Κοσμος

Το χρονικό της σύγκρουσης Ισραήλ - Παλαιστίνης

Στη Μέση Ανατολή, τα γεγονότα έχουν πολύ μικρότερη σημασία από την εντύπωση που αφήνουν τα ψέματα στους πληθυσμούς

Σώτη Τριανταφύλλου
Σώτη Τριανταφύλλου
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ο πόλεμος στη Γάζα, το χρονικό της σύγκρουσης Ισραήλ - Παλαιστίνης, η τρομοκρατία και η πολιτική βία στη Μέση Ανατολή.
© Spencer Platt/Getty Images

Ο πόλεμος στη Γάζα, το χρονικό της σύγκρουσης Ισραήλ - Παλαιστίνης, η τρομοκρατία και η πολιτική βία στη Μέση Ανατολή.

Οι στόχοι πολιτικής βίας εκ μέρους των Παλαιστινίων είναι η «απελευθέρωση της Παλαιστίνης» και η αναγνώριση ενός παλαιστινιακού κράτους: αν και οι διαφορετικές φατρίες χαράσσουν διαφορετικά σύνορα για το επιθυμητό παλαιστινιακό έδαφος, στην πράξη οι Παλαιστίνιοι θα ήταν ευχαριστημένοι αν οι Ισραηλινοί αποσύρονταν από τους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη κι αν μπορούσαν να καταστήσουν πρωτεύουσά τους την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Οι πιο περιορισμένοι στόχοι περιλαμβάνουν την απελευθέρωση Παλαιστινίων αιχμαλώτων και το δικαίωμα επιστροφής Παλαιστινίων της διασποράς, ενώ υπάρχουν και κίνητρα που προκύπτουν από προσωπικά παράπονα, τραύματα ή εκδικητικότητα. Η ισλαμιστική τρομοκρατία δεν πρέπει να μας εμποδίζει να δούμε ότι αυτά τα αιτήματα είναι δίκαια κι ότι θα έπρεπε να έχουν γίνει σχετικές παραχωρήσεις ήδη από το 1947.

Παλαιστινιακές ομάδες που έχουν χρησιμοποιήσει βία είναι η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), η Φατάχ, το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP), το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, η Οργάνωση Abu Nidal, η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ και η Χαμάς. Η παλαιστινιακή πολιτική βία έχει κατά καιρούς στοχεύσει Ισραηλινούς, Παλαιστινίους, Λιβανέζους, Ιορδανούς, Αιγύπτιους και Αμερικανούς ενώ έχει πραγματοποιήσει πλήθος τρομοκρατικές ενέργειες —σύλληψη ομήρων, αεροπειρατείες, τοποθέτηση βομβών, αποστολές αυτοκτονίας, δολοφονίες — τόσο στο εσωτερικό του Ισραήλ και των παλαιστινιακών εδαφών όσο και διεθνώς. Από το 2022, το 59% των Παλαιστινίων πιστεύουν ότι οι ένοπλες επιθέσεις εναντίον Ισραηλινών είναι αποτελεσματικό μέτρο για τον τερματισμό της κατοχής: είτε αυτό το ποσοστό είναι σωστό, είτε όχι, οι υποστηρικτές της τρομοκρατίας έχουν αυξηθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια. Πάντως, ακόμα και πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, οι βίαιες επιθέσεις στην Παλαιστίνη ήταν μέρος της ζωής: τα εβραϊκά λεωφορεία ήταν εξοπλισμένα με κάγκελα για προστασία από ρίψη χειροβομβίδων ήδη από τη δεκαετία του 1930.

Σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά της Διακήρυξης Μπάλφουρ, η οποία πρότεινε την Παλαιστίνη ως εθνικό έδαφος του εβραϊκού λαού, από τον Νοέμβριο του 1918 οι Παλαιστίνιοι, Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί, άρχισαν να οργανώνονται εναντίον του σιωνισμού. Στο τέλος της Τουρκοκρατίας, ο εβραϊκός πληθυσμός της Παλαιστίνης ήταν 56.000 — το ένα έκτο του πληθυσμού— και οι Άραβες προσπαθούσαν να σταματήσουν την εβραϊκή μετανάστευση που αλλοίωνε σιγά-σιγά τη δημογραφική σύνθεση της περιοχής. Συχνά σημειώνονταν βίαια επεισόδια όπως οι ταραχές του Nebi Musa το 1920, οι ταραχές στη Γιάφα το 1921, οι ταραχές για το Δυτικό Τείχος της Ιερουσαλήμ το 1929 και η αραβική εξέγερση 1936-39 την οποία κατέστειλαν οι βρετανικές δυνάμεις ασφαλείας. Μετά την ψήφιση του Σχεδίου Διχοτόμησης των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη το 1947 που προέβλεπε ίδρυση δύο ανεξάρτητων κρατών, αν και εκδηλώθηκε διχόνοια στο εσωτερικό των Παλαιστινίων, ξέσπασε ο αραβοϊσραηλινός πόλεμος ο οποίος έληξε με τη φυγή περίπου 700.000 Παλαιστινίων. Στη συνέχεια, στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, άλλοι 280.000-360.000 Παλαιστίνιοι έγιναν πρόσφυγες. Όσο για τα υπόλοιπα παλαιστινιακά εδάφη κατελήφθηααν από την Ιορδανία και την Αίγυπτο, και αργότερα άρχισαν να εποικίζονται από Εβραίους και Ισραηλινούς εποίκους, ενώ οι Παλαιστίνιοι τοποθετήθηκαν υπό στρατιωτική διοίκηση.

Αν και, ιστορικά, οι Παλαιστίνιοι ήταν κατακερματισμένοι σε πολλές ομάδες, στη δεκαετία του 1960 η PLO κατάφερε να τις ενώσει: παρ’ όλ’ αυτά, η καθεμιά από αυτές εξακολουθούσε να ευνοεί συγκεκριμένες τακτικές, περισσότερο ή λιγότερο βίαιες, περισσότερο ή λιγότερο τρομοκρατικές. Το 1987, μια μαζική εξέγερση, με χαρακτήρα πολιτικής αντίστασης, η ονομαζόμενη Πρώτη Ιντιφάντα οδήγησε στη Διάσκεψη της Μαδρίτης το 1991 και στη συνέχεια στην πρώτη Συμφωνία του Όσλο που επέτρεψε σε μια νέα Παλαιστινιακή Αρχή, την Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή (PNA) να ασκεί περιορισμένη αυτονομία στο 3% (αργότερα στο 17%) της Δυτικής Όχθης και σε τμήματα της Λωρίδας της Γάζας που δεν προορίζονταν για ισραηλινούς εποικισμούς. Η απογοήτευση για την αποτυχία των ειρηνευτικών συνομιλιών να αποδώσουν ένα παλαιστινιακό κράτος οδήγησε στην Ιντιφάντα Al Aqsa τον Σεπτέμβριο του 2000, η οποία έληξε το 2005, όταν το Ισραήλ αποχώρησε, ως όφειλε, από τη Γάζα. Παραλλήλως, η άνοδος της Χαμάς, η σχεδόν καθημερινή χρήση ρουκετών εκ μέρους των Παλαιστινίων και ο έλεγχος των συνόρων της Γάζας από το Ισραήλ, οδήγησαν σε κλιμάκωση της βίας, με αποκορύφωμα άλλες δύο συγκρούσεις, τον πόλεμο της Γάζας 2008-09 και την Επιχείρηση Πυλώνας Άμυνας το 2012.

Εκτιμάται ότι από το 1920, όταν ξέσπασαν οι πρώτες ταραχές κατά των Εβραίων, έχουν σκοτωθεί 90.785 Άραβες και περίπου 67.602 έχουν τραυματιστεί. Από την άλλη πλευρά, έχουν χάσει τη ζωή τους 24.841 Εβραίοι και Ισραηλινοί και 35.356 έχουν τραυματιστεί. Από το 1967, εκτιμάται ότι περίπου το 40% του ανδρικού πληθυσμού της Δυτικής Όχθης και της Γάζας έχει συλληφθεί ή κρατηθεί στις ισραηλινές φυλακές για πολιτικούς ή στρατιωτικούς λόγους.                   

Μπαίνω λίγο περισσότερο στις λεπτομέρειες. Με τη Διακήρυξη Μπάλφουρ τον Νοέμβριο του 1917 οι Εβραίοι της διασποράς ενθαρρύνθηκαν να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη. Αλλά οι Άραβες αντέδρασαν με την προτροπή των θρησκευτικών τους ηγετών: ως απάντηση η εβραϊκή κοινότητα ίδρυσε την παραστρατιωτική πολιτοφυλακή Haganah που, στη δεκαετία του 1920, είχε αμυντικό χαρακτήρα. Κατά τη διάρκεια της Αραβικής Εξέγερσης την περίοδο 1936-1939, τις πράξεις βίας συντόνιζε ο Μεγάλος Μουφτής της Ιερουσαλήμ: καθώς στρέφονταν τόσο εναντίον των Εβραίων όσο και των Βρετανών, οι πράξεις αυτές θεωρήθηκαν «αντι-αποικιοκρατικές», «αντι-ιμπεριαλιστικές»· η εθνικιστική και θρησκευτική τους φύση αγνοήθηκε. Στο μεταξύ, καθώς το κλίμα επιδεινωνόταν, η Haganah άρχισε να υιοθετεί επιθετική τακτική. Μετά την ίδρυση του ισραηλινού κράτους, οι δυνάμεις ασφαλείας εκτελούσαν όποιον Παλαιστίνιο θεωρούσαν «εισβολέα»: στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι «εισβολείς» ήταν πρόσφυγες που προσπαθούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους, να πάρουν πίσω τα υπάρχοντά τους και τις σοδειές που είχαν αφήσει πίσω κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Καθ’ όλη την περίοδο 1949-56 η αιγυπτιακή κυβέρνηση αντιτάχθηκε στη μετακίνηση προσφύγων από τη Λωρίδα της Γάζας στο Ισραήλ, αλλά μετά την επιδρομή του ισραηλινού στρατού στη Γάζα στις 28 Φεβρουαρίου 1955, οι αιγυπτιακές αρχές διευκόλυναν τη διείσδυση μαχητών συνεχίζοντας να αντιτίθενται στη διείσδυση αμάχων. Αν και, όπως είπα, στην αρχή, οι Παλαιστίνιοι προσπαθούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους ή να ανακτήσουν περιουσίες, μετά το 1950 αυτές οι πράξεις έγιναν πολύ πιο βίαιες και περιλάμβαναν δολοφονίες αμάχων σε κοντινές πόλεις.

Ο πόλεμος στη Γάζα, το χρονικό της σύγκρουσης Ισραήλ - Παλαιστίνης, η τρομοκρατία και η πολιτική βία στη Μέση Ανατολή.
© Stephanie Keith/Getty Images/Ideal Image

Ελλείψει δημοκρατικών θεσμών, στη Mέση Ανατολή τις εθνοτικές διαφορές έλυναν οι παραστρατιωτικές οργανώσεις.

Ελλείψει δημοκρατικών θεσμών, στη Mέση Ανατολή τις εθνοτικές διαφορές έλυναν οι παραστρατιωτικές οργανώσεις. Οι Φενταγίν —«αυτοί που είναι έτοιμοι να θυσιαστούν»— δημιουργήθηκαν στην Αίγυπτο, έδρασαν στους πολέμους τους '67 και του '73 εναντίον του Ισραήλ, ενώ στη δεκαετία του '70, το όνομα «Φενταγίν» υιοθέτησαν και μέλη ισλαμικών παλαιστινιακών οργανώσεων, όπως ο Μαύρος Σεπτέμβρης. (Σημείωση: ο όρος «φενταγίν» προκαλεί συναισθηματική φόρτιση στους Άραβες. Το 1995 δημιουργήθηκε ένα σώμα Φενταγίν για την καταστολή της αντιπολίτευσης στο Ιράκ: τα μέλη των Φενταγίν ήταν φανατικοί υποστηρικτές του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν). Εν πάση περιπτώσει, οι Φενταγίν είχαν μεγάλη απήχηση στη Δύση ως μαχητές της ανεξαρτησίας και συνήψαν στενές σχέσεις με ακροαριστερές και με αντάρτες πόλεων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης που ιδρύθηκε το 1964, προσπάθησε, όπως είπα, να συνενώσει όλες τις φατρίες, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως της Φατάχ που είχε δημιουργήσει στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Γιάσερ Αραφάτ. Στο πρώτο συνέδριο της PLO στο Κάιρο, εκατοντάδες Παλαιστίνιοι συναντήθηκαν με σκοπό «την αυτοδιάθεση και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του παλαιστινιακού έθνους»: σύμφωνα με τον καταστατικό της χάρτη η PLO ζητούσε «τη διάλυση του κράτους του Ισραήλ, την επιστροφή των Παλαιστινίων στην πατρίδα τους και την ίδρυση ενός ενιαίου δημοκρατικού κράτους σε ολόκληρη την Παλαιστίνη». Για τον σκοπό αυτό, μετά το συνέδριο στο Κάιρο ιδρύθηκε, με την υποστήριξη των αραβικών κρατών, ο Παλαιστινιακός Απελευθερωτικός Στρατός (PLA). Οπωσδήποτε το αίτημα για διάλυση του ισραηλινού κράτους ήταν παράλογο και οδήγησε αμφότερες τις πλευρές σε παράλογες αποφάσεις.

Στο περιβάλλον της Κρίσης του Σουέζ το 1956, ο ισραηλινός στρατός εξαπέλυσε επίθεση κατά μήκος του Σινά και προχώρησε προς τη διώρυγα. Το ισραηλινό επιτελείο επεξεργαζόταν από καιρό στρατιωτική επιχείρηση κατά της Αιγύπτου, που από την άνοδο του καθεστώτος των «Ελεύθερων Αξιωματικών» το 1952 προσπαθούσε να στρέψει την κοινή γνώμη στον «κοινό εξωτερικό εχθρό», το Ισραήλ, οδηγώντας σε επιθέσεις κατά μήκος των συνόρων από ομάδες ενόπλων και στον αποκλεισμό του λιμένος του Εϊλάτ. Η επιχείρηση, στην οποία συμμετείχαν Αγγλογάλλοι, Ισραηλινοί και Αιγύπτιοι, παρ’ ολίγο να πάρει διαστάσεις παγκοσμίου πολέμου, καθώς η Σοβιετική Ένωση στήριζε τους Άραβες —τον «σοσιαλισμό» του Νάσερ— και οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα αρχαία πάθη που δεν πολυκαταλάβαιναν.

Στο τέλος του πολέμου που ονομάστηκε των «Έξι ημερών», το Ισραήλ είχε κερδίσει τον έλεγχο της ανατολικής Ιερουσαλήμ, της Λωρίδας της Γάζας, της Δυτικής Όχθης, των υψιπέδων του Γκολάν και της χερσονήσου του Σινά

Πάμε παρακάτω: τον Μάιο του 1967 η Αίγυπτος εκδίωξε τις δυνάμεις του ΟΗΕ (UNEF) από τη χερσόνησο του Σινά, οι οποίες στάθμευαν σε μια no man’s land από το 1957 (ως συνέπεια της προαναφερθείσης εισβολής του Ισραήλ στο Σινά). Στις 5 Ιουνίου 1967 το Ισραήλ εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον των αεροπορικών δυνάμεων της Αιγύπτου, ενώ σε απάντηση η Ιορδανία επιτέθηκε στη δυτική Ιερουσαλήμ και στη Νετάνια στις ακτές της Μεσογείου. Στο τέλος του πολέμου που ονομάστηκε των «Έξι ημερών», το Ισραήλ είχε κερδίσει τον έλεγχο της ανατολικής Ιερουσαλήμ, της Λωρίδας της Γάζας, της Δυτικής Όχθης, των υψιπέδων του Γκολάν και της χερσονήσου του Σινά. Μετά την ήττα των αραβικών στρατών, η παλαιστινιακή ηγεσία συνειδητοποίησε ότι ο αραβικός κόσμος δεν ήταν σε θέση να κατατροπώσει το Ισραήλ σε ανοιχτό πόλεμο. Και καθώς, ταυτοχρόνως, οι Παλαιστίνιοι άντλησαν εμπειρίες από κινήματα και εξεγέρσεις στη Λατινική Αμερική, τη Βόρεια Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ασία επέλεξαν την τακτική των τρομοκρατικών επιθέσεων σε αστικά περιβάλλοντα με διεθνή εμβέλεια δημοσιότητας.

Στον απόηχο του Πολέμου των Έξι Ημερών, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των Παλαιστινίων ανταρτών στην Ιορδανία και των κυβερνητικών δυνάμεων έγιναν μείζον πρόβλημα στο βασίλειο. Στις αρχές του 1970, τουλάχιστον επτά παλαιστινιακές αντάρτικες οργανώσεις δραστηριοποιούνταν στην Ιορδανία, ενώ οι Φενταγίν έστησαν εικονικό κράτος εν κράτει, λαμβάνοντας κεφάλαια και όπλα τόσο από τα αραβικά κράτη όσο και από την Ανατολική Ευρώπη και αψηφώντας ανοιχτά το δίκαιο της χώρας. Με λίγα λόγια, γύρω στο 1968-70, οι Παλαιστίνιοι Φενταγίν φάνηκαν να επικεντρώνονται σε δύο στόχους: στη διάλυση του Ισραήλ και στην ανατροπή της ιορδανικής μοναρχίας. Ακολούθησε κύμα αεροπειρατειών, ομηριών και σφαγών: οι Παλαιστίνιοι είχαν βρει ένα δραματικό επικοινωνιακό στιλ.

Οι Άραβες δεν ήταν ενωμένοι. Αλλά, η σύγκρουση που ονομάστηκε «Μαύρος Σεπτέμβρης» —μεταξύ των ιορδανικών ενόπλων δυνάμεων, υπό την ηγεσία του βασιλιά Χουσεΐν, και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), υπό την ηγεσία του Γιάσερ Αραφάτ— δεν εμπόδισε τους Φενταγίν να μεταφέρουν τις βάσεις τους στην Ιορδανία. Σιγά-σιγά, η δύναμη της PLO στην Ιορδανία αυξήθηκε και ο βασιλιάς Χουσεΐν βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση: δεν ήθελε να ευνοήσει το Ισραήλ, αλλά δεν ήθελε ούτε τους Φενταγίν στο ιορδανικό έδαφος. Όταν οι Φενταγίν εκδιώχθηκαν από την Ιορδανία —μετά από δολοφονίες και απόπειρες δολοφονιών Ιορδανών αξιωματούχων— κατέφυγαν στον Λίβανο όπου η παρουσία τους επιτάχυνε την έκρηξη του εμφυλίου πολέμου του Λιβάνου το 1975. Αυτός ο πόλεμος διήρκεσε μέχρι το 1990 και είχε ως αποτέλεσμα περίπου 130.000 με 250.000 θανάτους αμάχων και ένα εκατομμύριο τραυματίες.

Από τις σφαγές στα στρατόπεδα Παλαιστινίων στον Λίβανο, το 1982, η τζιχάντ μπήκε ανοιχτά στην παλαιστινιακή υπόθεση. Αν και δεν έλειπε η διπλωματική δραστηριότητα μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων, το ριζοσπαστικό Ισλάμ άρχισε να κυριαρχεί με αποτέλεσμα πλήγματα τυφλής βίας.

Μέχρι τις παραμονές των Συμφωνιών του Όσλο και κατά τη διάρκεια της Πρώτης Ιντιφάντα, η πλειοψηφία των Παλαιστινίων εφάρμοζε, θεωρητικά, μη βίαιες μεθόδους, αν και ποτέ δεν έλειπαν οι θερμοκέφαλοι. Βία γεννούσαν συχνά και υποψίες για συνεργασία Παλαιστινίων με τους Ισραηλινούς: υπολογίζεται ότι έχουν εκτελεστεί πάνω από 1.000 Παλαιστίνιοι με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Από τις σφαγές στα στρατόπεδα Παλαιστινίων στον Λίβανο, το 1982, η τζιχάντ μπήκε ανοιχτά στην παλαιστινιακή υπόθεση: για παράδειγμα, η επίθεση αυτοκτονίας στις 6 Ιουλίου 1989, όταν ένα μέλος της Παλαιστινιακής Ισλαμικής Τζιχάντ επιβιβάστηκε σε ισραηλινό λεωφορείο και οδήγησε το όχημα στον γκρεμό σκοτώνοντας 16 άτομα έδειχνε ότι οι Παλαιστίνιοι —η νεότερη γενιά τουλάχιστον— είχε ήδη κινηθεί προς τον βίαιο ισλαμισμό της Χαμάς. Στη συνέχεια, η Χαμάς ενισχύθηκε, ενώ η οργάνωση Abu Nidal κατακλύστηκε από εσωτερικές συγκρούσεις και εκτέλεσε μαζικά εκατοντάδες μέλη της και τις οικογένειές τους. Με λίγα λόγια, αν και δεν έλειπε η διπλωματική δραστηριότητα μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων, το ριζοσπαστικό Ισλάμ άρχισε να κυριαρχεί με αποτέλεσμα πλήγματα τυφλής βίας: βομβιστικές επιθέσεις σε νηπιαγωγεία, ντισκοτέκ,  και ξενοδοχεία καθώς και λιντσαρίσματα αμάχων Ισραηλινών. Το Ισραήλ δεν άφηνε αναπάντητες τις πράξεις βίας συλλαμβάνοντας και βασανίζοντας πολλούς τζιχαντιστές.

Από την εποχή μετά τις Συμφωνίες του Όσλο ο τζιχαντισμός απέκτησε μεγάλη δημοτικότητα στα παλαιστινιακά εδάφη, αναπτύσσοντας τρομερούς μηχανισμούς προπαγάνδας: στη Μέση Ανατολή, τα γεγονότα έχουν πολύ μικρότερη σημασία από την εντύπωση που αφήνουν τα ψέματα στους πληθυσμούς. 

Κάτι που πρέπει επίσης να κρατήσουμε από την εποχή μετά τις Συμφωνίες του Όσλο είναι το ότι ο τζιχαντισμός απέκτησε μεγάλη δημοτικότητα στα παλαιστινιακά εδάφη, αναπτύσσοντας τρομερούς μηχανισμούς προπαγάνδας: στη Μέση Ανατολή, τα γεγονότα έχουν πολύ μικρότερη σημασία από την εντύπωση που αφήνουν τα ψέματα στους πληθυσμούς. Στις παλαιστινιακές βουλευτικές εκλογές του 2006 η Χαμάς κέρδισε την πλειοψηφία στο Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο, ωθώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες και πολλές ευρωπαϊκές χώρες να διακόψουν τη βοήθεια προς τους Παλαιστινίους, επιμένοντας ότι η Χαμάς πρέπει να αναγνωρίσει το Ισραήλ, να αποκηρύξει τη βία και να αποδεχτεί τα προηγούμενα των συμφωνιών ειρήνης. Μετά την απόσυρση του Ισραήλ από τη Γάζα το 2005 και τις παλαιστινιακές βουλευτικές εκλογές του 2006 η Χαμάς ανέλαβε τον έλεγχο της Λωρίδας της Γάζας και, καθώς φαίνεται, σε συνεργασία με τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου πέρασε όπλα —βόμβες μολότοφ, ρουκέτες, πυροβόλα και εκρηκτικά— στα παλαιστινιακά εδάφη.

Όλα αυτά τα χρόνια, οι δράστες απαγωγών και δολοφονιών, παρότι πρόσκειντο στη Χαμάς, είχαν τη στήριξη της Παλαιστινιακής Αρχής και του Μαχμούντ Αμπάς προσωπικά: το γεγονός έβλαψε το κύρος της λεγόμενης «παλαιστινιακής υπόθεσης» και έστρεψε ένα μέρος του διεθνούς κοινού εναντίον τους. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο Αμπάς χαρακτήρισε «ήρωα» και «σύμβολο της Παλαιστινιακής Αρχής» τον Abbas al-Sayed που διέπραξε την επίθεση αυτοκτονίας του Πάσχα στο Park Hotel στη Νετάνια όπου έχασαν τη ζωή τους 30 άμαχοι. Στη συνέχεια, η UNESCO σταμάτησε τη χρηματοδότηση παιδικού προπαγανδιστικού περιοδικού της Παλαιστινιακής Αρχής που επαίνεσε τη ναζιστική γενοκτονία των Εβραίων: αναρωτιέται κανείς με ποια λογική ο ΟΗΕ χρηματοδοτούσε «προπαγανδιστικό» περιοδικό, ιδιαίτερα εφόσον όλες οι αραβικές χώρες, μαζί και το Ιράν και η Τουρκία χρηματοδοτούν την ισλαμική παλαιστινιακή προπαγάνδα. Σημειώνω εδώ, παρεμπιπτόντως, ότι η προπαγάνδα στα παιδιά είναι η προϋπόθεση για τη στρατολόγησή τους σε ένοπλες ομάδες.

Είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουμε τι σκέφτονται οι Παλαιστίνιοι για τη βία και για την ιδέα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Εκτός του ότι συχνά οι απαντήσεις είναι ασαφείς, η αντίληψη μπορεί να αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη στο φως συγκεκριμένων γεγονότων. Γενικά μιλώντας, όσοι Παλαιστίνιοι συνδέονται με αριστερές ομάδες δείχνουν υψηλότερα επίπεδα στήριξης σε ένοπλες επιθέσεις εναντίον Ισραηλινών (πάνω από 70%), ενώ όσοι συνδέονται με κόμματα που υποστηρίζουν την ειρηνευτική διαδικασία δείχνουν χαμηλότερα επίπεδα (γύρω στο 20%)— αλλά και πάλι η αντίρρηση στις ένοπλες επιθέσεις είναι χλιαρή και πλησιάζει την απάντηση «δεν ξέρω…».

Σήμερα είναι πολύ δύσκολο να ακουστεί μετριοπαθής και συμφιλιωτική φωνή από την πλευρά των Παλαιστινίων: εκτός του ότι όποιος τολμήσει να εκφραστεί υπέρ των συμβιβασμών και της ειρήνης θα θεωρηθεί προδότης, όλες οι μεσανατολικές χώρες έχουν κινηθεί προς τον ισλαμιστικό εξτρεμισμό

Εξάλλου, αν και την εκτόξευση ρουκετών προς το Ισραήλ εγκρίνει η πλειοψηφία των Παλαιστινίων, είναι λιγότεροι όσοι εγκρίνουν τις επιθέσεις σε αμάχους. Από την άλλη πλευρά, ενισχύονται οι Ταξιαρχίες Izz ad-Din al-Qassam και η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ (PIJ), ενώ οι μαρξιστές-λενινιστές, το Μέτωπο Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης (PLF), το Αραβικό Απελευθερωτικό Μέτωπο που συνδέεται με το Ιρακινό Κόμμα Μπάαθ (ALF) και οι άλλες μικρότερες εθνικιστικές ομάδες έχουν αποδυναμωθεί: έτσι κι αλλιώς, είτε δεν έχουν ξεκάθαρη θέση για την τρομοκρατία, είτε την ευνοούν σιωπηρά. Υπάρχουν και μικρές ισλαμιστικές ομάδες όπως η Jaysh al-Islam που συνδέεται με την Αλ Κάινταµ· τα πλοκάμια αυτών των δικτύων δεν είναι πάντοτε ιδεολογικά και θρησκευτικά· υπάρχουν πολλές προσωπικές φιλοδοξίες και συγκρούσεις. Όσο για την Φατάχ, έχει αποκτήσει εξτρεμιστικά παρακλάδια. Σήμερα είναι πολύ δύσκολο να ακουστεί μετριοπαθής και συμφιλιωτική φωνή από την πλευρά των Παλαιστινίων: εκτός του ότι όποιος τολμήσει να εκφραστεί υπέρ των συμβιβασμών και της ειρήνης θα θεωρηθεί προδότης, όλες οι μεσανατολικές χώρες έχουν κινηθεί προς τον ισλαμιστικό εξτρεμισμό· ακόμα και χώρες που δήθεν έχουν φιλικές εμπορικές σχέσεις με τη Δύση υποδαυλίζουν το αντιδυτικό μίσος και χρηματοδοτούν την τρομοκρατία. Εξυπακούεται ότι η μη λύση του παλαιστινιακού προβλήματος είναι μια καλή δικαιολογία για τον εξισλαμισμό και την αποσταθεροποίηση της Ευρώπης.

Μιλάμε συχνά για την ισλαμιστική και τρομοκρατική εξέλιξη των Παλαιστινίων, την οποία αποδίδουμε στην οργή έναντι της ισραηλινής πολιτικής. Όμως, πρέπει να ληφθούν υπόψη τρία σημεία: πρώτον ότι η τρομοκρατική πρακτική δεν είναι καινούργια —μπορεί κανείς να ενημερωθεί εύκολα για τα πολυαίμακτα χτυπήματα των Παλαιστινίων στον διεθνή χώρο— και δεύτερον ότι η ισλαμιστική ριζοσπαστικοποίηση δεν αφορά μόνο τους Παλαιστινίους αλλά ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο —και βεβαίως δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στο παλαιστινιακό πρόβλημα. Το τρίτο σημείο είναι το σπουδαιότερο: παρά τις διεθνείς προτροπές για διαλλακτικότητα, το Ισραήλ κάνει πάντοτε του κεφαλιού του. Ένα κράτος που βρίσκεται σε εχθρική μέγγενη είτε πρέπει να αναπτύξει την τέχνη των συμβιβασμών, είτε να απαντά ξανά και ξανά με βία στη βία.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ