην υιοθέτηση μιας μετριοπαθέστερης στάσης ακόμα και μετά την εξουδετέρωση του Ανώτατου Ηγέτη της Επανάστασης, Αλί Χαμενεΐ, αλλά και μια σειράς ανώτατων Ιρανών αξιωματούχων. Με αυτόν τον τρόπο το καθεστώς πέτυχε την ισχυροποίησή του στο εσωτερικό της χώρας, καθώς το γεγονός πως υπεραμύνθηκε της ιρανικής επικράτειας αυτομάτως ενίσχυσε τη νομιμοποίησή του μεταξύ των υποστηρικτών του, υποβαθμίζοντας παράλληλα εκείνη των εκατομμυρίων αντιφρονούντων. Στην ουσία, όπως κάθε χώρα που δέχεται εισβολή –σαν την Ουκρανία–, το Ιράν κατάφερε να υιοθετήσει και να εφαρμόσει σε βάθος χρόνου μια στρατηγική επιβίωσης, στην οποία ο επιτιθέμενος σπάνια βρίσκει απάντηση, όπως δείχνουν τα εμπειρικά στοιχεία.
Αντιθέτως, κανείς δεν κατάλαβε ποτέ για ποιον ακριβώς λόγο η Ουάσιγκτον αποφάσισε να εμπλακεί στη συγκεκριμένη σύγκρουση και μάλιστα ως η επιτιθέμενη πλευρά, παραδίδοντας στην Τεχεράνη και ένα –επιφανειακό, προφανώς, για τα δεδομένα του συγκεκριμένου καθεστώτος– αφήγημα ηθικής υπεροχής. Σε θεωρητικό επίπεδο, οι ΗΠΑ έκριναν πως το Ιράν βρισκόταν πολύ κοντά στην απόκτηση πυρηνικού όπλου, τη στιγμή ωστόσο που ο Αμερικανός Πρόεδρος είχε ήδη ανακοινώσει πως το ιρανικό πρόγραμμα του Ιράν είχε καταστραφεί ήδη από το 2025. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ δεν υιοθέτησαν ένα αφήγημα αλλαγής καθεστώτος –γνωρίζοντας πως αυτό θα ήταν έτσι κι αλλιώς αδύνατο–, γεγονός που αυτόματα οδηγεί στο εξής ερώτημα: για ποιον λόγο έχουμε εμπλακεί σε ακόμα έναν κοστοβόρο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, απέναντι σε ένα θεοκρατικό καθεστώς το οποίο μάχεται για την επιβίωσή του, τη στιγμή που εμείς δεν έχουμε τίποτα συγκεκριμένο να κερδίσουμε, ενώ παράλληλα η τιμή της βενζίνης και του πετρελαίου έχει εκτοξευτεί; Το γεγονός και μόνο πως τη δεδομένη χρονική στιγμή η αμερικανική κυβέρνηση διαπραγματεύεται με το ιρανικό καθεστώς αναφορικά με το μεταπολεμικό καθεστώς της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ αποδεικνύει το παράλογο του πράγματος, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς πως αυτή ήταν απολύτως ελεύθερη πριν τους πρώτους αμερικανό-ισραηλινούς βομβαρδισμούς. Με λίγα λόγια, ο Τραμπ πήγε να κερδίσει έναν πόλεμο που κήρυξε χωρίς συγκεκριμένο λόγο, στον οποίο το Ιράν πολέμησε για το σημαντικότερο όλων: την επιβίωσή του· ακόμα και αν το Ιράν αντιμετώπιζε τον απόλυτο όλεθρο –στην περίπτωση που οι ΗΠΑ εξαπέλυαν την πλήρη τους ισχύ–, θα το έκανε με έναν απολύτως σκοταδιστικό και μαρτυρικό τρόπο, προκαλώντας ένα κολοσσιαίο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Ο Τραμπ εναντίον της λογικής – και της Αμερικής της ίδιας
Στο τέλος της ημέρας, ο πόλεμος στο Ιράν χαρακτηρίστηκε από την απολύτως προβληματική προσωπικότητα του Αμερικανού Προέδρου. Από τις διθυραμβικές δηλώσεις που δεν ανταποκρίνονταν ούτε κατ’ ελάχιστον στην πραγματικότητα, στις στοχευμένες τοποθετήσεις ώστε να επηρεάσει τις διεθνείς χρηματαγορές –σε μια textbook στρατηγική market manipulation– αλλά και τις εμβόλιμες επιθέσεις του εναντίον των στενότερων εταίρων της Ουάσιγκτον τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία, ο Τραμπ δεν χρειάστηκε να αφήσει αυτές τις τρεις παραμέτρους ώστε το Ιράν να εκθέσει τις ΗΠΑ· το κατάφερε απολύτως μόνος του. Αν οι ΗΠΑ είχαν έστω μια πιθανότητα να αντιστρέψουν την ασυμμετρία που απολάμβανε το Ιράν εναντίον τους στο πεδίο, αυτή θα προϋπέθετε μια αξιόπιστη ηγεσία, ικανή να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ως έχει και, κυρίως, να εμπνεύσει εμπιστοσύνη τόσο μεταξύ των συμμάχων των ΗΠΑ, όσο και φόβο στο θυμικό των αντιπάλων τους. Αντιθέτως, ο Τραμπ αντιμετώπισε την αδιαφορία των εταίρων του, αλλά και τη χλεύη της Τεχεράνης, με τις ιρανικές πρεσβείες ανά τον κόσμο να φτάνουν στο σημείο να τρολάρουν την αμερικανική κυβέρνηση μέσω των σχετικών τους αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να μην έδωσε κάποιον νικητή –καθώς το Ιράν αποδεδειγμένα δέχθηκε μια σειρά συντριπτικών πληγμάτων, των οποίων το αποτύπωμα θα φανεί σε βάθος χρόνου–, αλλά έχει έναν ξεκάθαρο ηττημένο: την αξιοπιστία και κυρίως την αξιοπρέπεια των ΗΠΑ και η Ευρώπη, πρώτη απ’ όλους, δεν πρέπει να υποτιμήσει αυτή τη νέα πραγματικότητα, όσο συνειδητοποιεί –με κάθε μέρα που περνάει– πόσο μόνη της είναι.