- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Κύπρος: Βάσεις παντός καιρού;
Οι φρεγάτες των ευρωπαϊκών χωρών και ο ρόλος του Ηνωμένου Βασιλείου
Βάσεις παντός καιρού; Η ασφάλεια της Κύπρου, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και το ζητούμενο για το Ηνωμένο Βασίλειο
Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, σημαντικές ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις από επτά ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται ήδη στην Κύπρο ή κατευθύνονται προς την Κύπρο. Την αρχή έκανε η Ελλάδα με την αποστολή των δύο φρεγατών και τεσσάρων F-16. Ακολούθησαν: η Γαλλία με μία φρεγάτα, προπομπό μεγαλύτερης δύναμης με επικεφαλής το αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle (με είκοσι Rafale και άλλα αεροσκάφη και ελικόπτερα)· η Ισπανία με τη φρεγάτα «Χριστόφορος Κολόμβος»· η Γερμανία με μία φρεγάτα. Η Ολλανδία και η Ιταλία ετοιμάζονται επίσης να στείλουν από μία φρεγάτα έκαστη. Ο πρωθυπουργός μάς παρουσίασε την ελληνική πρωτοβουλία ως αυτονόητο «εθνικό καθήκον» που απορρέει από την ιδέα του «οικουμενικού Ελληνισμού». Θα ήταν χρήσιμο να είχε προσθέσει αυτό, στο οποίο αναφέρθηκαν Ευρωπαίοι πολιτικοί, όπως ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών: ότι η αποστολή δυνάμεων στην Κύπρο αποτελεί «πράξη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» που στοχεύει στην πρόληψη υπαρκτού κινδύνου.
Στη χορεία των ναυτικών δυνάμεων που έπλευσαν στα νερά της Κύπρου προστίθεται έβδομο και κάπως ιδρωμένο, το Ηνωμένο Βασίλειο. Στις 11 Μαρτίου, απέπλευσε το αντιτορπιλικό Dragon που αναμένεται να φτάσει στον προορισμό του σε πέντε ημέρες. Η καθυστέρηση αποδίδεται σε τυπικούς λόγους: αλλαγή των όρων της σύμβασης με την ανάδοχο εταιρεία στον ναύσταθμο του Πόρτσμουθ. Βέβαια, η Βρετανία διαθέτει ήδη αεροσκάφη και ελικόπτερα στην Κύπρο. Ωστόσο, η αδυναμία άμεσης αποστολής έστω ενός πολεμικού εκθέτει την άλλοτε θαλασσοκράτειρα δύναμη σε κριτική ως προς τα αντανακλαστικά της και την ικανότητα προβολής ισχύος όπου διακυβεύονται βρετανικά συμφέροντα. Διότι η αφορμή αυτής της πολυεθνικής κινητοποίησης γύρω και πάνω από την Κύπρο οφείλεται στο γεγονός ότι το νησί «φιλοξενεί» δύο μεγάλες βάσεις που ανήκουν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Δύο φορές, drones ιρανικής κατασκευής εκτοξεύτηκαν από τις απέναντι ακτές του Λιβάνου με κατεύθυνση την Κύπρο. Στο πρώτο επεισόδιο, την 1η Μαρτίου, ένα drone έπληξε υπόστεγο αεροσκαφών στο στρατιωτικό αεροδρόμιο του Ακρωτηρίου, μιας από τις δύο βρετανικές «Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων» (η άλλη είναι της Δεκέλειας). Τρεις μέρες αργότερα, ελληνικά F-16 αναχαίτισαν δύο ακόμη drones.
Αυτές οι δύο βάσεις, τις οποίες εξυπηρετεί πληθώρα μικρότερων εγκαταστάσεων, συνιστούν κατάλοιπο της εποχής που η Βρετανία εξουσίαζε την Κύπρο (1878-1960). Ήδη από το 1956, μετά την οριστική απώλεια του Σουέζ και την έξαρση του ελληνικού αγώνα για την Ένωση, οι Βρετανοί ιθύνοντες (πρωτίστως οι στρατιωτικοί) κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, προκειμένου το Ηνωμένο Βασίλειο να συνεχίσει να παίζει ρόλο στη Μέση Ανατολή, θα αρκούσε να διατηρεί βάσεις· το υπόλοιπο νησί θα μπορούσε να αποδεσμευτεί υπό τον όρον οι δύο «μητέρες-πατρίδες» των Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων του, αντίστοιχα, να συμφωνούσαν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση.
Η λύση που έδωσαν η Ελλάδα και η Τουρκία με τη συμφωνία της Ζυρίχης (στην οποία προσχώρησαν οι Βρετανοί και οι ηγεσίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, στο Λονδίνο), τον Φεβρουάριο του 1959, προέβλεπε ότι η Βρετανία θα διατηρούσε δύο τμήματα της Κύπρου υπό την κυριαρχία της για να εξυπηρετεί τους δικούς της «στρατιωτικούς και αμυντικούς σκοπούς». Με βάση, λοιπόν, την ιδρυτική Συνθήκη της Κυπριακής Δημοκρατίας του Ιουλίου 1960, οι βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας αποτελούν κυρίαρχο βρετανικό έδαφος με έκταση 254 τ. χλμ., δηλαδή μεγαλύτερη από το νησί της Μάλτας. Αυτό το έδαφος περιλαμβάνει κωμοπόλεις, χωριά και αγρούς, όπου κατοικούν και εργάζονται χιλιάδες Κύπριοι πολίτες.
Ο όρος «βρετανικό κυρίαρχο έδαφος» δημιουργεί την εντύπωση ότι στις βάσεις ισχύει άλλο καθεστώς από ό,τι στην υπόλοιπη Κύπρο (εξαιρουμένων βέβαια των κατεχομένων στον βορρά). Το γεγονός είναι ότι, στα 66 χρόνια λειτουργίας τους, υπήρξε «όσμωση» μεταξύ των βάσεων και της Δημοκρατίας που τις περιβάλλει σε πολλά επίπεδα. Να σημειωθεί ότι στη διάρκεια του πολέμου του 1974, στις βάσεις βρήκαν καταφύγιο δεκάδες χιλιάδες Κύπριοι και από τις δύο κοινότητες του νησιού. Επιπλέον, τις παραμονές του δημοψηφίσματος του 2004 για το Σχέδιο Αννάν, η βρετανική κυβέρνηση υποσχέθηκε να παραχωρήσει περίπου τη μισή έκταση των βάσεων στην περίπτωση θετικού αποτελέσματος – που δεν επιτεύχθηκε.
Οι βάσεις παραμένουν κυρίαρχο βρετανικό έδαφος. Αυτό σημαίνει ότι η ασφάλεια του πληθυσμού στην «επικράτειά» τους αποτελεί πρώτιστο καθήκον της βρετανικής διοίκησης. Στις πολεμικές συνθήκες που επικρατούν από τις 28 Φεβρουαρίου, οι βάσεις παίζουν ρόλο αλεξικέραυνου, ικανού να προσελκύσει χτυπήματα από το Ιράν και συμμάχους του, όπως η Χεζμπολλάχ. Κατά συνέπεια, εφόσον η παρουσία των βάσεων θέτει σε κίνδυνο η ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, η τελευταία δικαιούται να ζητήσει από το Λονδίνο να σεβαστεί μία άλλη συνθήκη από εκείνες που υπογράφηκαν κατά τη γένεσή της, το 1960: Σύμφωνα με την τετραμερή Συνθήκη Εγγυήσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο (όπως και η Ελλάδα και η Τουρκία) «αναγνωρίζουν και εγγυώνται την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και ασφάλεια» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε αντάλλαγμα, μεταξύ άλλων, η νεοσύστατη Δημοκρατία ανέλαβε να «σεβαστεί την ακεραιότητα των περιοχών που διατηρούνται υπό την κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου», δηλαδή των βάσεων.
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κάθε συμφέρον να αξιοποιήσει το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για την ασφάλειά της απέναντι στη διαγραφόμενη κλιμάκωση του πολέμου στο Ιράν. Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να τονίζει την ευρωπαϊκή διάσταση των δικών της ενεργειών. Και το Ηνωμένο Βασίλειο έχει κάθε υποχρέωση (και μακροπρόθεσμα συμφέρον) να επιτελέσει τον συμβατικό του ρόλο ως εγγυήτριας δύναμης όχι μόνο των κυρίαρχων βάσεών του αλλά ολόκληρης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι, δημιουργείται ένα θετικό προηγούμενο σε μια ευαίσθητη γωνιά της Ευρώπης που εξακολουθεί να ζει με ανοιχτές τις πληγές του παρελθόντος.