Κοσμος

Ανασκόπηση 2022: Αυτοί που έφυγαν από κοντά μας

Απώλειες που συγκίνησαν και έκαναν τον κόσμο φτωχότερο

Δημήτρης Καραθάνος
54’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ανασκόπηση 2022: Οι απώλειες της χρονιάς που φεύγει - Πρόσωπα της πολιτικής, των τεχνών, της δημόσιας σφαίρας, που προκάλεσαν αίσθηση με τον θάνατό τους

Αν έβαζε κανείς στο μίξερ τα ειδησεογραφικά γεγονότα που σφράγισαν τη χρονιά που φεύγει, το απόσταγμα που θα προέκυπτε θα είχε πιθανότατα στον αφρό του τα σημαντικότερα πρόσωπα που πέθαναν μέσα στο 2022.

Οι θάνατοι προσωπικοτήτων παγκόσμιας αίγλης έχουν μεγάλη δραματική ένταση γιατί μας κάνουν να αναπολούμε τη δική μας σχέση μαζί τους, ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζουν την προσωρινότητα της δικής μας ζωής, ως κατοίκων αυτού του πλανήτη.

Το 2022 είχε το δικό του σημαντικό μερίδιο σε ηχηρές απώλειες: Σπουδαίες φυσιογνωμίες από τους χώρους της πολιτικής, της υποκριτικής, της λογοτεχνίας, του σινεμά και της μουσικής, της μόδας και του αθλητισμού άφησαν την τελευταία τους πνοή σε προχωρημένο γήρας είτε λόγω απροσδόκητων συνθηκών.

Σίντνεϊ Πουατιέ, Τιερί Μιγκλέρ, Μπέτι Ντέιβις, Πατρίκ Ντεμαρσελιέ, Ρέι Λιότα, Άντι Φλέτσερ, Σίνζο Άμπε, Μπιλ Ράσελ, Ισέι Μιγιάκε, Ολίβια Νιούτον Τζον, Αν Χεκ, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, βασίλισσα Ελισάβετ Β', Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Χίλαρι Μαντέλ, Τζέρι Λι Λιούις και Κριστίν ΜακΒί ήταν ορισμένες από τις φυσιογνωμίες που αποχαιρέτησαν τα εγκόσμια έχοντας αφήσει βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη. Ας ρίξουμε μια ματιά στη ζωή και το έργο τους.

Ο Σίντνεϊ Πουατιέ άφησε το δικό του στίγμα όχι μόνο στην υποκριτική τέχνη, αλλά και στο πεδίο των ανθρώπινων δικαιωμάτων © EPA / Matthew Cavanaugh

Σίντνεϊ Πουατιέ - 6 Ιανουαρίου 2022 (γεννήθηκε 20 Φεβρουαρίου 1927)
Ο Σίντνεϊ Πουατιέ, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 94 ετών, περνά στην ιστορία ως ο πρώτος μαύρος ηθοποιός που κέρδισε Όσκαρ σε πρωταγωνιστικό ρόλο, το 1964.

Πέρα ωστόσο από την ερμηνεία του στο Lilies of the Field, μια σειρά από κινηματογραφικές επιτυχίες έκαναν τον Πουατιέ αστέρι του box office και εδραίωσαν την καλλιτεχνική αίγλη του. Αλλά το μεγαλύτερο επίτευγμά του είχε κοινωνικό αποτύπωμα: Ήταν η συμβολή στην αλλαγή των φυλετικών αντιλήψεων που κυριαρχούσαν όχι μόνο στο Χόλιγουντ, αλλά και στην αμερικανική κοινωνία γενικότερα.

Καταξιώθηκε ενάντια σε αδιανόητες συνθήκες. Γεννήθηκε δύο μήνες πρόωρα και σε συνθήκες ακραίας φτώχειας στο Μαϊάμι, όπου οι καταγόμενοι από τις Μπαχάμες γονείς του είχαν πάει για να πουλήσουν τη σοδειά τους. Η οικογένεια παρέμεινε στις ΗΠΑ για τρεις μήνες, πριν επιστρέψει στο Κατ, όπου ο Πουατιέ πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Αργότερα μετακόμισαν στο Νασάου, σε μια άκαρπη αναζήτηση καλύτερης ζωής.

Ο Σίντνεϊ Πουατιέ άφησε το σχολείο σε ηλικία 13 ετών για να συντηρήσει την οικογένειά του. Μερικά χρόνια αργότερα, οι γονείς του τον έστειλαν στη Νέα Υόρκη, για να μείνει με έναν μεγαλύτερο αδερφό του. Μετά από μια σειρά από άθλιες δουλειές και σε απόγνωση από το κρύο, πήγε στον στρατό, προσποιούμενος ότι είχε φτάσει την ηλικία των 18. Όντας δυστυχισμένος και εκεί, επικαλέστηκε ψυχιατρική διαταραχή ώστε να απολυθεί. Σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από το πλύσιμο των πιάτων για τα προς το ζην, παρακολούθησε μια ακρόαση στο American Negro Theatre του Χάρλεμ όπου, ουσιαστικά ανίκανος να διαβάσει, απορρίφθηκε κυρίως λόγω της κακής προφοράς του.

Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, «This Life», το σημείο καμπής στα πιο δυστυχισμένα πρώτα χρόνια του Πουατιέ ήρθε με αυτήν την απόρριψη. Τους μήνες που ακολούθησαν εργάστηκε σε εστιατόρια και, μέσω της καθημερινής τριβής με τη γλώσσα, άλλαξε την ομιλία του τόσο δραματικά, που σε μια δεύτερη ακρόαση η ομάδα τον δέχτηκε. Συμφώνησε να εργαστεί ως καθαριστής στο θέατρο ενώ έκανε την εκπαίδευσή του. Έκανε το ντεμπούτο του στο Χόλιγουντ το 1950 και συνέχισε να ερμηνεύει ρόλους έως το 1997.

Το 2002, σχεδόν 40 χρόνια μετά την πρωτοποριακή του βράβευση από την Ακαδημία, του απονεμήθηκε τιμητικό Όσκαρ για τις ερμηνείες του στην οθόνη και «για την εκπροσώπηση της βιομηχανίας με αξιοπρέπεια, στιλ και ευφυΐα», ιδιότητες που απηχήθηκαν όχι μονάχα στα πολυάριθμα βραβεία του για την υποκριτική.

Το 1974 του είχε απονεμηθεί τιμητικός τίτλος ιππότη. Το 2009 έλαβε από τον Μπαράκ Ομπάμα το προεδρικό μετάλλιο ελευθερίας των ΗΠΑ.

O σχεδιαστής Τιερί Μιγκλέρ επηρέασε όσο λίγοι τη μόδα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών © EPA / Jens Kalaene

Τιερί Μιγκλέρ - 23 Ιανουαρίου 2022 (γεννήθηκε 21 Δεκεμβρίου 1948)
Ένας σχεδιαστής που λατρεύτηκε από τους σελέμπριτι για τις τολμηρές και συχνά εξωφρενικές δημιουργίες του, ο Τιερί Μιγκλέρ, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 73 ετών, επηρέασε καθοριστικά το στιλ της δεκαετίας του 1980, όχι μόνο μέσα από τα σύνολα που επινόησε, αλλά και χάρη στη μαξιμαλιστική εξτραβαγκάντζα των σκηνοθεσιών του.

Η ραπτική του Παρισιού είχε βγει για τα καλά από το ατελιέ στην πασαρέλα ήδη από τη δεκαετία του 1970, αλλά ο Μιγκλέρ παρουσίασε guest διασημότητες, μεγάλα σόου, κινηματογραφικά αποσπάσματα και εντάσεις δανεισμένες από γηπεδικές ροκ συναυλίες, σε επιδείξεις που αποσκοπούσαν στην ψυχαγωγία όσο και στην παρουσίαση ρούχων. Έξι χιλιάδες Παριζιάνοι αγόρασαν εισιτήρια για να παρακολουθήσουν το θέαμα που παρουσίασε το 1984 στο Ζενίθ, τη μεγαλύτερη αρένα της πόλης.

Τα σχέδια του Μιγκλέρ συνδέθηκαν με την παράδοση του Παρισινού καμπαρέ, ενώ οι μουσικοί τον αγάπησαν γιατί κατάλαβαν ότι μια δημιουργία με την υπογραφή του θα μπορούσε να καταπλήξει το κοινό. «Μπορείς να φορέσεις στολή», τραγούδησε ο David Bowie στο «Boys Keep Swinging», το 1979, και μια από τις στολές που φόρεσε για το μουσικό του βίντεο ήταν ένα ροζ φόρεμα του Μιγκλέρ.

Η Νταϊάνα Ρος, η Μαντόνα και η Σελίν Ντιόν του ανέθεσαν σχεδιασμό κοστουμιών, ενώ δε δίστασε να τσακωθεί με τον Τζορτζ Μάικλ για τον έλεγχο της σκηνοθεσίας του βίντεο για το «Too Funky», στο οποίο τα μοντέλα φόρεσαν δημιουργίες του. Σε μια μεταγενέστερη γενιά, η Lady Gaga και η Cardi B επέλεξαν φορέματα από τα αρχεία του και αφού η Beyoncé είδε τη δουλειά του Μιγκλέρ στην έκθεση Superheroes του 2008 στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, παρήγγειλε 58 κομμάτια για τον εαυτό της, για την παγκόσμια περιοδεία της I Am … το 2009, καθώς και εξοπλισμό για το υπόλοιπο καστ της και ζήτησε από τον Μιγκλέρ να βοηθήσει στη διοργάνωση των παραστάσεων.

Ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι τον ευχαριστούσε αντί να ανησυχεί για τις πωλήσεις, λόγω μιας συμφωνίας το 1992 με τη γαλλική πολυεθνική Clarins που του είχε πιστώσει μερίδιο 34% στο νέο του άρωμα, Angel.

Τα χρόνια της συνταξιοδότησής του, αφοσιώθηκε στον επανασχεδιασμό του εαυτού του. Πρώτα απέκτησε το γενέθλιο όνομά του, Μάνφρεντ, στη συνέχεια έκανε γιόγκα και διαλογισμό ώστε να μεταμορφώσει την αδύνατη φιγούρα του σε ένα συμπαγές σώμα, με τονισμένους μύες και τατουάζ. Μετά από ένα τρακάρισμα με τζιπ και ένα ατύχημα με μοτοσικλέτα, έκανε επανορθωτική επέμβαση στο πρόσωπο, χρησιμοποιώντας μοσχεύματα οστών για να μεταμορφωθεί από έναν «λεπτό, γοητευτικό χορευτή» σε «πολεμιστή».

Μπέτι Ντέιβις - 9 Φεβρουαρίου 2022 (γεννήθηκε 26 Ιουλίου 1945)
Η Μπέτι Ντέιβις, η οποία πέθανε σε ηλικία 77 ετών, άσκησε μεγάλο αντίκτυπο στην ποπ κουλτούρα παρά τη βραχύβια διασημότητά της, η οποία βασίστηκε κυρίως στον σύντομο γάμο της το 1968 με τον μυθικό τρομπετίστα της τζαζ, Μάιλς Ντέιβις.

Γεννήθηκε στο Ντάρχαμ της Βόρειας Καρολίνας, όπου η γιαγιά της τη μύησε στον ήχο των μπλουζ, πριν η οικογένεια μετακομίσει σε πόλη έξω από το Πίτσμπουργκ, όπου ο πατέρας της βρήκε δουλειά σε ένα χαλυβουργείο. Η Μπέτι άφησε το σπίτι και το γυμνάσιο για τη Νέα Υόρκη το 1960, σε ηλικία 16 ετών, αφού κέρδισε μια θέση στο Fashion Institute of Technology στο Μανχάταν. «Ήξερε ότι θα γινόταν κάτι και όλοι το ξέραμε», είπε ο αδερφός της Τσακ σε μια συνέντευξη. «Απλώς δεν ξέραμε τι».

Εμβαπτισμένη στην πολυπολυτισμική, πολυφυλετική κουλτούρα του Γκρίνουιτς Βίλατζ, εργάστηκε ως μοντέλο, DJ, ηχογράφησε σινγκλ, ενώ η γνωριμία και ο ακόλουθος γάμος της με τον Μάιλς Ντέιβις βοήθησε τον καλλιτέχνη της τζαζ να επινοήσει ένα νέο μουσικό και στιλιστικό ύφος, πιο κοντά στις σύγχρονες επιρροές του Τζίμι Χέντριξ και των Sly & the Family Stone.

Ο γάμος τους κράτησε μόλις ένα χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Μάιλς Ντέιβις προσπάθησε και απέτυχε να της αποφέρει δισκογραφικό συμβόλαιο. Ο δεσμός τελείωσε, σύμφωνα με τις αφηγήσεις της Μπέτι, όταν εκείνος έγινε βίαιος αφού πείστηκε (λανθασμένα, σύμφωνα με την ίδια), ότι είχε σχέση με τον Τζίμι Χέντριξ.

Το 1971 η Μπέτι Ντέιβις πέρασε αρκετούς μήνες στο Λονδίνο, όπου έγινε φίλη του Μαρκ Μπόλαν και συνέχισε να γράφει τραγούδια. Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, κυκλοφόρησε τρία άλμπουμ μεταξύ 1973 και 1975: «Betty Davis», «They Say I'm Different» και «Nasty Gal», προκαλώντας μεγάλη δημοσιότητα αλλά ελάχιστο ενδιαφέρον των καταναλωτών, κυρίως επειδή μεγάλο μέρος του δισκογραφικού υλικού πολύ σεξουαλικό για το ραδιόφωνο της εποχής.  

Τελώντας σε κατάθλιψη μετά τον θάνατο του πατέρα της προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, επέστρεψε στο Χόμστεντ, όπου έζησε ήσυχα για τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες. Τα τελευταία χρόνια, με την έγκρισή της, η μουσική της έχει επανεκδοθεί από τη δισκογραφική εταιρία Light in the Attic. Ένα ντοκιμαντέρ, το «They Say I’m Different», κυκλοφόρησε το 2017, αφυπνίζοντας το ενδιαφέρον για τη δουλειά μιας γυναίκας που είχε αποφασιστικό έλεγχο στον ήχο, τη σεξουαλικότητα και τις επιλογές της ζωής της.

Πατρίκ Ντεμαρσελιέ - 31 Μαρτίου 2022 (γεννήθηκε 21 Αυγούστου 1943)
Ο Πατρίκ Ντεμαρσελιέ, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 78 ετών, φωτογράφησε ορισμένες από τις διασημότερες και πιο ελκυστικές γυναίκες του κόσμου: Πριγκίπισσα Νταϊάνα, Μαντόνα, Μπιγιόνσε, Τζένιφερ Λόπεζ, Μπρίτνεϊ Σπίαρς, Μαράια Κάρεϊ, Σελίν Ντιόν, Τζάνετ Τζάκσον, Ναόμι Κάμπελ, Λίντα Εβαντζελίστα, Κρίστι Τέρλινγκτον, είναι ορισμένα μονάχα από τα μεγάλα ονόματα που έχουν ποζάρει στον φακό του.

Η δουλειά του εκτέθηκε σε μουσεία και γκαλερί, ενώ εργάστηκε ως επικεφαλής φωτογράφος στα σημαντικότερα περιοδικά του κόσμου, με εξώφυλλα και editorial μόδας για έντυπα σαν το Cosmopolitan, το Condé Nast, το Marie Claire και το Esquire.

Οι διαφημιστικές καμπάνιες του για τους οίκους Dior, Chanel, Yves Saint Laurent, Tommy Hilfiger, Armani και Carolina Herrera έχουν σφραγίσει τον χώρο της μόδας, από τη δεκαετία του 1970 έως τις μέρες μας.

Το 2018, μια έρευνα της εφημερίδας Boston Globe ανέφερε ότι η πολυδιαφημισμένη σχέση του με τις διασημότητες ήταν κίβδηλη όλα αυτά τα χρόνια, με επτά γυναίκες, συμπεριλαμβανομένης μιας βοηθού, να καταγγέλλουν σεξουαλική παρενόχληση από τον Ντεμαρσελιέ. Ο ίδιος αρνήθηκε πεισματικά τις κατηγορίες.

Το Goodfellas έκανε τον Ρέι Λιότα σταρ του Χόλιγουντ, αλλά και τον τυποποίησε σε ρόλους κακοποιών © EPA / Etienne Laurent

Ρέι Λιότα - 26 Μαΐου 2022 (γεννήθηκε 18 Δεκεμβρίου 1954)
Εμβληματικός ως Χένρι Χιλ στο κλασικό Goodfellas του Μάρτιν Σκορσέζε («από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήθελα να γίνω γκάγκστερ»), ο Ρέι Λιότα, ο οποίος πέθανε απροσδόκητα σε ηλικία 67 ετών, ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες για τη μαφία και τους μηχανισμούς της.

Στην τέταρτη μόλις εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη, ο Λιότα κατόρθωσε να σταθεί επάξια στο πλευρό πρωτοκλασάτων ηθοποιών όπως ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο και ο Τζόε Πέσι.

Το Goodfellas έκανε τον Ρέι Λιότα σταρ, αλλά είχε ήδη δώσει μια εξίσου μαγνητική ερμηνεία στο Something Wild του 1986, τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο. Ήταν 30 ετών όταν επιλέχτηκε να υποδυθεί τον Ρέι Σινκλέρ, έναν τραμπούκο που τρομοκρατεί την πρώην σύζυγό του, Μέλανι Γκρίφιθ, μετά την αποφυλάκισή του.

Στα κατοπινά χρόνια, ο Ρέι Λιότα συχνά επέμενε ότι τον είχαν άδικα κατηγοριοποιήσει ως κακοποιό ή γκάνγκστερ. Για τον λόγο αυτό απέρριψε ρόλο στο The Sopranos, αν και πολύ αργότερα εμφανίστηκε στο πρίκουελ της σειράς, The Many Saints of Newark.

Γεννήθηκε και ο ίδιος στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, όπου υιοθετήθηκε σε ηλικία έξι μηνών και μεγάλωσε από τη Μαίρη, μια υπάλληλο του δήμου, και τον Άλφρεντ Λιότα, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης ενός καταστήματος ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Ο Ρέι είχε μεγαλώσει πιστεύοντας ότι ήταν ιταλικής καταγωγής, αλλά όταν γνώρισε την πραγματική μητέρα του στα 40 του, ανακάλυψε ότι οι ρίζες του ήταν στην πραγματικότητα σκωτσέζικες.

Αν και δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, (μεταξύ άλλων επαγγελματικών αστοχιών του, εξέφρασε τη λύπη του που είχε αρνηθεί την πρόταση να συναντήσει τον Τιμ Μπάρτον, ο οποίος ήθελε ο Λιότα να παίξει τον Μπάτμαν στην πρώτη ταινία του σκοτεινού ιππότη, το 1989), εργάστηκε με συνέπεια.

Ο Ρέι Λιότα γύριζε μια νέα ταινία στη Δομινικανή Δημοκρατία, το Dangerous Waters, όταν βρέθηκε απροσδόκητα νεκρός στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του.

Στα 42 χρόνια της σταδιοδρομίας του ως μέλος των Depeche Mode, ο Άντι Φλέτσερ καθοδήγησε την πορεία του ηλεκτρονικού σχήματος από το παρασκήνιο © EPA / Zoltan Balogh

Άντι Φλέτσερ - 26 Μαΐου 2022 (γεννήθηκε 8 Ιουλίου 1961)
Στη μακροχρόνια πάλη για την καλλιτεχνική κατεύθυνση και τη δημόσια εικόνα των Depeche Mode ανάμεσα στον Ντέιβ Γκάχαν και τον Μάρτιν Γκορ, ένα τρίτο πρόσωπο δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους καθοδηγεί από το παρασκήνιο, ως ραχοκοκαλιά τους.

Ο Άντι Φλέτσερ, ο οποίος πέθανε στις 26 Μαΐου, δεν έπαψε να ωθεί το σπουδαίο ηλεκτρονικό σχήμα προς την επιτυχία, ωθώντας τους αδιάκοπα να ηχογραφούν ή να περιοδεύουν. Χωρίς την επιμονή και την επιρροή τους, που ασκήθηκε επί 42 χρόνια, οι Depeche Mode θα είχαν διαλυθεί πολύ πριν εισαχθούν στο Rock and Roll Hall of Fame το 2020.

Χιλιάδες κόσμου και αξιωματούχοι περισσότερων από 200 χώρες παραβρέθηκαν στην κηδεία του Σίνζο Άμπε στο Τόκιο © EPA / Frank Robichon

Σίνζο Άμπε - 8 Ιουλίου 2022 (γεννήθηκε 21 Σεπτεμβρίου 1954)
Λίγοι άλλοι Ιάπωνες ηγέτες έχουν αφήσει τόσο βαθύ αποτύπωμα στη χώρα τους όσο ο Σίνζο Άμπε. Ένας από τους πιο μεταρρυθμιστικούς πολιτικούς της μεταπολεμικής εποχής, πυροβολήθηκε θανάσιμα σε ηλικία 67 ετών, ενώ εκφωνούσε προεκλογική ομιλία ενόψει των εκλογών για την Άνω Βουλή.

Στο διάστημα της πολιτικής σταδιοδρομίας του, κατόρθωσε να γίνει ο μακροβιότερος πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, με μια σειρά από σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο όνομά του, ενώ άτυπα εφηύρε ακόμη και τον δικό του, παγκοσμίως αναγνωρισμένο όρο οικονομικής πολιτικής, τα «Abenomics».

Το 2006 έγινε ο νεότερος πρωθυπουργός της χώρας και ο πρώτος που γεννήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπέβαλε ξαφνικά την παραίτησή του στις 12 Σεπτεμβρίου 2007, έπειτα από συνεχιζόμενη πολιτική κρίση.

Το 2012, όταν ο Άμπε ανέκτησε το τιμόνι του κράτους μετά από  συντριπτική νίκη στις εκλογές, η ιαπωνική οικονομία, κάποτε η δεύτερη μεγαλύτερη στον κόσμο, είχε ισοπεδωθεί. Αν και πολλοί είχαν προσπαθήσει, κανένας δεν είχε καταφέρει να την ανορθώσει από τη στασιμότητα. Υπό αντίξοες συνθήκες, ο Άμπε ακολούθησε μια προσέγγιση τριών αξόνων: της δραματικής αύξησης της προσφοράς χρήματος, της ενίσχυσης των κρατικών δαπανών και της προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Το επιτυχημένο μείγμα τοποθέτησε ξανά την Ιαπωνία στο παγκόσμιο προσκήνιο.

Στο εσωτερικό της χώρας του, ο Άμπε προώθησε περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, πολλές εκπορευόμενες από τις συντηρητικές του τάσεις, ενώ σε μια αμφιλεγόμενη κίνηση, επαναδραστηριοποίησε τη βιομηχανία πυρηνικής ενέργειας, η οποία είχε αδρανοποιηθεί μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα, το 2011.

Μέχρι το πρόωρο τέλος του, ο Σίνζο Άμπε ήταν ο μακροβιότερος πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, έχοντας εδραιωθεί σε μια θέση που κατείχαν 14 άτομα τις προηγούμενες δύο δεκαετίες.

Μπιλ Ράσελ, ο πολυνίκης μπασκετμπολίστας των Μπόστον Σέλτικς υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς Αμερικανούς αθλητές του 20ου αιώνα © EPA / Mike Nelson

Μπιλ Ράσελ - 31 Ιουλίου 2022 (γεννήθηκε 12 Φεβρουαρίου 1934)
Στις 13 σεζόν του στο ΝΒΑ με τους Μπόστον Σέλτικς, ο Μπιλ Ράσελ, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 88 ετών, κέρδισε 11 πρωταθλήματα, ρεκόρ χωρίς όμοιο στα ομαδικά αθλήματα. Αλλά η θέση του ως ένας από τους πιο σημαντικούς Αμερικανούς αθλητές του 20ου αιώνα, πίσω μόνο από τον Μοχάμεντ Άλι, βασίζεται περισσότερο στην ατσάλινη θέλησή του να κερδίζει και στην ικανότητά του να προσαρμόζει το ταλέντο του στις δυνατότητες των συμπαικτών του.

Ήταν το πρώτο μαύρο αστέρι του NBA, πέντε φορές πολυτιμότερος παίκτης του πρωταθλήματος. Και το 1966, όταν ο προπονητής των Σέλτικς Ρεντ Άουερμπαχ παραιτήθηκε και όρισε τον Ράσελ διάδοχό του, έγινε ο πρώτος μαύρος προπονητής στα αμερικανικά πρωταθλήματα.

Εκτός γηπέδου, ήταν πρωτοπόρος στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Ράσελ στάθηκε δίπλα στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, «Έχω ένα όνειρο» στην Ουάσιγκτον. Ενώ όταν ο Μοχάμεντ Άλι αντιστάθηκε στην υποχρεωτική επιστράτευση, ο Ράσελ βρέθηκε στο πλευρό του.

Με ύψος 2,08 και βάρος 99 κιλά ο Ράσελ διέθετε μια ευκινησία που άλλαξε τον τρόπο που έπαιζαν οι μεγάλοι σέντερ. Στο παρκέ του γηπέδου, έλεγχε τα μπλοκ και τα ριμπάουντ ώστε να φτάνει η μπάλα στους συμπαίκτες του, γεννώντας το σήμα κατατεθέν των Σέλτικς, την επίθεση fast-break.

Κέρδισε επίσης τη μεγαλύτερη ατομική αντιπαλότητα των αμερικανικών ομαδικών αθλημάτων, ενάντια στον Ουίλτ Τσάμπερλεν, ο οποίος ήταν ψηλότερος και πολύ ογκωδέστερος. Ο Τσάμπερλεν έσπασε τα ρεκόρ, σημειώνοντας μια φορά 100 πόντους σε ένα μόνο παιχνίδι, αλλά ο Ράσελ κέρδισε τις περισσότερες μεταξύ συναντήσεις τους και όλους τους αγώνες πλέι οφ, εκτός από έναν.

Αν και ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στους Σέλτικς, την πρώτη ομάδα του ΝΒΑ που επέλεξε μαύρο παίκτη από τα ντραφτ και την πρώτη που υιοθέτησε αποκλειστικά μαύρους παίκτες στη σύνθεσή της, η σχέση του Ράσελ με την πόλη της Βοστώνης ήταν επεισοδιακή.

Έγινε αντικείμενο ρατσιστικών επιθέσεων και το σπίτι του διαρρήχθηκε και βανδαλίστηκε. Όταν παραπονέθηκε στην αστυνομία ότι αναποδογυρίστηκαν κάδοι, οι Αρχές κατηγόρησαν γελώντας τα ρακούν. Όταν ο Ράσελ ρώτησε με τη σειρά του πού θα μπορούσε να προμηθευτεί άδεια όπλου για να πυροβολήσει ρακούν, οι βανδαλισμοί σταμάτησαν.

Το 2012 του απονεμήθηκε το προεδρικό μετάλλιο της ελευθερίας από τον Μπαράκ Ομπάμα. Το 2017, όταν ο τότε πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τους παίκτες του NFL που κλίνουν το γόνυ σε ένδειξη αλληλεγγύης με το κίνημα Black Lives Matter να απολυθούν, ο Ράσελ δημοσίευσε ένα βίντεο με τον εαυτό του να γονατίζει, κρατώντας το μετάλλιό του.

H εμπειρία της Χιροσίμα έκανε τον Ισέι Μιγιάκε να προτιμά να σκέφτεται πράγματα «που μπορούν να δημιουργηθούν, όχι να καταστραφούν, και που φέρνουν ομορφιά και χαρά» © EPA / Frank Robichon

Ισέι Μιγιάκε - 5 Αυγούστου 2022 (γεννήθηκε 22 Απριλίου 1938)
Ο σχεδιαστής μόδας Ισέι Μιγιάκε, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 84 ετών, ήταν ίσως το πλέον αναγνωρίσιμο ιαπωνικό όνομα σε όλο τον κόσμο, μαζί με τη Γιόκο Όνο.

Γνωστός για τα καινοτόμα στιλ και τα αρώματά του, ο Μιγιάκε δημιούργησε μια παγκόσμια αυτοκρατορία μόδας, η οποία περιελάμβανε τον σχεδιασμό των εμβληματικών μαύρων ζιβάγκο του Στιβ Τζομπς.

Γεννημένος στη Χιροσίμα το 1938, ο Μιγιάκε ήταν μόλις επτά ετών όταν η πόλη καταστράφηκε από την ατομική βόμβα που έριξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η μητέρα του πέθανε από έκθεση στη ραδιενεργή ακτινοβολία τρία χρόνια αργότερα.

«Όταν κλείνω τα μάτια μου, εξακολουθώ να βλέπω πράγματα που κανείς δεν πρέπει να ζήσει ποτέ», έγραψε σε άρθρο του στους New York Times το 2009 - προσθέτοντας ότι προτιμά να σκέφτεται πράγματα «που μπορούν να δημιουργηθούν, όχι να καταστραφούν, και που φέρνουν ομορφιά και χαρά».

Ο Μιγιάκε φέρεται να ήθελε να γίνει χορευτής ή αθλητής όταν ήταν μικρός, κάτι που άλλαξε όταν ανακάλυψε τα περιοδικά μόδας της αδελφής του.

Σπούδασε γραφιστική στο πανεπιστήμιο τέχνης του Τόκιο και στη συνέχεια μετακόμισε στο Παρίσι τη δεκαετία του 1960, όπου συνεργάστηκε με τους διάσημους σχεδιαστές μόδας Γκι Λαρός και Ιμπέρ ντε Ζιβανσί.

Μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για μικρό χρονικό διάστημα, πριν επιστρέψει στο Τόκιο το 1970, για να ανοίξει το Miyake Design Studio.

Μέχρι τη δεκαετία του 1980 είχε κατακτήσει τη φήμη ενός από τους πιο πρωτοπόρους σχεδιαστές στον κόσμο, καθώς δούλευε με υλικά από πλαστικό έως μέταλλο, καθώς επίσης με και παραδοσιακά ιαπωνικά υλικά και χαρτί.

Ο Miyake ανέπτυξε έναν νέο τρόπο πλισέ υφάσματος, τυλίγοντάς το ανάμεσα σε στρώματα χαρτιού σε μια πρέσα θερμότητας. Ήταν μια τεράστια επιτυχία: δοκιμές απέδειξαν ότι οι πιέτες έμεναν στη θέση τους χωρίς να ζαρώνουν, και οδήγησε στην ενυπόγραφη σειρά του, Pleats, Please.

Έγινε γνωστός για τη δημιουργία ενός στιλ υψηλής τεχνολογίας, αλλά πρακτικού και άνετου, και ήταν γνωστό όνομα όχι μόνο στη βιομηχανία της μόδας της Ιαπωνίας, αλλά και στην παγκόσμια πασαρέλα.

Ο οίκος μόδας του ανέπτυξε ιδιαίτερα περιζήτητα ρούχα για άνδρες και γυναίκες, καθώς και τσάντες, ρολόγια και αρώματα - ένα μπουκάλι L'Eau d'Issey, που κυκλοφόρησε το 1992, φημολογείται ότι πωλείται κάθε 14 δευτερόλεπτα, ενώ η σειρά του A-POC (A Piece of Clothing), εκτίθεται σε μουσεία.

Του απονεμήθηκε το διάσημο βραβείο Κιότο για τις υπηρεσίες του στις τέχνες το 2006 και έλαβε το παράσημο του πολιτισμού το 2010, για «αξιοσημείωτα επιτεύγματα» στον πολιτισμό και τις τέχνες της Ιαπωνίας.

«Το σχέδιο πρέπει να εκφράζει ελπίδα», υποστήριζε ο ίδιος ο Ισέι Μιγιάκε, διακηρύσσοντας την πίστη του στη μόδα ως εκφραστικού μέσου.

Με τον ρόλο της στο Grease, η Ολίβια Νιούτον Τζον πρωταγωνίστησε σε ένα από τα πιο επιτυχημένα μιούζικαλ στην ιστορία του κινηματογράφου © EPA / Las Vegas News Bureau / Brian Jones

Ολίβια Νιούτον Τζον - 8 Αυγούστου 2022 (γεννήθηκε 26 Σεπτεμβρίου 1948)
Η τραγουδίστρια και ηθοποιός Ολίβια Νιούτον Τζον, η οποία πέθανε σε ηλικία 73 ετών μετά από μάχη με τον καρκίνο, διέγραψε μια σπουδαία καριέρα, η οποία περιελάμβανε 100 εκατομμύρια πωλήσεις άλμπουμ και έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στο Grease, ένα από τα πιο επιτυχημένα μιούζικαλ στην ιστορία του κινηματογράφου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ήταν μια από τις λίγες νεαρές σταρ που ήταν πιο δημοφιλής στους γονείς παρά στα παιδιά τους. Κάποτε είχε περιγραφεί από το περιοδικό Rolling Stone ως «μια γλυκιά, αθώα, 70s εκδοχή της Ντόρις Ντέι». Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του '70, μετά από μια δεκαετία ποπ επιτυχιών, ενορχήστρωσε μια από τις πιο απροσδόκητες μεταμορφώσεις της μουσικής βιομηχανίας.

Η τζιν γκαρνταρόμπα της αντικαταστάθηκε από μαύρα δερμάτινα, σε μια επανεφεύρεση που ενισχύθηκε από την ερμηνεία της ως Σάντι, το καλό κορίτσι που έγινε κακό στο Grease, ενώ την αλλαγή επικύρωσε το χιτ σινγκλ του 1981, «Physical».

Παράλληλα, η χημεία της στη μεγάλη οθόνη με τον συμπρωταγωνιστή της στο Grease, Τζον Τραβόλτα, αξιοποιήθηκε για την παραγωγή δύο Νο 1 σινγκλ, τα «Summer Nights» και «You're the One That I Want». Η καριέρα της εκτοξεύτηκε δεόντως, με το «Physical» να περνάει 10 εβδομάδες στην κορυφή των αμερικανικών τσαρτ.

Κανένα από τα επόμενα έργα της έμελλε να μην πλησιάσει την επιτυχία του, ενώ η καριέρα της στο box office πήρε επίσης την κατιούσα, παρά μια ακόμη συνεργασία με τον Τζον Τραβόλτα, το 1983. Το 1992, διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού. Μετά από επιτυχημένη θεραπεία, κυκλοφόρησε πολλά άλμπουμ με θεραπευτικό θέμα. Το 2017 η Νιούτον Τζον ανακάλυψε ότι ο καρκίνος είχε επιστρέψει.

Μέρος της θεραπείας της έλαβε χώρα στο ερευνητικό κέντρο για τον καρκίνο της Μελβούρνης, που είχε βοηθήσει να χρηματοδοτηθεί το 2008, ενώ το Ταμείο του Ιδρύματος Ολίβια Νιούτον Τζον υποστηρίζει την έρευνα φυτικών θεραπειών για τον καρκίνο. Η αυτοβιογραφία της, «Don’t Stop Believin’», κυκλοφόρησε το 2018.

Αν Χεκ - 14 Αυγούστου 2022 (γεννήθηκε 25 Μαΐου 1969)
Η Αν Χεκ ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της στην υποκριτική από την εφηβεία της, αλλά παρά τις επιτυχίες της στην τηλεόραση, τον κινηματογράφο, καθώς και τη θεατρική σκηνή, η καριέρα της επισκιάστηκε από μια ζωή βουτηγμένη σε διαμάχες και τραγωδίες.

Η ηθοποιός που πέθανε σε ηλικία 53 ετών μετά από αυτοκινητιστικό δυστύχημα, έγινε γνωστή στα ταμπλόιντ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ως σύντροφος της Έλεν Ντε Τζενέρις.

Η Χεκ σχολίασε αργότερα ότι η δημοσιότητα γύρω από τη σχέση τους ότι παρεμπόδισε την καριέρα της, λέγοντας ότι το Χόλιγουντ δεν ήταν έτοιμο για μια λεσβία σταρ σε στρέιτ ερωτικούς ρόλους.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Call Me Crazy: A Memoir», αναφέρει ότι κακοποιήθηκε από τον πατέρα της από τη βρεφική ηλικία μέχρι την ηλικία των 12. Είπε ότι η κακοποίηση την είχε αφήσει «τρελή για 31 χρόνια».

Όμοια με τον θάνατό της, η ζωή της Αν Χεκ σημαδεύτηκε από την τραγωδία © EPA / Caroline Brehman

Η Αν Χεκ γεννήθηκε στο Οχάιο, το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του Ντόναλντ Χεκ, διευθυντή χορωδίας σε φονταμενταλιστικές εκκλησίες, και της συζύγου του, Νάνσι. Το πρωτότοκο παιδί της οικογένειας πέθανε σε βρεφική ηλικία. Η φαμίλια μετακόμισε 11 φορές κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας της Χεκ, ζώντας συχνά από τη φιλανθρωπία των μελών της εκκλησίας. Σε ηλικία 12 ετών, άρχισε να εργάζεται σε ένα θέατρο στο Νιού Τζέρσει, όντας για λίγο η κύρια πηγή βιοπορισμού της οικογένειας.

Όταν ήταν 13 ετών, ο πατέρας της πέθανε από AIDS. Η Χεκ πίστευε ότι η κρυφή του ομοφυλοφιλία ήταν μέρος της ζωής του ως σεξουαλικού κακοποιητή. Τρεις μήνες μετά το θάνατο του Ντόναλντ, ο αδελφός της Νέιθαν πέθανε όταν έπεσε με το αυτοκίνητό του σε ένα δέντρο. Αν και ο θάνατός του κρίθηκε ως ατύχημα, η Χεκ σκέφτηκε ότι ο Νέιθαν είχε αυτοκτονήσει, μη μπορώντας να αντέξει το όνειδος του πατέρα του.

Η Νάνσι Χεκ μετακόμισε την οικογένεια στο Σικάγο, όπου έγινε χριστιανή θεραπεύτρια και δημόσια ομιλήτρια, υποστηρίζοντας το «ξεπέρασμα» της αμαρτίας της ομοφυλοφιλίας. Στα 18 της, η Αν Χεκ έφυγε για τη Νέα Υόρκη, και για το υπόλοιπο της ενήλικης ζωής της παρέμεινε αποξενωμένη από τη μητέρα της και τη μεγαλύτερη αδελφή της Σούζαν, η οποία πέθανε το 2006 από καρκίνο στον εγκέφαλο.

Εμφανίστηκε σε τηλεοπτικές εκπομπές και τηλεταινίες, ενώ έκανε την πρώτη εμφάνισή της στη μεγάλη οθόνη το 1993. Σημείωσε επιτυχία με τους ρόλους της στα Donnie Brasko και Psycho, πρωταγωνίστησε στο Μπρόντγουεϊ, απέσπασε υποψηφιότητες για βραβεία Tony και Emmy.

Μετά από ένα δυστύχημα στο Λος Άντζελες στις 5 Αυγούστου, στο οποίο το αυτοκίνητό της έπιασε φωτιά, η Χεκ πέρασε σχεδόν μια εβδομάδα σε κώμα προτού κηρυχθεί νομικά νεκρή, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Καλιφόρνια στις 12 Αυγούστου. Αποσυνδέθηκε από τη μηχανική υποστήριξη δύο ημέρες αργότερα.

1989: O Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ασπάζεται τον τότε ηγέτη της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Έρικ Χόνεκερ © EPA / Wolfgang Kumm

Μιχαήλ Γκορμπατσόφ - 30 Αυγούστου 2022 (γεννήθηκε 2 Μαρτίου 1931)
Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 91 ετών, συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες παγκόσμιες προσωπικότητες του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα. Σχεδόν μόνος του έβαλε τέλος σε 40 χρόνια αντιπαράθεσης Ανατολής - Δύσης και ανακούφισε τον κόσμο από την απειλή του πυρηνικού ολέθρου.

Δεν ήταν ο στόχος που έθεσε όταν εξελέγη γενικός γραμματέας του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος τον Μάρτιο του 1985, ούτε προέβλεψε ή σχεδίασε τον τρόπο με τον οποίο θα τελείωνε ο ψυχρός πόλεμος, την κατάρρευση του σιδηρούν παραπετάσματος, την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από την ανατολική Ευρώπη, την επανένωση της Γερμανίας ή τη διάλυση της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης.

Ρόναλντ Ρίγκαν και Μιχαήλ Γκορμπατσόφ το 1985 στη Γενεύη © EPA / Ronald Reagan Presidential Library Handout

Αυτό που διέκρινε τον Γκορμπατσόφ από τους προηγούμενους σοβιετικούς ηγέτες ήταν ότι ξεκίνησε μια διαδικασία μεταρρύθμισης και δεν προσπάθησε να την ανατρέψει μόλις απειλούσε να ξεφύγει από τον έλεγχό του. Η πορεία του Γκορμπατσόφ είναι σε σημαντικό βαθμό ένα καλό παράδειγμα της σημασίας του προσωπικού παράγοντα στην ανθρώπινη ιστορία. Ως γενικός γραμματέας, ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες στον κόσμο. Θα μπορούσε να παραμείνει στη θέση του για χρόνια αν δεν είχε επιλέξει τον δρόμο της μεταρρύθμισης.

O Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην τελευταία συνεδρία του Ανώτατου Σοβιέτ το 1991 © EPA / Vassili Korneyev

Δεν υπήρχε επιτακτικό αίτημα για τη διαδικασία της περεστρόικα, («αναδιάρθρωσης» ή «μετασχηματισμού»), την οποία ξεκίνησε. Όπως και άλλοι μεγάλοι μεταρρυθμιστές στην ιστορία, κατέληξε στην απομόνωση.

Για τον κόσμο πέρα από τη Ρωσία, η μεγάλη του υπηρεσία ήταν ότι επέτρεψε στον ψυχρό πόλεμο να φτάσει στο τέλος του, παρότι δεν έληξε όπως ήλπιζε: σε μια μεγάλη συμφιλίωση μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Ως βασίλισσα, η Ελισάβετ Β' ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της Βρετανίας και των θεσμών της © EPA / Will Oliver

Βασίλισσα Ελισάβετ Β' - 8 Σεπτεμβρίου 2022 (γεννήθηκε 21 Απριλίου 1926)
Η Ελισάβετ Β', η οποία πέθανε σε ηλικία 96 ετών, έγινε κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης βασιλείας της όχι μόνο η γηραιότερη, αλλά και η μακροβιότερη σε θητεία μονάρχης στην ιστορία της χώρας.

Υπήρξε για επτά δεκαετίες επικεφαλής της Κοινοπολιτείας, της οποίας οι 54 χώρες περιλαμβάνουν 2,1 δισεκατομμύρια υπηκόους, το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης.

Ως βασίλισσα, ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της χώρας και των θεσμών της: μία από τις πιο γνωστές γυναίκες και εθνικούς ηγέτες στον κόσμο, η οποία αφειδώς φωτογραφήθηκε, ζωγραφίστηκε, βιντεοσκοπήθηκε από τη στιγμή που έγινε κληρονόμος του θρόνου, σε ηλικία 10 ετών, το 1936, έως το τέλος της ζωής της.

Ο ρους της ιστορίας την παρακολούθησε να μεταμορφώνεται από μια μικρή πριγκίπισσα σε μια λαμπερή νεαρή βασίλισσα, μητέρα και γιαγιά, από ξανθό παιδί με σγουρά μαλλιά σε μια σεβάσμια ηλικιωμένη κυρία, σε διάστημα πολλών δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων ο ρόλος της έμεινε απαράλλαχτος.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας της, υπηρετήθηκε από 15 πρωθυπουργούς, από τον Ουίνστον Τσόρτσιλ μέχρι τη Λιζ Τρας. Συνάντησε περισσότερο από το ένα τέταρτο όλων των Αμερικανών προέδρων που έζησαν ποτέ, πέντε πάπες, εκατοντάδες εθνικούς ηγέτες, από τους καθολικά αγαπητούς, όπως ο Νέλσον Μαντέλα, έως τους πλέον τυραννικούς, συμπεριλαμβανομένων των Ρόμπερτ Μουγκάμπε και Νικολάε Τσαουσέσκου, καθώς και χιλιάδες διασημότητες, ενώ υπολογίζεται ότι διασταυρώθηκε με πάνω από 2 εκατομμύρια «συνηθισμένους» ανθρώπους.

Η Ελισάβετ Β' διατήρησε την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του βρετανικού κοινού ως το τέλος της βασιλείας της © EPA / Facundo Arrizabalaga

Μέχρι το τέλος της βασιλείας της, το προφίλ της Βρετανίας είχε αλλάξει σημαντικά. Παρά τις αντιξοότητες της μοναρχίας ωστόσο, αλλά και τις προσωπικές της δοκιμασίες, με σημαντικότερες την απώλεια της πριγκίπισσας Νταϊάνα, το σεξουαλικό σκάνδαλο του πρίγκιπα Άντριου και το «Megxit» του δούκα και της δούκισσας του Σάσεξ, η βασίλισσα Ελισάβετ Β', προσωπικότητα μιας άλλης εποχής, συχνά άκαμπτη και τυπική, είχε κερδίσει και διατήρησε τη στοργή και την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του βρετανικού κοινού, που τη σεβόταν για την εργατικότητα και την αίσθηση του καθήκοντος που απέπνεε.

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ μεταμόρφωσε το σινεμά μέσα από τη μοναδική φιλμογραφία του © EPA / Christof Schuerpf

Ζαν-Λικ Γκοντάρ - 13 Σεπτεμβρίου 2022 (γεννήθηκε 3 Δεκεμβρίου 1930)

Ο θάνατος του Ζαν-Λικ Γκοντάρ σε ηλικία 91 ετών σηματοδοτεί κατά πολλούς το τέλος της εποχής του σινεμά των δημιουργών. Η Μαργκερίτ Ντιράς τον θεωρούσε τον μεγαλύτερο καταλύτη της ιστορίας του κινηματογράφου και λίγοι θα αρνηθούν ότι κανείς άλλος ομότεχνός του δεν εκμεταλλεύτηκε περισσότερο τις δυνατότητες του ήχου και της εικόνας.

Το μοναδικό σώμα έργου του έχει επαναπροσδιορίσει την κατανόησή μας για τον κινηματογράφο ως μορφή τέχνης και πολιτιστική πρακτική, μεταμορφώνοντας τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο.

Ο Γκοντάρ έγινε γνωστός στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ως εξέχων μέλος του γαλλικού Νέου Κύματος, του σημαντικότερου κινηματογραφικού κινήματος του 20ου αιώνα.

Οι κινηματογραφιστές της Νουβέλ Βαγκ, πολλοί από τους οποίους κριτικοί του περιοδικού Cahiers du Cinéma, πίστευαν με πάθος ότι το οπτικό στυλ μιας ταινίας είναι μια συγγραφική υπογραφή που αντανακλά το προσωπικό δημιουργικό όραμα του σκηνοθέτη. Εμπνευσμένοι από Αμερικανούς δημιουργούς σαν τον Χάουαρντ Χοκς, τον Νίκολας Ρέι και τον Όρσον Γουέλς, από τον ιταλικό νεορεαλισμό του Ρομπέρτο Ροσελίνι και Γάλλους ποιητές του κινηματογράφου όπως ο Ζαν Κοκτώ και ο Ζαν Ρενουάρ, επιτέθηκαν στο στάσιμο κυρίαρχο ρεύμα του γαλλικού κινηματογράφου.

Ήδη από το 1959, με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Με κομμένη την ανάσα», με πρωταγωνιστή τον τότε άγνωστο Ζαν-Πολ Μπελμοντό δίπλα στη Τζιν Σίμπεργκ, ο Γκοντάρ άλλαξε την πορεία του κινηματογράφου. Η ταινία γυρίστηκε γρήγορα και φθηνά, με υλικά το φυσικό φως, τους δρόμους και τα δωμάτια του ξενοδοχείων.

Ο Γκοντάρ αψηφούσε το συμβατικό μοντάζ και χρησιμοποίησε παράδοξες τεχνικές, μαζί με εμμονικά κοντινά πλάνα, για να δημιουργήσει αυθορμητισμό: «Μια ταινία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά», έλεγε.

Σκηνοθέτησε περισσότερες από 100 ταινίες, ενώ τα έργα της γονιμότερης περιόδου του κατά τη δεκαετία του 1960, «Η κυρία θέλει έρωτα», «Ζούσε τη ζωή της», «Η περιφρόνηση», «Bande à part», «Αλφαβίλ», «Ο τρελός Πιερό», «2 ή 3 πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν», συμπεριλαμβάνονται τακτικά στις λίστες με τα καλύτερα φιλμ όλων των εποχών.

Παραγωγικός ως το τέλος όσο και τυπικός στη διακήρυξή του ότι το σινεμά είχε πεθάνει, το 2010 αρνήθηκε να εμφανιστεί για να παραλάβει τιμητικό βραβείο Όσκαρ.

H επική τριλογία της Χίλαρι Μαντέλ για τη ζωή του Τόμας Κρόμγουελ χάρισε στη βρετανίδα συγγραφέα δύο φορές το βραβείο Booker © EPA / Daniel Deme

Χίλαρι Μαντέλ - 22 Σεπτεμβρίου 2022 (γεννήθηκε 6 Ιουλίου 1952)
Η Χίλαρι Μαντέλ, η οποία πέθανε σε ηλικία 70 ετών μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, ήταν η πρώτη γυναίκα συγγραφέας που κέρδισε δύο φορές το βραβείο Booker, το οποίο της απονεμήθηκε για τους δύο πρώτους τόμους της επικής τριλογίας της για τη ζωή του Τόμας Κρόμγουελ, «Γουλφ Χολ» (2010, εκδόσεις Πάπυρος) και «Γεράκια» (2013, εκδόσεις Πάπυρος).

Τα δύο μυθιστορήματα, τα οποία συνολικά αγγίζουν τις 2.000 σελίδες, έχουν πουλήσει 5 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, μεταφέρθηκαν στη μικρή οθόνη μέσα από μια ιδιαίτερα επιτυχημένη σειρά του BBC με πρωταγωνιστή τον Μαρκ Ράιλανς και διασκευάστηκαν από την ίδια τη Μαντέλ για τη θεατρική σκηνή.

Η τριλογία κορυφώθηκε το 2020 με το αμετάφραστο ακόμη στα ελληνικά «The Mirror and the Light», το οποίο καταγράφει τον θάνατο του Κρόμγουελ. Αποδείχθηκε ότι ήταν το τελευταίο της μυθιστόρημα. Όλα τους εξιστορημένα στον παρόντα χρόνο, τα τρία βιβλία της σειράς αποτελούν έναν λογοτεχνικό άθλο και ένα μνημειώδες ορόσημο της σύγχρονης ιστορικής μυθοπλασίας.

Πριν καταπιαστεί με τον Κρόμγουελ, η Μαντέλ είχε γράψει εννέα μυθιστορήματα, και παρότι έλαβε καλές κριτικές, οι πωλήσεις της ήταν μέτριες και κανένα από τα βιβλία της δεν είχε μπει στη μακρά λίστα του Booker. Ήταν η απόφασή της «να προχωρήσει στο πεδίο της αγγλικής ιστορίας και να καρφώσει τη σημαία της», όπως έλεγε η ίδια, εκείνη που της χάρισε τεράστιο αναγνωστικό κοινό. Ήταν το μυθιστόρημα που περίμενε όλη της την καριέρα να γράψει.

Η ζωή της σημαδεύτηκε από ασθένειες. Ενώ ήταν στο πανεπιστήμιο άρχισε να έχει τρομερούς πόνους, αλλά της είπαν ότι ήταν ψυχολογικοί και της συνταγογραφήθηκαν αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωσικά φάρμακα. Ακολούθησαν χρόνια πόνου και λανθασμένων διαγνώσεων, ενώ μεταξύ άλλων διαγνώστηκε με σοβαρή ενδομητρίωση. Όταν ήταν 27 ετών και επέστρεψε από τη Μποτσουάνα στην Αγγλία για τα Χριστούγεννα, κατέρρευσε και υποβλήθηκε σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση, της οποίας το αποτέλεσμα ήταν «η κατάσχεση της γονιμότητάς μου και η αναδιάταξη του εσωτερικού μου», όπως το περιέγραψε.

Οι εξουθενωτικοί πόνοι και οι περίοδοι κακής υγείας των πρώιμων χρόνων της δεν την εγκατέλειψαν ποτέ. Και το 2010, λίγο αφότου κέρδισε το βραβείο Booker για πρώτη φορά, επέστρεψε στο νοσοκομείο για ακόμη περισσότερες επεμβάσεις, μια περίοδο που κατέγραψε δημόσια στην αρθρογραφία της για το London Review of Books. Είχε ακόμη πολλά σημειωματάρια γεμάτα ιδέες και έργα που ήθελε να ξεκινήσει, προτού την προλάβει ο θάνατος.

O «κίλερ» του ροκ εν ρολ Τζέρι Λι Λιούις, σφράγισε τη μουσική με τις επιτυχίες του, αλλά και προκάλεσε τα δημόσια ήθη με τις επιλογές του © EPA / Paul Buck

Τζέρι Λι Λιούις - 28 Οκτωβρίου 2022 (γεννήθηκε 29 Σεπτεμβρίου 1935)
Αναντίρρητος πιονέρος των επαναστατών του ροκ εν ρολ, ο Τζέρι Λι Λιούις, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 87 ετών, σημάδεψε την απαρχή του όχι μόνο μέσα από τις ερμηνείες του, αλλά και ενός οριακού τρόπου ζωής, στον οποίο δεν μπορούσε να αντιπαραβληθεί κανείς άλλος λευκός ερμηνευτής πέρα από τον Έλβις Πρίσλεϊ.   

Οι μεγαλύτερες επιτυχίες του, «Whole Lotta Shakin’ Goin’ On», «Great Balls of Fire» και «High School Confidential», παραμένουν έως σήμερα ανάμεσα στα απαραίτητα κλασικά του είδους. Δεύτερο μόλις σινγκλ του, το «Whole Lotta Shakin' Goin' On» απαγορεύτηκε από τα ραδιοκύματα λόγω των έκλυτων για την εποχή μηνυμάτων του και πούλησε ελάχιστα, ώσπου μια εμφάνιση σε πανεθνικό δίκτυο, στην τηλεοπτική εκπομπή του Στιβ Άλεν τον Ιούνιο του 1957 μετέτρεψε τον Τζέρι Λι Λιούς σε σταρ.

Όλα άλλαξαν τον Μάιο του 1958, όταν ο Λιούις έφτασε για τουρνέ στη Βρετανία συνοδευόμενος από ένα 13χρονο κορίτσι, το οποίο όπως ανακάλυψε ο Τύπος, ήταν η επί πέντε μηνών σύζυγός του, αλλά και τρίτη εξαδέλφη του, Μάιρα Γκέιλ Μπράουν. Η περιοδεία του ακυρώθηκε, ο Λιούις απελάθηκε η καριέρα του καταρρακώθηκε.

Παρά την άνοδο και την πτώση του, ο Τζέρι Λι παρέμεινε στη δισκογραφική εταιρία Sun, ως το πιο βαρύ αστέρι της, με σειρά σημαντικών ροκ εν ρολ και κάντρι επιτυχιών.

Οι αναποδιές και οι τραγωδίες δεν έπαψαν να τον ακολουθούν. Ο γιος του με τη Μάιρα, πνίγηκε στην πισίνα τους το 1962, σε ηλικία τριών ετών. Ένας από τους δύο γιους του με την Τζέιν Μίτσαμ, ο Τζέρι Λι Τζούνιορ, πέθανε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στα 19 του, το 1973. Η Μάιρα τον χώρισε, επικαλούμενη ψυχική σκληρότητα και σωματική κακοποίηση. το 1983, η πέμπτη σύζυγός του, Σον Στίβενς, πέθανε από θανατηφόρα υπερβολική δόση, ένα χρόνο αφότου η τέταρτη σύζυγός του, Τζάρεν Πέιτ, πνίγηκε σε μια άλλη πισίνα. Το Rolling Stone δημοσίευσε το «The Strange and Mysterious Death of Mrs Jerry Lee Lewis», κατηγορώντας τον για δολοφονία μιας συζύγου και κακοποίηση μέχρι θανάτου των άλλων.

Το 1975, στο αεροπλάνο του βρέθηκαν ποσότητες κοκαΐνης και 11 ποικιλίες αμφεταμίνης. Το 1976 συνελήφθη έξω από τις πύλες της Γκρέισλαντ του Έλβις, οπλοφορώντας μεθυσμένος. Η εφορία κατέσχεσε την περιουσία του το 1979 και το 1983 κήρυξε πτώχευση.

Παντρεύτηκε έκτη και έβδομη φορά, ενώ στα χρονικά των υγειονομικών καταστροφών του περιλαμβάνονται κατάρρευση του πνεύμονα, αφαίρεση χοληδόχου κύστης, αιμορραγικά έλκη στομάχου, χειρουργική επέμβαση στη σπονδυλική στήλη και τροχαίοι τραυματισμοί.

Το 1984 επανήλθε στη ζωή δύο φορές μέσω ανανήψεων σε ασθενοφόρο, ενώ το 1985 του αφαίρεσαν το μισό στομάχι, σε μια χρονιά κατά την οποία η τότε σύζυγός του είπε ότι ξοδεύτηκε μέσα σε ένα κοκτέιλ μεθαδόνης, ηρεμιστικών και αμφεταμινών.

Παρά την αντίθεση ανάμεσα στο ποιον και το έργο του καλλιτέχνη, κοινή παρονομαστές υπήρξαν η παραληρηματική του ενέργεια και η αξιοθαύμαστη αυτοπεποίθησή του. Όπως επίσης και ορισμένα από τα κλασικότερα δείγματα της πρώτης περιόδου του ροκ εν ρολ.

Κριστίν ΜακΒί, η «αθόρυβη» Fleetwood Mac, αλλά και μια από τις χαρισματικότερες συνθέτριες της γενιάς της © EPA / Facundo Arrizabalaga

Κριστίν ΜακΒί - 30 Νοεμβρίου 2022 (γεννήθηκε 12 Ιουλίου 1943)
Τραγουδίστρια, οργανοπαίκτρια και βασική συνθέτρια ορισμένων από τις εμβληματικότερες μελωδίες των Fleetwood Mac, συμπεριλαμβανόμενων των «Say You Love Me», «Over My Head» και «You Make Loving Fun», η Κριστίν ΜακΒί, η οποία πέθανε στην ηλικία των 79 υπήρξε το διακριτικότερο όσο και απαραίτητο γρανάζι του βρετανο-αμερικανικού σούπερ γκρουπ.

Σπούδασε κλασικό πιάνο και τσέλο, ενώ άρχισε να ενδιαφέρεται για τη ροκ μουσική μόλις στα 15 της, όταν ανακάλυψε τις παρτιτούρες του Φατς Ντόμινο του αδελφού της.

Μια από τις λιγοστές γυναίκες στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στη βρετανική μπλουζ σκηνή που τραγουδούσε και έπαιζε όργανο, έγινε αντιληπτή από τα μέλη της μουσικής κοινότητας. Συνδέθηκε με τον Πίτερ Γκριν, αργότερα με τον Τζον ΜακΒί, εύλογα το επόμενο βήμα ήταν η μόνιμη ένταξη στους Fleetwood Mac το 1970, έχοντας ήδη παίξει σε αρκετές στουντιακές ηχογραφήσεις τους.

Η Κριστίν ΜακΒί απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας, συχνά κυριολεκτικά. Η θέση της στις συναυλίες ήταν πάντοτε μακριά από το κέντρο της σκηνής, και παρά το ταλέντο της («η καλύτερη μπλουζγούμαν και πιανίστρια σε όλη την Αγγλία», υποστήριζε ο ντράμερ, Μικ Φλίτγουντ), επέμενε και η ίδια να υποτιμά τις ικανότητές της.

Όταν ωστόσο το περιοδικό Rolling Stone τη χαρακτήρισε μάλλον προσβλητικά ως «επιτομή της λογικής του ροκ εν ρολ», ενοχλήθηκε. «Ήμουν ίσως η πιο συγκρατημένη, αλλά δεν ήμουν άγγελος», διαμαρτυρήθηκε, υποστηρίζοντας ότι μια από τις πιο αναγνωρισμένες συνθέσεις της, το «Songbird», οφείλει τη δημιουργία του σε «μερικές δόσεις κοκαΐνης και μισό μπουκάλι σαμπάνιας».

Δεν έγραφε εσκεμμένα εμπορικά τραγούδια, επέμενε. Απλά έβγαιναν έτσι. Η τελευταία της δημόσια εμφάνιση ήταν σε ένα αφιέρωμα για τον Πίτερ Γκριν στο Λονδίνο, τον Φεβρουάριο του 2020.

(Με πληροφορίες του Guardian και του BBC News)