Κοσμος

Μανιφέστο απελευθέρωσης, ή πώς να αποφύγετε τις τύψεις στα βαθιά γεράματα

Ακόμη κι αν οι κοινωνίες μας κερδίσουν αυτόν τον ψηφιακό πόλεμο στον οποίον βρίσκονται εδώ και 20 χρόνια χωρίς καν να το αντιλαμβάνονται, πώς θα νιώσουμε για τη ζωή που (δεν) ζήσαμε;

Ρωμανός Γεροδήμος
ΤΕΥΧΟΣ 989
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ψηφιακή εξάρτηση, τα social media, ο αναλφαβητισμός και το παράδειγμα της Σουηδίας

Τη δεκαετία του 2000, τα σχολεία της Σουηδίας άρχισαν να ξεφορτώνονται τα βιβλία – τα αντικαθιστούσαν με λάπτοπ και tablets. Μέσα σε λίγα χρόνια, το επίπεδο γραμματισμού των παιδιών άρχισε να πέφτει.

Δέκα χρόνια μετά, το 2012, η Σουηδία, που κάποτε ήταν στην κορυφή της PISA, έπεσε αρκετές θέσεις, φτάνοντας κάτω ακόμη και από τη Βρετανία. Μέσα σε είκοσι χρόνια, το 2022, ένα στα τέσσερα παιδιά λυκείου στη Σουηδία θεωρούνταν λειτουργικά αναλφάβητο. Τώρα η Σουηδία αλλάζει πορεία. Όπως και πολλές άλλες χώρες, απαγορεύει τα κινητά στα σχολεία, μειώνει δραστικά τη χρήση ψηφιακών εργαλείων και επαναφέρει τα βιβλία στην τάξη. Αυτό συμβαίνει «ενάντια στο κύμα» και στις αφόρητες πιέσεις της βιομηχανίας της «εκπαιδευτικής τεχνολογίας» (Ed Tech) που έχει επεκταθεί σαν παρασιτικός οργανισμός σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, κάνοντας αφαίμαξη (κρατικών συνήθως) πόρων για παροχή αμφίβολης χρησιμότητας και αποτελεσματικότητας υπηρεσιών. Και φυσικά όλο αυτό συμβαίνει ενάντια στον οδοστρωτήρα των κολοσσών υψηλής τεχνολογίας (Big Tech) που, μέσα απ’ την ανάπτυξη εθιστικών αλγορίθμων και την ψυχολογική χειραγώγηση των χρηστών, έχουν διαβρώσει όχι μόνο τις δημοκρατίες της Δύσης, αλλά και τον οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτισμικό ιστό.

Η ψηφιακή κυριαρχία στην εκπαίδευση και τη δημόσια ζωή

Τον καταστροφικό αντίκτυπο των smartphones, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ψηφιακής κουλτούρας της εικόνας και της αυτοπροβολής για τα παιδιά και τους νέους τον έχουν περιγράψει αρκετοί μελετητές, όπως ο Jonathan Haidt – τον οποίο συχνά και επιμελώς παρερμηνεύουν οι θιασώτες της ψηφιακής κουλτούρας.

Ο Haidt δεν ισχυρίζεται ότι για όλα φταίει η τεχνολογία. Την ευθύνη για την επιδημία των νοσημάτων ψυχικής υγείας στα παιδιά και στους εφήβους, για την αδυναμία μιας ολόκληρης γενιάς να ενταχθεί σε ομάδες, κοινωνικά, ακαδημαϊκά και επαγγελματικά –ένα φαινόμενο που τώρα σκάει σαν βραδυφλεγής βόμβα όχι μόνο στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, αλλά και στον εργασιακό χώρο– ο Haidt την εντοπίζει σε ένα ευρύτερο πλέγμα μακροπρόθεσμων αλλαγών στον τρόπο που μεγαλώνουμε πλέον τα παιδιά μας: αποφυγή του ρίσκου, συνεχής επιτήρηση, έλλειψη προτύπων κ.ο.κ. Ωστόσο, ο καταστρεπτικός ρόλος των smartphones και των ΜΚΔ είναι αδιαμφισβήτητος.

Από τα σχολεία της Σουηδίας στη δημοκρατία των αλγορίθμων

Η δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρώνεται, για ευνόητους λόγους, στα παιδιά και στους εφήβους. Ωστόσο, τα ίδια προβλήματα αντιμετωπίζουμε όλοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, καταγωγής, επαγγελματικού προσανατολισμού ή άλλων δημογραφικών στοιχείων. Πλατφόρμες όπως το Facebook, το Instagram και το TikTok έχουν το χαρακτηριστικό ότι, ακόμη κι όταν η ποιότητα του περιεχομένου έχει καταλήξει να είναι εμφανώς κάκιστη και βλαπτική για όλους μας, γεμάτη διαφημίσεις, τοξικότητα, χιούμορ δημοτικού, ψευδείς ειδήσεις και βίντεο κατασκευασμένα από τεχνητή νοημοσύνη, παραμένουμε επειδή γνωρίζουμε ότι όλοι παραμένουν. Οι πλατφόρμες αυτές υποκαθιστούν τον ρόλο που κάποτε έπαιζε η δημόσια τηλεόραση και οι μεγάλες εφημερίδες: έχουν μετατραπεί σε ένα δυστοπικό κακέκτυπο αυτού που ο Γιούγκεν Χάμπερμας περιέγραψε ως «δημόσια σφαίρα» – ένα από τα πιο θεμελιώδη συστατικά όχι απλώς μιας δημοκρατίας, αλλά μιας οποιασδήποτε οργανωμένης κοινωνίας. Βέβαια, ο Χάμπερμας έθεσε τρεις όρους ώστε μια δημόσια σφαίρα να επιτελεί τον ρόλο της: καθολική πρόσβαση, ισότητα συμμετοχής, λογικός/κριτικός διάλογος. Από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις, οι πλατφόρμες υψηλής τεχνολογίας πληρούν (και αυτό με προβληματικό τρόπο) μόνο την πρώτη: καθολικότητα πρόσβασης, η οποία όμως γίνεται με αντάλλαγμα την αδιαφανή συλλογή και πώληση των προσωπικών μας δεδομένων, και τον βομβαρδισμό μας με διαφημίσεις.

Η συμμετοχή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε καμία περίπτωση δεν είναι ισότιμη, αντιθέτως οι αλγόριθμοί τους πριμοδοτούν πολύ συγκεκριμένα είδη αναρτήσεων και προσωπικοτήτων (influencers), που απευθύνονται και ενεργοποιούν τα πιο φθηνά, χαμηλά ή πρωτόγονα ένστικτά μας. Οτιδήποτε άλλο αργά ή γρήγορα εξαφανίζεται, δημιουργώντας μια σχεδόν ολιγαρχική επικοινωνιακή δομή. Είναι, δε, σίγουρο ότι ο διάλογος που γίνεται στις πλατφόρμες αυτές μόνο λογικός/κριτικός δεν είναι. Το πάλαι ποτέ Twitter ήταν αυτό που πρώτο άλλαξε (προς το χειρότερο) τους όρους της δημόσιας και πολιτικής επικοινωνίας, μετατρέποντας τη δημόσια σφαίρα από μια κουλτούρα ανάγνωσης, γραφής και παρακολούθησης της επικαιρότητας σε έναν ανταγωνισμό ατάκας, σπασμωδικών αντιδράσεων, αντεγκλήσεων και μιμηδίων (memes). Το Instagram και το TikΤok δεν περιλαμβάνουν καν ουσιαστικό γραπτό λόγο, ούτε πραγματικό και προσβάσιμο διάλογο, ενώ στο Facebook είναι δύσκολο να αναπτυχθεί ουσιαστικός διαλόγος, γιατί αυτό εξάπτει τα συναισθήματα και δεν πουλάει.

Η μαζική απομάγευση από το X και από το Facebook και η αναζήτηση ποιοτικού περιεχομένου –μαζί με τις δομικές αλλαγές στην αμερικανική κυρίως δημοσιογραφία (π.χ. με την ακραία πόλωση στα μεγάλα ΜΜΕ)– οδήγησαν στην επάνοδο παλαιότερων τρόπων ενημέρωσης και επικοινωνίας, όπως τα newsletter και οι προσωπικές στήλες γνωστών σχολιαστών (όπως το Substack), οι οποίες βασίζονται σε μικροκοινότητες συνδρομητών ή υποστηρικτών και μοιάζουν αρκετά με τα blogs που έζησαν τη χρυσή τους εποχή πριν από 20 χρόνια, και φυσικά τα podcasts, που αντικατέστησαν σε έναν βαθμό το ποιοτικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά από τα καλύτερα ή πιο ουσιαστικά ρεπορτάζ, αναλύσεις, έρευνες, συνεντεύξεις κάθε εβδομάδα τα βρίσκουμε σε ανεξάρτητα, μικρά ή ατομικά «κανάλια» επικοινωνίας και ενημέρωσης. Ωστόσο, ακόμη και ένα τέτοιο μοντέλο είναι δημοκρατικά και κοινωνικά παθογενές και δυσλειτουργικό. Βασίζεται μόνο στην όρεξη, την ανάγκη, τον χρόνο, το χρήμα και τους τρόπους κατανόησης του υλικού που μπορεί να έχει ένας χρήστης· άρα, αντί να αμβλύνει την ψηφιακή και πολιτική ανισότητα, ουσιαστικά την οξύνει. Ένα διασπασμένο οικοσύστημα μικροκοινοτήτων με βάση τις ιδεολογίες ή τα ενδιαφέροντα του καθενός δεν είναι μια βιώσιμη δημόσια σφαίρα· δεν είναι καν «δημόσια», αφού οι μάζες εξακολουθούν να ενημερώνονται από και να επικοινωνούν μέσα από παθογενείς ιδιωτικές πλατφόρμες.

Σε κάθε περίπτωση, η στροφή της Σουηδίας στα βιβλία, και η ευπρόσδεκτη (αν και πολύ καθυστερημένη) κίνηση πολλών δυτικών χωρών να απαγορεύσουν τα ΜΚΔ για τα παιδιά μού προκάλεσε την εξής σκέψη: Οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας μέσα σε 20 περίπου χρόνια (και ειδικά από την εμφάνιση των smartphones) κατάφεραν να εισβάλουν σε κάθε πτυχή της ατομικής, οικογενειακής, κοινωνικής, εκπαιδευτικής, πολιτισμικής και πολιτικής ζωής και να κυριαρχήσουν, πιάνοντάς μας όλους «ομήρους». Καθορίζουν πλέον τη σχέση μας με το σώμα μας, την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και για τους άλλους, το τι κάνουμε στον ελεύθερο χρόνο μας, το πόσο καλά κοιμόμαστε, το πώς επικοινωνούμε με τους ανθρώπους μας και με τους ξένους, το τι δουλειές κάνουμε (ή δεν κάνουμε), το πώς αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε τη φύση και τον δημόσιο χώρο.

Η μάχη με τη Big Tech μπορεί να κερδηθεί;

Ας φανταστούμε ότι υπάρχουν δύο ενδεχόμενα. Είτε αυτή η προσπάθεια απελευθέρωσης, που ξεκινάει τώρα δειλά δειλά στη Δύση και επικεντρώνεται στα παιδιά, να πετύχει και να ανακτήσουμε τον έλεγχο και το νόημα της ζωής μας, είτε να αποτύχει και να απορροφηθούμε όλοι απ’ αυτή τη μαύρη τρύπα την οποία δημιουργούν ψυχικά διαταραγμένοι ολιγάρχες με τη συνδρομή αυταρχικών ηγετών (και την ανοχή αδύναμων ή ανίκανων δημοκρατών ηγετών).

Ας υποθέσουμε ότι η προσπάθεια αυτή πετυχαίνει. Ας υποθέσουμε ότι τα σημερινά παιδιά του δημοτικού στη Σουηδία αρχίζουν σταδιακά να διαβάζουν και να γράφουν καλύτερα, και ότι τα παιδιά σε όλες τις χώρες που περιορίζουν τη χρήση κινητών και ΜΚΔ αρχίζουν, αργά αλλά σταθερά, να έχουν λίγο πιο υγιή σχέση με το σώμα τους, με τον εαυτό τους, με τους άλλους, με την έννοια της γνώσης, της προσπάθειας, του καθήκοντος και του νοήματος στη ζωή. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μια ολόκληρη γενιά παιδιών που τώρα είναι 5 ή 10 χρονών, μεθαύριο γίνονται καλύτεροι ενήλικες, καλύτεροι εργαζόμενοι, καλύτεροι πολίτες, καλύτεροι φίλοι, σύντροφοι και γείτονες απ’ ό,τι οι γενιές που θυματοποιήθηκαν και κάηκαν απ’ αυτό το τεράστιο πείραμα των τελευταίων 20 ετών.

Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι σε 10-20 χρόνια, εμείς οι υπόλοιποι, οι ενήλικοι, καταφέρνουμε να ανακτήσουμε λίγο μεγαλύτερο έλεγχο του τώρα, της παρουσίας μας στη στιγμή και στη ζωή. Ας υποθέσουμε, δηλαδή, ότι δεν πιάνουμε το κινητό με το που ανοίγουμε τα μάτια μας, ούτε πριν τα κλείσουμε το βράδυ, ούτε σκρολάρουμε όλη μέρα αποφεύγοντας να επεξεργαστούμε και να βιώσουμε άβολα, δυσάρεστα, στενόχωρα συναισθήματα. Ότι παύουμε να νιώθουμε όλο το βάρος της ενοχής και το υπαρξιακό κενό που αυτές οι συμπεριφορές αναπόφευκτα φέρνουν. Με λίγα λόγια, ας υποθέσουμε ότι όλο αυτό το πράγμα που ζούμε και ζήσαμε ήταν μια παρένθεση, ένας εφιάλτης. Και ότι κάποια στιγμή περνάει, τελειώνει, βγαίνουμε απ' αυτό.

Όλα αυτά δεν είναι βέβαιο ότι θα γίνουν, αλλά δεν είναι και απίθανο, απ’ τη στιγμή που οι κυβερνήσεις μας κι εμείς ως κοινωνίες και ως πολίτες αποφασίζουμε να ακολουθήσουμε μια συντεταγμένη πορεία αντίστασης και εξυγίανσης της δημόσιας σφαίρας. Το ερώτημά μου όμως είναι άλλο. Αν όλα αυτά γίνουν κι όσοι υπάρχουμε ακόμα σε 10, 20 ή 30 χρόνια κοιτάξουμε πίσω στη ζωή μας, πώς θα νιώσουμε γι’ αυτήν; Πώς θα νιώσουμε για τα χρόνια που περάσαμε καταναλώνοντας την κάθε μας ημέρα και ελεύθερη στιγμή σκυμμένοι πάνω από μια οθόνη, σε ιδιωτικές πλατφόρμες που μετατρέπουν διαταραγμένους σε δισεκατομμυριούχους, σε ανούσια πράγματα, που ούτε ευχαρίστηση μας παρέχουν ούτε νόημα;

Ακόμη κι αν οι κοινωνίες μας κερδίσουν αυτόν τον πόλεμο στον οποίον βρίσκονται εδώ και 20 χρόνια χωρίς καν να το αντιλαμβάνονται, πώς θα νιώσουμε για τη ζωή που (δεν) ζήσαμε; Πέρα απ’ την ανακούφιση και τη χαρά που θα αισθανθούμε για τα παιδιά και τα εγγόνια μας και την ανθρωπότητα συνολικά, υποψιάζομαι ότι θα νιώσουμε και μεγάλη στενοχώρια και πίκρα που χαραμίσαμε έτσι τη μία και μοναδική ζωή μας, που κανείς μα κανείς δεν μπορεί να μας δώσει πίσω. Θα νιώσουμε βαθύ θυμό γι’ αυτούς που την έκλεψαν αλλά και για όσους ήξεραν, αλλά δεν μίλησαν, ούτε μας βοήθησαν να απεξαρτηθούμε, να απελευθερωθούμε, να ζήσουμε αλλιώς. Κυρίως όμως θα νιώσουμε τύψεις που αφεθήκαμε χωρίς να το παλέψουμε περισσότερο, χωρίς να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να φροντίσουμε τον εαυτό μας.