Κοσμος

Όταν η Νέα Ζηλανδία εξοπλίζεται, κανείς δεν είναι πλέον ασφαλής

Το νεοζηλανδικό αμυντικό δόγμα, η Αυστραλία και μια προφητεία για τη Δύση

Άγης Παπαγεωργίου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιατί το νέο αμυντικό δόγμα της Νέας Ζηλανδίας αφορά τις μικρές και μεσαίες δυνάμεις παγκοσμίως – και, κυρίως, την Ευρώπη;

Για δεκαετίες, η Νέα Ζηλανδία έμοιαζε καταδικασμένη να ξεχνιέται απ’ όλους – πλην των Αυστραλών, και αυτό κατά περίπτωση – έξω από τον παγκόσμιο χάρτη, τόσο με την κυριολεκτική έννοια του όρου, όσο, κυρίως, με τη γεωπολιτική. Λίγο οι εικόνες που χάρισαν στη διεθνή κοινότητα τα απίστευτα τοπία όπου γυρίστηκε ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, λίγο η εξωτική ψύχωση των Νεοζηλανδών – λευκών και Μαορί – με το ράγκμπι, και λίγο ακόμα τα 3-4 πρόβατα που αναλογούν σε κάθε έναν από τα περίπου 5,5 εκατομμύρια των πολιτών της χώρας, δικαιωματικά κατέστησαν τη Νέα Ζηλανδία μια μάλλον ιδιάζουσα περίπτωση, τουλάχιστον συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη της ευρύτερης Δύσης.

Όμως, ο πολιτικός χρόνος έχει αλλάξει για όλους, και ακόμα και η Νέα Ζηλανδία, ένα κατά τα άλλα πανέμορφο σύμπλεγμα νησιών στα σύνορα του πολιτισμού και τα όρια του χρόνου, δεν μπορεί πλέον να παριστάνει πως οι μεταψυχροπολεμικές σταθερές εξακολουθούν να ισχύουν. Παρά το αμιγώς φιλελεύθερο πολιτικό της αποτύπωμα, η – ομολογουμένως, επικοινωνιακά χαρισματική – Τζασίντα Άρντερν ήταν η πρώτη Νεοζηλανδή Πρωθυπουργός που έδειξε να αντιλαμβάνεται τις αλλαγές που συντελούνται στον Ειρηνικό, με τη νέα συντηρητική κυβέρνηση της χώρας υπό τον Κρίστοφερ Λούξον να προχωρά σε μια πλήρη ανανέωση του γεωπολιτικού δόγματος της χώρας, επενδύοντας στο αξιόμαχο των νεοζηλανδικών ενόπλων δυνάμεων και μετατρέποντας την «Aotearoa» – όπως την αποκαλούν οι γηγενείς Μαορί – σε ένα ακόμα προπύργιο εναντίον του κινεζικού επεκτατισμού.

Η αλλαγή στο αμυντικό δόγμα της Νέας Ζηλανδίας

Τέσσερα ορθάνοιχτα μάτια και ένα ακόμα που μόλις άνοιξε

Η Νέα Ζηλανδία αποτελούσε ανέκαθεν έναν εκ των ασθενέστερων δυτικών πόλων εντός του διεθνούς συστήματος, παρότι ήδη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μέλος της συμμαχίας Five Eyes, στο πλαίσιο της οποίας αντάλλασσε πληροφορίες υψίστης σημασίας με τις ΗΠΑ, αλλά και την Αυστραλία, τον Καναδά, και το Ηνωμένο Βασίλειο, αναφορικά με τις εξελίξεις στο Θέατρο του Ειρηνικού. Στο γύρισμα του Ψυχρού Πολέμου, και με το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας να εστιάζει αρχικά στη διχοτόμηση της Ευρώπης μεταξύ της δυτικής και της σοβιετικής σφαίρας επιρροής, αλλά και στην αποτύπωση του διπολικού ψυχροπολεμικού συστήματος στον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο, όπως αυτή κλιμακώθηκε κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, η Νέα Ζηλανδία γρήγορα περιθωριοποιήθηκε ως στρατηγικός εταίρος τόσο των ΗΠΑ, όσο και του Ηνωμένου Βασιλείου. Το κρίσιμο στοιχείο είναι πως, χάρη στη γεωπολιτικά ευλογημένη γεωγραφική θέση της χώρας, αλλά και τον σχετικά μικρό της πληθυσμό, η Νέα Ζηλανδία και όλες ανεξαιρέτως οι μεταπολεμικές της κυβερνήσεις δεν είχαν καμία ανάγκη να επενδύσουν σε εξοπλιστικό και αμυντικό επίπεδο, ακόμα και σε εποχές διεθνούς αναταραχής και ευρύτερης δυτικής κινητοποίησης. Αυτονοήτως, καθώς η πρωτεύουσα Γουέλιγκτον δεν αντιμετώπισε ποτέ καμία ουσιαστική απειλή, αλλά και κανέναν λόγο να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε σύγκρουση όπως συνέβη τόσο στον Α’, όσο και στον Β’ ΠΠ, είχε ανέκαθεν τη δυνατότητα να επενδύει δημοσιονομικά σε μια σειρά κοινωνικών παρεμβάσεων, καθιστώντας τη Νέα Ζηλανδία ως ένα πρότυπο μιας ευρύτερης σοσιαλδημοκρατικής κοινωνίας· αναπόφευκτα, η συνείδηση του τοπικού εκλογικού σώματος καλλιεργήθηκε αναλόγως, με επιστέγασμα τη διμερή ρήξη μεταξύ της Νέας Ζηλανδίας και των ΗΠΑ, με αφορμή την πρόσβαση των αμερικανικών πολεμικών πλοίων που έφεραν πυρηνικές κεφαλές.

Σήμερα, ωστόσο, όλα δείχνουν πως αλλάζουν, και μάλιστα με δραματική ταχύτητα. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η νεοζηλανδική κυβέρνηση σκοπεύει να προχωρήσει σε μια σειρά στρατηγικών επενδύσεων στον ευρύτερο αμυντικό της τομέα, των οποίων η αξία αποτιμάται στα 7 δισεκατομμύρια δολάρια. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος, προβλέπεται η αγορά τελευταίας τεχνολογίας ελικοπτέρων, αλλά και τελευταίας τεχνολογίας οπλικών συστημάτων τα οποία θεωρητικά η χώρα δε χρειάζεται, ιδιαίτερα από τη στιγμή που απολαμβάνει μια μακρά διμερή αμυντική συμφωνία με την Αυστραλία, της οποίας το αξιόμαχο είναι σαφώς ισχυρότερο και υπερκαλύπτει ώστε να εξασφαλίσει τη νεοζηλανδική εθνική ασφάλεια. Στην πράξη, ωστόσο, το Γουέλιγκτον κρίνει πως ο κινεζικός επεκτατισμός αποτελεί όντως μια υπαρξιακού επιπέδου απειλή για την ευρύτερη περιοχή, γεγονός το οποίο πλέον αποδεικνύεται στο πεδίο· κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις πραγματοποίησαν μια σειρά πρωτοφανών ναυτικών ασκήσεων ανοιχτά της αυστραλιανής ΑΟΖ, στην καρδιά της Θάλασσας των Κοραλλιών η οποία χωρίζει τις δύο χώρες, σε μια κίνηση η οποία ερμηνεύτηκε – ευλόγως – τόσο από την αυστραλιανή, όσο και από τη νεοζηλανδική κυβέρνηση ως ξεκάθαρη πρόκληση. Με τους Αυστραλούς να έχουν ήδη προχωρήσει σε μια σειρά κοινών ασκήσεων με τις ιαπωνικές ένοπλες δυνάμεις – με το Τόκιο να έχει σαφώς και εκείνο εγκαταλείψει το μεταπολεμικό πασιφιστικό γεωπολιτικό δόγμα του Heiwa-shugi ήδη από τις μέρες του δολοφονηθέντος Ιάπωνα Πρωθυπουργού Σίντζο Άμπε – οι Νεοζηλανδοί έχουν πλέον συνειδητοποιήσει πως η από κοινού προάσπιση των δυτικών συμφερόντων στον Ειρηνικό βαραίνει πλέον και τους ίδιους.

Οκτώβριος 2025. Στρατιωτική άσκηση στο Waiouru της Νέας Ζηλανδίας © Hagen Hopkins/Getty Images

Η σημασία της αλλαγής του ευρύτερου στρατηγικού δόγματος της Νέας Ζηλανδίας είναι διττή. Πρώτον, το Γουέλιγκτον εκπέμπει προς το Πεκίνο ένα σαφές μήνυμα περιορισμού του κινεζικού επεκτατισμού, καθώς η πρόθεση της κινεζικής κυβέρνησης ώστε να διευρύνει το γεωοικονομικό της αποτύπωμα ευρύτερα στον Ειρηνικό βρίσκει ένα ακόμα – και κάπως απρόσμενο – εμπόδιο. Δεύτερον, η νεοζηλανδική κυβέρνηση αφυπνίζει αναγκαστικά τους Νεοζηλανδούς, καλώντας τους να προσαρμοστούν σε μια εντελώς νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, η οποία αδιαμφησβήτητα θα επηρεάσει τον εξαιρετισμό του νεοζηλανδικού τρόπου ζωής. Το γεγονός και μόνο πως το σοσιαλδημοκρατικό και κοινωνικά φιλελεύθερο νεοζηλανδικό Εργατικό κόμμα συναινεί στις πρωτοβουλίες της συντηρητικής κυβέρνησης της χώρας είναι ενδεικτικό του βαθμού στον οποίο το αφήγημα εντός της πιο γεωγραφικά ευνοημένης χώρας της υφηλίου έχει πλέον αλλάξει· εξάλλου, η συντεταγμένη και από κοινού αποδεκτή εφαρμογή τεκτονικών αλλαγών σε κάθε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής – από το αμιγώς δημοσιονομικό έως το αυστηρά αμυντικό, και στη συγκεκριμένη περίπτωση υπαρξιακό – αποτελεί την ισχυρότερη ένδειξη ενός υγιούς και προοδευτικού πολιτικού συστήματος. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί πως η υιοθέτηση του συγκεκριμένου ανανεωμένου αμυντικού δόγματος, αν και γίνεται σταδιακά, εντούτοις προηγείται χρονικά της επιστροφής του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, σε μια συνθήκη η οποία υποδεικνύει περαιτέρω τη συνειδητοποίηση του νεοζηλανδικού πολιτικού συστήματος πως η ανάγκη της αμυντικής και ευρύτερης στρατηγικής ενίσχυσης της χώρας αποτελεί συστημικό στόχο, αντί για μια παρωδική λύση σε ένα δυνητικά περιοδικό φαινόμενο.

Η σημασία του νέου νεοζηλανδικού αμυντικού δόγματος για την Ευρώπη

Εύλογα θα μπορούσε κανείς να απορήσει εμάς τώρα τι ακριβώς μας νοιάζει, σε τελική ανάλυση, αν οι Νεοζηλανδοί αποφάσισαν να βγάλουν δόντια μετά το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. Εξάλλου, η απόσταση που χωρίζει την Ευρώπη από τη γη των Χόμπιτ δύσκολα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το μικρό μέγεθος της νεοζηλανδικής, αλλά και ο περιορισμένος της πληθυσμός – πάντα συγκριτικά με την Αυστραλία, με την οποία η Νέα Ζηλανδία είναι αναγκασμένη να συγκρίνεται σε κάθε επίπεδο – καθιστά το Γουέλιγκτον έναν συμπαθή, αλλά κατά τα άλλα μάλλον αδιάφορο εταίρο. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι κάπως πιο περίπλοκη, καθώς πέραν των προφανών οφελών της επένδυσης στη στρατηγική σχέση με το νοτιότερο άκρο της Δύσης στο νότιο ημισφαίριο, και έναν εταίρο που πλέον δείχνει μια σαφή πρόθεση να αναλάβει πρωτοβουλίες ως προς τον κοινό στόχο του περιορισμού του κινεζικού επεκτατισμού, η Ευρώπη μπορεί να πάρει ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα ως προς την προσαρμοστικότητα που δείχνει το Γουέλιγκτον ώστε να προσαρμοστεί στις αναγκαιότητες του νέου πολιτικού χρόνου. Υιοθετώντας ένα φιλόδοξο γεωπολιτικό και αμυντικό δόγμα, στο πλαίσιο του οποίου δεδομένα η νεοζηλανδική κυβέρνηση θα αναγκαστεί να λάβει πολιτικά ζόρικες αποφάσεις, κυρίως ως προς την ανακατανομή των διαθέσιμων δημόσιων πόρων προς εξοπλιστικά προγράμματα αντί για κοινωνικές παρεμβάσεις, το Γουέλιγκτον παρέχει μαθήματα αποδοχής μιας άβολης πραγματικότητας.

Φυσικά, η ισχυροποίηση των νεοζηλανδικών ενόπλων δυνάμεων αποτελεί μια ευκαιρία για την Ευρώπη και σε πρακτικό επίπεδο. Ήδη μέσω της πυρηνικής συμφωνίας AUKUS – μεταξύ της Αυστραλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, και των ΗΠΑ – η Δύση έχει δώσει δείγματα γραφής αναφορικά με τη δυνατότητα σύναψης διμερών και τριμερών στρατηγικών συνεργασιών, στων οποίων τον πυρήνα βρίσκεται η εξυπηρέτηση των δυτικών συμφερόντων και ο περιορισμός του κινεζικού επεκτατισμού. Προφανώς, η Ευρώπη δεν μπορεί σε καμία των περιπτώσεων να βασιστεί στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως δε θα μπορούσε να προχωρήσει σε μια σειρά διμερών και τριμερών συμφωνιών με τη Νέα Ζηλανδία – αλλά και την Αυστραλία, ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη ιστορική εμπορική συμφωνία μεταξύ των Βρυξελλών και της Καμπέρα – στο πλαίσιο της σύσφιξης των ευρώ-ωκεάνιων στόχων, αλλά και της ενίσχυσης του ευρωπαϊκού γεωοικονομικού αποτυπώματος στην περιοχή. Εξάλλου, το γεγονός πως και οι δύο χώρες που βρέχονται από την Θάλασσα των Κοραλλιών ανήκουν στη λεγόμενη «anglosphere», καθιστά τη διεξαγωγή μιας σειρά διπλωματικών επαφών εξαιρετικά εύκολη – με δεδομένη την ισχυρή παρουσία του Ηνωμένου Βασιλείου στη Συμφωνία των Προθύμων – όπως εξάλλου και τη διεξαγωγή κοινών ασκήσεων τόσο με το βρετανικό, όσο και με το γαλλικό πολεμικό ναυτικό, το οποίο έχει μόνιμη παρουσία στην περιοχή, χάρη στις παράκτιες γαλλικές εκτάσεις της Γαλλικής Πολυνησίας.

Μια προφητεία για το μέλλον της Δύσης

Θέτοντάς το διαφορετικά, αν μια μεσαία οικονομική δύναμη – με ένα παραδοσιακά ανίσχυρο νόμισμα – με μηδενική στρατηγική και αμυντική κουλτούρα μπορεί να επαναπροσδιορίσει επιτυχώς τις δημοσιονομικές της προτεραιότητες, τότε η Ευρώπη των κοινών γεωπολιτικών συμφερόντων – και δη, η Ευρωπαϊκή Ένωση της Κοινής Αγοράς και του ενιαίου νομίσματος – δεν έχει απολύτως καμία δικαιολογία να μην πράξει το ίδιο. Ναι, η πολιτική Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί ταυτόχρονα μια οικονομική υπερδύναμη, αλλά και ένα συνονθύλευμα διαφορετικών – και συχνά διαμετρικά αντίθετων – εθνικών συμφερόντων, ναι η πολιτική Ευρώπη – και κυρίως η ΕΕ – κινείται πιο αργά και από μεθυσμένο βραδύποδα ιδιαίτερα όταν πρέπει να προχωρήσει σε πάσης φύσεως τομές, ναι η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία μοιάζει ορισμένες φορές με δυστοπικό εφιάλτη βγαλμένο από τη Σοβιετική Ένωση του Λέονιντ Μπρέζνιεφ, ναι οι γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027 απειλούν να τινάξουν όλα όσα πέτυχε σε έναν βαθμό ο Εμανουέλ Μακρόν στον αέρα, αλλά όλες αυτές οι συνθήκες μαζί δε μπορούν να αλλάξουν αυτό που μέχρι και Νεοζηλανδοί κατάφεραν: οι δυτικές βεβαιότητες του Τέλους της Ιστορίας αποτελούν πλέον παραισθήσεις, και το νέο Τέλος μπορεί να έρθει μόνο αν όλα όσα πρεσβεύει η Δύση – και ό,τι θα έχει μείνει από αυτή μέχρι να αποχωρήσει ο Τραμπ από τον Λευκό Οίκο – μπορεί να τα υποστηρίξει τόσο σε οικονομικό, όσο και σε αμυντικό επίπεδο· από το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες, έως τη Καμπέρα και το Γουέλιγκτον, δεν υπάρχει απολύτως καμία εναλλακτική, και – ευτυχώς – κάπως δείχνουμε να το συνειδητοποιούμε ομαδικώς.