Κοσμος

Το Δόγμα «Donroe», η αμερικανική αυθαιρεσία και οι ευκαιρίες για τη Βενεζουέλα

Το διεθνές δίκαιο, η λογική «Might is Right» και το ζήτημα του πετρελαίου

Σώτη Τριανταφύλλου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Τα θεμελιώδη προβλήματα σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στη Βενεζουέλα και το ζήτημα του πετρελαίου της χώρας ανά τα χρόνια

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου του Σαββάτου στο Mar-a-Lago (όπου έχει μεταφερθεί άτυπα και παράτυπα ο Λευκός Οίκος), ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η επιχείρηση στη Βενεζουέλα προωθεί την πολιτική «America First». Μάλιστα, το καταλάβαμε. Η επέμβαση στη Βενεζουέλα, πρόσθεσε, σημαίνει ότι «η αμερικανική κυριαρχία στο δυτικό ημισφαίριο δεν θα αμφισβητηθεί ποτέ ξανά» και αναφέρθηκε στο Δόγμα Μοnroe για το οποίο μόλις έμαθε, αν και πιστεύω ότι ο Ντόναλντ μπερδεύει τον πέμπτο πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζέιμς Μόνρο, με τον Χάρρυ Τρούμαν.

Το πρόβλημα με το Δόγμα Μοnroe είναι ότι χρονολογείται από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν ότι το Δυτικό Ημισφαίριο έπρεπε να απαλλαγεί από την επιρροή των ευρωπαϊκών δυνάμεων· σήμερα, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα: το κεφάλαιο της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας έχει κλείσει προ πολλού. Πιο κοντά στο υποτιθέμενο δόγμα του Ντόναλντ, ο οποίος ακολουθεί πάνω-κάτω την τακτική του Ρόναλντ Ρέιγκαν — που ωστόσο εκτυλισσόταν σε περιβάλλον Ψυχρού Πολέμου μεταξύ δύο οικονομικοκοινωνικών συστημάτων — είναι εκείνο του Θίοντορ Ρούσβελτ: το 1904 o Ρούσβελτ επέκτεινε το Δόγμα Monroe νομιμοποιώντας τις αμερικανικές επεμβάσεις σε ολόκληρη την ήπειρο «αν οι χώρες δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τη σταθερότητά τους». Τις επόμενες δύο δεκαετίες, «τη σταθερότητά τους» δεν μπορούσαν να διαχειριστούν η Αϊτή, η Νικαράγουα και η Δομινικανή Δημοκρατία. Τίποτα καλό δεν προέκυψε από αυτές τις επεμβάσεις: ήταν τρομερά δαπανηρές για τις ΗΠΑ, οικονομικά και κοινωνικά καταστροφικές για τις λατινοαμερικανικές χώρες.

Η επέμβαση στη Βενεζουέλα προετοιμαζόταν εδώ και κάμποσο καιρό ώστε να γίνει συναρπαστικό θέαμα, από εκείνα που αρέσουν στον Ντόναλντ Τραμπ και τον καθιερώνουν ως «πρόεδρο δράσης», όπως έσπευσε να τον χαρακτηρίσει ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. (Υπενθυμίζω: πρώην παρουσιαστής στο Fox News, πρώην στρατιωτικός στο Γκουαντάναμο, στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν όπου φέρεται να πρωταγωνιστούσε σε καψόνια). Αλλά ο ανταγωνισμός είναι σκληρός: μπορεί να συγκριθεί η επιχείρηση σύλληψης (Absolute Resolve!) του Νικολάς Μαδούρο με την Επιχείρηση Neptune Spear στο Πακιστάν κατά την οποία σκοτώθηκε ο Οσάμα Μπιν Λάντεν; Ή με την παλιότερη, σούπερ κινηματογραφική διάσωση των ομήρων (Canadian Caper) στην Τεχεράνη; Ή την ακόμα παλιότερη Frequent Wind που σφράγισε το τέλος του πολέμου στη Σαϊγκόν; Αλλά, αν και ο Τραμπ έχει μακρύ δρόμο να διανύσει, ακολουθεί τη γραμμή που υποσχέθηκε: America First, MAGA, περιφρόνηση διεθνούς δικαίου, περιφρόνηση αμερικανικών θεσμών. Όχι ότι πρωτοτυπεί όπως νομίζουν μερικοί. Αν και το Σύνταγμα αναθέτει στο Κογκρέσο τις αποφάσεις για κήρυξη πολέμου, το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις «επεμβάσεις» είναι λιγότερο ξεκάθαρο. Το 1973, αμέσως μετά το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ, ψηφίστηκε η Απόφαση περί Εξουσιοδότησης Πολέμου, σύμφωνα με την οποία όταν ο πρόεδρος ξεκινά «εχθροπραξίες», πρέπει να ενημερώσει το Κογκρέσο και, σε αντίθετη γνώμη του νομοθετικού σώματος, να τις τερματίσει εντός 60 ημερών (με δυνατότητα έως 30 επιπλέον ημερών για ασφαλή αποχώρηση). Για την ιστορία, ο Tρούμαν δεν ζήτησε εξουσιοδότηση για τον πόλεμο της Κορέας, τον οποίον παρουσίασε ως «αστυνομική επέμβαση του ΟΗΕ». (Δεν είχε εντελώς άδικο.) Το 1999 ο Μπίλ Κλίντον προχώρησε σε αεροπορικές επιχειρήσεις στο Κόσοβο χωρίς σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο: ακολούθησε συνταγματική διαμάχη η οποία εξασθένησε διότι, στο μεταξύ, τελείωσε ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία. Το 2011, η επέμβαση στη Λιβύη ξεκίνησε χωρίς έγκριση του Κογκρέσου: η κυβέρνηση Ομπάμα υποστήριξε ότι οι «περιορισμένες επιχειρήσεις» δεν συνιστούν «εχθροπραξίες»· αυτό το προηγούμενο θα χρησιμοποιούσε και ο Ντόναλντ αν ενδιαφερόταν για νομιμοποίηση. Αλλά, δεν δίνει δεκάρα.

Το σίγουρο είναι ότι η αμερικανική διοίκηση παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Πλην όμως, δεν είναι η μόνη. Αν και το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε (χλιαρά) τις ΗΠΑ «να επανεξετάσουν τη θέση τους και να απελευθερώσουν τον νόμιμα εκλεγμένο πρόεδρο μιας κυρίαρχης χώρας και τη σύζυγό του», προσθέτοντας ότι χρειάζεται να υπάρξει «διάλογος» μεταξύ της Βενεζουέλας και των ΗΠΑ, η Ρωσία είναι πρωταθλήτρια στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου και του δικαίου γενικά· όσο για την Κίνα, εποφθαλμιά την Ταϊβάν χωρίς να κουνιέται φύλλο. Size matters. Αν και φαίνεται ότι προσφάτως έχουμε τινάξει στον αέρα το «διεθνές δίκαιο», η ιστορία δείχνει ότι ανέκαθεν το εφαρμόζαμε σπανιότερα από όσο νομίζουμε.

Υπάρχουν τέσσερα θεμελιώδη προβλήματα σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στη Βενεζουέλα. Το πρώτο είναι παλιό και εμφανίζει διακυμάνσεις ανάλογα με την εκάστοτε αμερικανική διοίκηση: αυτόν τον καιρό η λογική «Might is Right» έχει λάβει τερατώδεις διαστάσεις και η αμερικανική εξωτερική (και εσωτερική) πολιτική εφαρμόζεται χωρίς ηθικούς φραγμούς, δικαιολογίες και συγκαλύψεις. Αυτό το ύφος εξουσίας ήταν ένας από τους παράγοντες που κατέστησαν τον Ντόναλντ Τραμπ ελκυστικό στο ήμισυ του αμερικανικού πληθυσμού: ο Ντόναλντ συμφωνεί με τον εαυτό του και δεν έχει απογοητεύσει κανέναν, εκτός φυσικά από μερικά άτομα του στενού του περιβάλλοντος που έχασαν την υπομονή τους μπροστά στη ναρκισσιστική διαταραχή. Όμως, η εν λόγω δυσαρέσκεια δεν αφορά την ευρύτερη πολιτική. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η λογική Might is Right είναι τρομερά δαπανηρή για τις ΗΠΑ: αν συνεχίσουν έτσι δεν θα τα βγάλουν πέρα με τον προϋπολογισμό· είτε η δοίκηση θα επιτρέψει την πτώση του βιοτικού επιπέδου, είτε θα αυξήσει τους φόρους αθετώντας την υπόσχεση για «μικρό κράτος». Δεν μπορεί να υπάρξει «μικρό κράτος» με τόσο εκτεταμένες στρατιωτικές δαπάνες· ούτε μπορεί να μικρύνει περισσότερο ο κλάδος της προνοίας, διότι, σε τέτοια περίπτωση, οι μισοί Αμερικανοί θα περιφέρονται άρρωστοι, ανάπηροι και μη παραγωγικοί. Το τρίτο πρόβλημα είναι το πώς θα «διοικηθεί» η Βενεζουέλα με αμερικανική επίβλεψη: τίποτα δεν μας εγγυάται ότι οι Βενεζουελάνοι θα αποδεχθούν την ανάμειξη των Αμερικανών στα εσωτερικά τους, ιδιαίτερα εφόσον ξέρουν ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν την επονομαζόμενη «ευημερία του πετρελαίου». Φυσικά, το πετρέλαιο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί απείρως καλύτερα αν υπήρχε εντιμότητα, διαφάνεια, τεχνογνωσία και διακρατικές συνεργασίες. Όμως, η διοίκηση του Ντόναλντ δεν μπορεί να θεωρηθεί φορέας τέτοιων αρετών.

Αν και ορισμένες αμερικανικές επιχειρήσεις προσπαθούν να προσεταιριστούν τους Βενεζουελάνους με σκοπό μελλοντικές επενδύσεις — η Starlink του Ήλον Μασκ παρέχει δωρεάν ευρυζωνική υπηρεσία μέχρι τις 3 Φεβρουαρίου, διασφαλίζοντας συνεχή συνδεσιμότητα, κάτι που δεν απολάμβαναν οι Βενεζουελάνοι — δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα μέρος του πληθυσμού εμφορείται από τον αντιαμερικανισμό του Τσάβες· ίσως το ελεύθερο και δωρεάν Ίντερνετ να μην αρκεί για να γίνει αποδεκτή η Επιχείρηση Absolute Resolve. Αντιθέτως, μπορεί να επιδεινώσει την πόλωση στη Βενεζουέλα και να ενισχύσει τη θέση των τσαβιστών και των λαϊκιστών-κομμουνιστών φίλων τους: ήδη, στην Αθήνα, το ΚΚΕ και οι παραφυάδες του βρήκαν την ευκαιρία να διαδηλώσουν κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού (του «αμερικάνικου») —αυτό ξέρουν οι άνθρωποι, με αυτό πορεύονται. Το τέταρτο πρόβλημα μοιάζει με εκείνο της πόλωσης των Βενεζουελάνων: ο Ντόναλντ είναι πρόεδρος ενός πολύ συγκεκριμένου μέρους του αμερικανικού πληθυσμού το οποίο παρατηρεί υπνωτισμένο το υπερθέαμα 150 αεροσκαφών να απογειώνονται από 20 διαφορετικές βάσεις σε όλο το δυτικό ημισφαίριο και να υπερίπτανται της Βενεζουέλας, ενώ η δύναμη «απαγωγής» από ελικόπτερα και ομάδα εδάφους πλησιάζει το κτήμα του Νικολάς Μαδούρο και συλλαμβάνει τον Βενεζουελάνο ηγέτη μαζί με τη σύζυγό του. Γουάου. Έχει και συνέχεια: Ναυτικός αποκλεισμός…ο Μαδούρο με μάσκα και χειροπέδες…Κατηγορίες για εμπόριο ναρκωτικών, για ναρκοτρομοκρατία…Φυλακή στο Μπρούκλιν… Ξανα-γουάου.

Εν τούτοις, παρά τον «ιμπεριαλισμό» και τις τραμπικές τρέλες, αν οι Βενεζουελάνοι χειριστούν έξυπνα την κατάσταση και συνεργαστούν με τους Ευρωπαίους και τους διεθνείς οργανισμούς, υπάρχει πιθανότητα ελεύθερων εκλογών, όσο ελεύθερες μπορούν να είναι οι εκλογές σε χαώδες περιβάλλον. Η Ντέλσι Ροντρίγκεζ που αντικατέστησε προσωρινά τον Μαδούρο καλείται σήμερα να τους συγκρατήσει και να ηρεμήσει τα πνεύματα.

Το ζήτημα του πετρελαίου

Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει να διαχειριστούν το βενεζουελανικό πετρέλαιο οι αμερικανικές εταιρείες. Αν παραμερίσουμε το ζήτημα της αυθαιρεσίας, πιθανώς η εγκατάσταση πετρελαϊκών κολοσσών να οδηγούσε στην επισκευή και στην αναβάθμιση των υποδομών, σε εξορθολογισμό της εξώρυξης και διΰλισης των υδρογονανθράκων και σε όφελος για τους ίδιους τους Βενεζουελάνους. Έτσι κι αλλιώς, τα διϋλιστήρια του Κόλπου το Μεξικού στήθηκαν εξαρχής για να διαχειρίζονται το βαρύ αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας το οποίο χρησιμεύει για το ντίζελ των αμερικανικών φορτηγών. Ο Ντόναλντ φαίνεται να παίρνει εκδίκηση για την εθνικοποίηση του 1976, την οποία θεωρεί «παράνομη»: η εθνικοποίηση δεν ήταν παράνομη, εξάλλου τότε οι ιδιωτικές εταιρείες αποζημιώθηκαν. Ήταν όμως ανώφελη εφόσον οδήγησε σε ασφυκτικές κυρώσεις, ενώ παραλλήλως, εξαιτίας της διαφθοράς στη Βενεζουέλα, δεν απέφεραν μεγάλα κέρδη για τον λαό. Τώρα, όπως δήλωσε τον περασμένο Νοέμβριο ο CEO της Chevron, Mike Wirth, η αμερικανική επιχείρηση — ένα είδος Δούρειου Ίππου για τις ΗΠΑ — είναι έτοιμη για εκτεταμένες επενδύσεις, πράγμα που μπορεί να αποβεί σωτήριο αν η Βενεζουέλα βρει τον τρόπο να μην εξαρτάται αποκλειστικά από το πετρέλαιο. Η Chevron λειτουργεί κανονικά στη χώρα παράγοντας σχεδόν το ένα τέταρτο του πεττρελαίου της — περίπου 250.000 βαρέλια την ημέρα — και παραμένει ο μεγαλύτερος ξένος επενδυτής, ενώ η γαλλική TotalEnergies και η νορβηγική Equinor έχουν αποσυρθεί. Για το Καράκας, η Chevron αντιπροσωπεύει την τεχνολογία και έναν σύνδεσμο με την Ουάσινγκτον: θέλω να πω ότι δεν χρειαζόταν η Absolute Resolve για να μπουν στις ράγες οι αμερικανικές επενδύσεις.

Έχουν γίνει πολλά λάθη σχετικά με το πετρέλαιο ακόμα και πριν από τον Ούγκο Τσάβες. Αλλά, πράγματι, ο Τσάβες στέρησε από την πετρελαϊκή βιομηχανία χιλιάδες ικανά στελέχη (απέλυσε όλους τους μη-τσαβικούς) και συγχώνευσε την πετρελαϊκή οικονομία με το κράτος που μοίραζε λεφτά ενώ δεν είχε. Τα χρέη εκτοξεύτηκαν, τα περιουσιακά στοιχεία υποθηκεύτηκαν· και μολονότι το 1998 η Βενεζουέλα παρήγαγε 3,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, έφτασε να παράγει λιγότερο από 1 εκατομμύριο. Οι υποδομές έχουν φθαρεί, το περιβάλλον έχει μολυνθεί· χρειάζεται εκσυγχρονισμός ώστε να αξιοποιηθούν τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων που, όπως λένε οι ειδήμονες, «αρκούν για χίλια χρόνια». (Ούτε αυτό ισχύει.) 

Ο Ντόναλντ πρέπει να αφήσει τη Βενεζουέλα να προχωρήσει σε εκλογές με διεθνή επιτήρηση —όχι μόνο εξαιτίας της πολιτικής αναταραχής, αλλά και διότι σε πολλά σημεία της χώρας, ιδιαίτερα στα σύνορα με την Κολομβία, δρουν παράνομες ένοπλες ομάδες, παραστρατιωτικές και σχετικές με το ναρκεμπόριο. Όποιος πιστεύει ότι οι ΗΠΑ εισέβαλαν σε μια «κανονική» χώρα για να της κλέψουν το πετρέλαιο, υπεραπλουστεύει: άλλο η αμερικανική συμπεριφορά Robocop, άλλο οι εσωτερικές ρωγμές των αποτυχημένων κρατών όπου αυτή γίνεται εφικτή. Άρα, υπάρχει ένα καλό σενάριο: αν επιτευχθεί αλλαγή καθεστώτος, μπορεί να σημαίνει άρση των κυρώσεων, επιβράδυνση της διαρροής ανθρώπινου κεφαλαίου (σχεδόν οκτώ εκατομμύρια Βενεζουελάνοι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα επί Μαδούρο· μεταξύ αυτών 26.000 γιατροί) και μείωση της πίεσης στα αμερικανικά σύνορα. Το τελευταίο ανησυχεί πολύ τον Ντόναλντ: φοβάται ότι οι Βενεζουελάνοι μεταμορφώνουν τους συμπατριώτες του σε κοκάκηδες.