- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Λονδίνο 1985–2025: 40 χρόνια μεταμόρφωσης μιας μητρόπολης
Αν και «Λοντονιστάν», η βρετανική πρωτεύουσα παραμένει στην κορυφή του διεθνούς τουρισμού
Λονδίνο 1985–2025: Η στροφή προς την παγκόσμια οικονομία, οι Ιρλανδοί και οι τζιχαντιστές, το status του τουριστικού προορισμού
Oι παλιότεροι «βέροι» Λονδρέζοι δεν αναγνωρίζουν πια την πόλη τους: το Λονδίνο υπέστη βαθύτερες και ευρύτερες αλλαγές από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή πόλη τα τελευταία 40 χρόνια. Αν το 1985 ήταν ακόμη, σε μεγάλο βαθμό, «μετα-βιομηχανική» πόλη που προσπαθούσε να βρει τη φυσιογνωμία της μετά την αποβιομηχάνιση και την υποβάθμιση πολλών περιοχών, σήμερα είναι μια υπερ-συνδεδεμένη, παγκοσμιοποιημένη μητρόπολη, με τεράστια δυναμική, με ήπια ισχύ αλλά και αντιφάσεις: πλούτος και καινοτομία μαζί με κρίση στέγης, κοινωνική πόλωση, πίεση στις υποδομές και πολυπολιτισμικότητα η οποία έχει κατηγοτείται για διάλυση του κοινωνικού ιστού. Το Λονδίνο είναι σήμερα ένας αστερισμός από μικρότερες πόλεις και γειτονιές, πολλές από τις οποίες έχουν αποκοπεί μεταξύ τους.
Η μεγάλη στροφή προς την παγκόσμια οικονομία στη δεκαετία του 1980 σημαδεύτηκε από την αναδιάταξη του ρόλου της πόλης στην εθνική και διεθνή οικονομία. Κεντρικό σημείο υπήρξε το «Big Bang» (27 Οκτωβρίου 1986), δηλαδή το πακέτο χρηματοοικονομικής απορρύθμισης που επιτάχυνε την αναμόρφωση του Σίτυ και ενίσχυσε τον ρόλο του Λονδίνου ως διεθνούς κόμβου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Παραλλήλως, στα ανατολικά, η «δεύτερη καρδιά» του Λονδίνου χτίστηκε σταδιακά: τα Docklands εξελίχθηκαν από παρακμάζον λιμενικό-βιομηχανικό τοπίο σε χώρο επενδύσεων, γραφείων, κατοικίας και μεταφορών. Η London Docklands Development Corporation (1981–1998) υπήρξε βασικός μοχλός αυτής της μεταμόρφωσης, συνδεδεμένη με την ανάδυση της Canary Wharf, του Docklands Light Railway και γενικότερα ολόκληρου του ανατολικού και νότιου Λονδίνου όπου έγινε εκτεταμένος πολεοδομικός εξεγευνισμός. Η gentrification καθάρισε τις φτωχότερες περιοχές από εγκαταλελειμμένα κτίρια, βάλτους, αδρανή οικόπεδα: το Λονδίνο κέρδισε παγκόσμια ακτινοβολία και θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά ταυτοχρόνως κλείδωσε ένα μοντέλο ανάπτυξης που τείνει να ανεβάζει τις αξίες γης και των ακινήτων και να πιέζει όσους δεν ανήκουν στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα.
Στη συνέχεια, μετά την κατάργηση του Greater London Council (1986), το Λονδίνο πέρασε χρόνια χωρίς ενιαία, εκλεγμένη μητροπολιτική διοίκηση: την πόλη διοικούσαν οι επιμέρους τοπικές διοικήσεις. Αυτό άλλαξε με το δημοψήφισμα του 1998 και τη θεσμοθέτηση της Greater London Authority: ο δήμαρχος του Λονδίνου και το London Assembly αφορούν πια το Μείζον Λονδίνο και εκλέγονται πρώτη φορά το 2000, δίνοντας στην πόλη μητροπολιτικά όρια, μεταφορές, χωροταξία, περιβάλλον και οικονομία. Αλλά, αν και μητροπολιτική διακυβέρνηση κατέστησε εφικτή τη συνεκτική πολιτική σχετικά με τις μεταφορές και την ποιότητα του αέρα, το Λονδίνο παραμένει σύνθετο μωσαϊκό δήμων, με αλληλοεπικαλύψεις ευθυνών και διαρκείς τριβές για τη χρηματοδότηση.
Η ιστορία των τελευταίων 40 ετών στο Λονδίνο είναι επίσης μια ιστορία μεγαλεπήβολων υποδομών: Η επέκταση της γραμμής του υπογείου Jubilee συνέδεσε το 1999 συνέδεσε τα Docklands, το Canary Wharf, το Βόρειο Γκρίνιτς και το Στράτφορντ αλλάζοντας τη γεωγραφία της πόλης. Το 2003, ελήφθησαν μέτρα για την κυκλοφοριακή συμφόρηση στο κέντρο της πόλης θεσπίζοντας διόδια, φέρνοντας έσοδα στον δήμο και ενθαρρύνοντας τη χρήση των μέσων μαζικών συγκοινωνιών. Το 2022 η Elizabeth line πρόσθεσε έναν νέο διάδρομο υψηλής χωρητικότητας Ανατολής-Δύσης, αλλάζοντας την καθημερινότητα πολλών commuters που ζουν εκτός Λονδίνου αλλά εργάζονται εντός. Αλλά το κόστος των μεταφορών όπως και οι τιμές των ακινήτων γύρω από τους καινούργιους σταθμούς εκτοξεύτηκε, ιδιαίτερα όταν από το 2019 εισήχθησαν πολιτικές καθαρότερης μετακίνησης. Με λίγα λόγια, οι μεταφορές έκαναν εφικτή την οικονομική επέκταση και τη συμπίεση της πόλης (περισσότερα χιλιόμετρα έγιναν «κοντινότερα»), αλλά οι ίδιες επιτυχίες τροφοδότησαν την πίεση στη στέγη: καλύτερη πρόσβαση συχνά σημαίνει ακριβότερη γειτονιά.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, το Λονδίνο έγινε μια από τις ακριβότερες πόλεις στον κόσμο. Η αύξηση των τιμών και των ενοικίων συνδέθηκε με τη διεθνή ζήτηση για ακίνητα, τους περιορισμούς της προσφοράς, τη χρηματοοικονομικοποίηση της κατοικίας και τη δημογραφική αλλαγή της πόλης. Το Λονδίνο κέρδισε κεφάλαιο, αλλά έχασε σε «κατοικησιμότητα» για σημαντικές κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες —νοσηλευτές, εκπαιδευτικούς, εργαζόμενους υπηρεσιών, νέους— πράγμα που μεταφράστηκε στην πράξη από περαιτέρω υποβάθμιση της κατοικίας: συνωστισμό, έλλειψη θέρμανσης, μετατόπιση οικογενειών προς την περιφέρεια, διόγκωση της επονομαζόμενης commuter belt.
Σ' αυτά τα τελευταία σαράντα χρόνια το Λονδίνο απομακρύνθηκε πολύ από τη δημοφιλή εικόνα Swinging London: η βρετανική μητρόπολη δέχτηκε πολλά πλήγματα. Τον Ιούλιο του 2005, τέσσερις τζιχαντιστές έκαναν επίθεση στο δίκτυο μεταφορών με αποτέλεσμα 52 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Το κύμα της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας αντικατέστησε εκείνο της ιρλανδικής των προηγούμενων δεκαετιών με πολλές επιθέσεις να σημειώνονται από 2017, το 2019 και το 2020. Στο μεταξύ, εκτυλίχθηκαν αλλαγές τις οποίες πυροδότησε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 που ανέδειξε το ρίσκο μιας πόλης υπερ-εξαρτημένης από χρηματοοικονομικές υπηρεσίες με συνέπειες στην κοινωνική ανισότητα και στις δημόσιες δαπάνες. Το 2020-2022 η πανδημία άλλαξε τη σχέση των εργαζομένων με το γραφείο, κλόνισε την καθημερινή κινητικότητα και άνοιξε συζήτηση για μια «hybrid city». Αλλά, το σημαντικότερο γεγονός που άλλαζε τη θέση του Λονδίνου ως «πρώτη πύλη» της Ευρώπης ήταν φυσικά το Brexit το οποίο δεν επηρέασε την εξωευρωπαϊκή μετανάστευση με τον τρόπο με τον οποίον ήλπιζαν οι Brexiters: η εξωευρωπαϊκή μετανάστευση αυξήθηκε και η ενδοευρωπαϊκή μειώθηκε με ένα μεγάλο ποσοστό Ευρωπαίων να εγκαταλείπουν την πόλη.
Το Λονδίνο αντιμετωπίζει πρόβλημα εγκληματικότητας, αλλά όχι σε όλες τις περιοχές και όχι στην ένταση με την οποία γίνεται αντιληπτό. Αν και το «παιγνιώδες» Λονδίνο δεν υπάρχει πια, οι φόνοι είναι λίγοι· αυξάνονται οι ληστείες και οι διαρρήξεις, οι επιθέσεις με μαχαίρι, οι συμπλοκές με σωματικές βλάβες —αλλά όχι οι ανθρωποκτονίες. Η ενδοοικογενειακή βία παραμένει σταθερή (αυτή που καταγγέλλεται) ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι απάτες.
Τέλος, το Λονδίνο παραμένει ένας από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς, αν και τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει η κοινωνική σύνθεση των επισκεπτών. Για τα λεγόμενα city-breaks είναι η πιο τουριστική πόλη στον κόσμο ξεπερνώντας τη Ρώμη και το Παρίσι: δηλαδή σημειώνει πολλές επισκέψεις —πάνω από 44 εκατομμύρια ετησίως— οι οποίες όμως είναι συνήθως ολιγοήμερες μολονότι ένα μέρος αυτών προέρχονται από τις ΗΠΑ. Το Λονδίνο επισκέπτονται πλέον οι πιο εύποροι· ο νεανικός τουρισμός έχει υποχωρήσει από το 1985. Σε ό,τι αφορά τους Έλληνες, είναι ο 3ος τουριστικός προορισμός μετά την Ιταλία και την Αλβανία.