Κοσμος

Δολοφονία Άμες: Ο εφιάλτης επιστρέφει στο Ηνωμένο Βασίλειο

Η δολοφονία του Σερ Ντέιβιντ Άμες έρχεται να προστεθεί στη λίστα των δολοφονημένων βρετανών βουλευτών, η οποία δυστυχώς μακραίνει και στον 21ο αιώνα.

Άγης Παπαγεωργίου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Βρετανία: Οι ομοιότητες στις δολοφονίες του συντηρητικού Σερ Ντέιβιντ Άμες και της προοδευτικής Τζο Κοξ, οι πολιτικοί που δολοφονήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Πριν λίγες ώρες, ο Βρετανός Σερ Ντέιβιντ Άμες δολοφονήθηκε βίαια. Ο βουλευτής του κυβερνώντος συντηρητικού κόμματος και μέλος του κοινοβουλίου από το 1997, δέχθηκε επίθεση κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην περιφέρειά του στο Νοτιοδυτικό Έσσεξ, ενώ σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, ο εικοσιπεντάχρονος δολοφόνος μαχαίρωσε επανειλημμένα τον Άμες, με τον βουλευτή να πεθαίνει σχεδόν ακαριαία. Ο δράστης συνελήφθη επί τόπου, με τις αρχές να ανακοινώνουν πως δεν αναζητούν στην παρούσα φάση κάποιον συνένοχο.

Η είδηση έχει σκεπάσει τα πάντα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η βιαιότητα της επίθεσης και το γεγονός πως ο δράστης σκότωσε τον Άμες έξω από μια εκκλησία στην οποία συνομιλούσε με τους πολίτες που εκπροσωπούσε στο Γουέστμινστερ αρκούν για να σοκάρουν από μόνες τους, όμως το πιο τραγικό στοιχείο της δολοφονίας είναι πως μοιάζει ανατριχιαστικά πολύ με εκείνη της βουλευτή των Εργατικών, Τζο Κοξ, το 2016. Όπως ο Άμες, έτσι και η Κοξ, έχασε τη ζωή της μετά από επίθεση με μαχαίρι — ενός νεοναζί στη δική της περίπτωση. Απόψε, όλοι στο Ηνωμένο Βασίλειο περιμένουν πλέον να μάθουν την ταυτότητα ενός ακόμα τέρατος.

Ποιος ήταν ο Σερ Άμες

Ο Ντέιβιντ Άμες είχε γεννηθεί το 1952, καταγόταν από το Έσσεξ και ήταν οικονομολόγος. Εκλέχθηκε πρώτη φορά βουλευτής με τους Συντηρητικούς το 1983, την εποχή που η Μάργκαρετ Θάτσερ και το Συντηρητικό κόμμα μεσουρανούσαν στη βρετανική πολιτική σκηνή, ενώ κράτησε την έδρα του τόσο στις εκλογές του 1987, όσο και σε εκείνες του 1992. Μετά από μια αναδιάταξη της περιφέρειας του Μπάσιλντον που εκπροσωπούσε αρχικά, ο Άμες εξασφάλισε την επανεκλογή του στο Σάουθεντ Γουέστ του Δυτικού Έσσεξ το 1997, το οποίο εκπροσωπούσε μέχρι και σήμερα. Ως κοινοβουλευτικός, διακρίθηκε κυρίως για την προσφορά του σε περιβαλλοντικά ζητήματα, ενώ αποτέλεσε μέλος αμέτρητων επιτροπών.

© Zoe Norfolk/Getty Images/Ideal Image

Ιδεολογικά, ο Άμες εκπροσωπούσε την πιο συντηρητική πτέρυγα του κόμματός του. Ενδεικτικές θέσεις του ήταν η στήριξή του στη βρετανική επέμβαση στο Ιράκ, η πλήρης εναντίωσή του στις εκτρώσεις και στα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και η υποστήριξή του στην επιστροφή της θανατικής ποινής, ενώ αποτέλεσε ορκισμένο εχθρό του πρώην Εργατικού πρωθυπουργού, Τόνι Μπλερ. Επίσης, ήταν αφοσιωμένος ευρωσκεπτικιστής σε όλη τη διάρκεια της πολιτικής του καριέρας, έχοντας ψηφίσει εναντίον της εισόδου του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στο δημοψήφισμα του 1975 και υποστηρίζοντας φανατικά το Brexit στο δημοψήφισμα του 2016. Συγκεκριμένα, θεωρούσε πως η ΕΕ είχε μεταλλαχθεί σε έναν «ρυθμιστικό εφιάλτη για τα μέλη-κράτη της» ενώ υποστήριζε πως «το Ηνωμένο Βασίλειο έχει απωλέσει την αυτοκυριαρχία του» και πως το Remain θα ήταν «τεράστιο λάθος». Ο Άμες είχε μάλιστα κατηγορήσει τον πρώην Αμερικάνο Πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα, πως «δεν έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει στη διαδικασία του δημοψηφίσματος». Καθόλου απροσδόκητα, ήταν υπέρμαχος μιας ανεξάρτητης οικονομικής, εξωτερικής και μεταναστευτικής πολιτικής για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Μια πανομοιότυπη δολοφονία

Σε προηγμένες δημοκρατικά κοινωνίες, ο πολιτικός κόσμος ενώνεται μπροστά σε τέτοιου είδους επεισόδια φρικαλεότητας, ανεξαρτήτως της ιδεολογικής ταυτότητας του θύματος. Παρά την παρατεταμένη πόλωση στην οποία βυθίζεται όλο και περισσότερο το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και τις αμέτρητες γωνίες των απόψεων και του έργου του Άμες, ο πολιτικός κόσμος της χώρας εξέφρασε τα συλλυπητήριά του χωρίς περιστροφές· τόσο ο επικεφαλής των Εργατικών, Κιρ Στάρμερ, όσο και η Σκωτσέζα πρωθυπουργός και επικεφαλής του Σκωτσέζικου Εθνικού Κόμματος, Νίκολα Στάρτζεον, εξέφρασαν αμέσως τον αποτροπιασμό τους και την αμέριστη υποστήριξή τους, ενώ συγκινητικοί ήταν και οι αποχαιρετισμοί του πρωθυπουργού, Μπόρις Τζόνσον, της βρετανικής κυβέρνησης και των συναδέλφων του βουλευτή στο Συντηρητικό κόμμα. Τα συλλυπητήριά τους εξέφρασαν επίσης τόσο μέλη της ιρλανδικής κυβέρνησης, όσο και διπλωματικοί εκπρόσωποι της ΕΕ.

Αυτό που όμως ταρακούνησε βίαια τη βρετανική κοινωνία είναι το αίσθημα της ανασφάλειας που ακολουθεί τη δολοφονία ενός ακόμα βουλευτή, πέντε μόλις χρόνια μετά την προηγούμενη. Το 2016, η Κοξ δολοφονήθηκε έξω από μια βιβλιοθήκη στην περιφέρεια της στο Δυτικό Γιόρκσαϊρ, λίγο πριν συναντήσει πολίτες και ψηφοφόρους της. Όπως συνέβη και με τον Άμες, ένας άγνωστος την πλησίασε, πυροβολώντας τη τρεις φορές και μαχαιρώνοντάς τη στη συνέχεια, ουρλιάζοντας «πρώτα η Βρετανία». Η Εργατική βουλετής εκπροσωπούσε έναν διαμετρικά αντίθετο πολιτικό πόλο από εκείνον του Άμες, καθώς ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του κόμματός της, είχε στηρίξει την υποψηφιότητα του Τζέρεμι Κόρμπιν για την ηγεσία των Εργατικών, ήταν υπέρμαχος μιας ελαστικής μεταναστευτικής πολιτικής, είχε αντιταχθεί στην παρουσία βρετανικών στρατευμάτων στο εξωτερικό και προωθούσε τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων. Σε ό,τι αφορούσε το Brexit, η Κοξ υποστήριζε ανοιχτά την παραμονή του Ηνωμένο Βασιλείου στην ΕΕ.

Στην έρευνα που ακολούθησε τη δολοφονίας της, τα πολιτικά κίνητρα του δράστη έγιναν αμέσως σαφή. Ο δολοφόνος της, Τόμας Μάιερ, ήταν υπέρμαχος της λευκής υπεροχής, αποτελούσε απολογητή του νοτιοαφρικανικού απαρτχάιντ, ενώ είχε σχέσεις με νεοναζιστικές ομάδες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Όπως ήταν φυσικό, η βιαιότητα της δολοφονίας και η φασιστική πολιτική ταυτότητα του Μάιερ ένωσαν και τότε τον πολιτικό κόσμο της χώρας, ενώ συλλυπητήρια είχαν εκφράσει αμέτρητοι αρχηγοί κρατών και πολιτικά στελέχη από το εξωτερικό. Μένει να αποδειχτεί αν ο δολοφόνος του Άμες είχε και εκείνος πολιτικά κίνητρα.

© Dan Kitwood/Getty Images/Ideal Image

Το φάντασμα που επιστρέφει

Οι νεότεροι πιθανώς δεν το γνωρίζουν, όμως το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μια ματωμένη ιστορία δολοφονιών βουλευτών. Κατά τη διάρκεια των Troubles στη Βόρεια Ιρλανδία, σε μια σχεδόν παρατεταμένη σύγκρουση μεταξύ Ιρλανδών αυτονομιστών και πιστών στην ένωση της χώρας τους με το Ηνωμένο Βασίλειο, τέσσερις βουλευτές του Βρετανικού κοινοβουλίου δολοφονήθηκαν από τον ιρλανδικό παραστρατιωτικό στρατό του IRA. Συγκεκριμένα, ο IRA δολοφόνησε τους συντηρητικούς βουλευτές Άιρι Νιβ το 1979, Ρόμπερτ Μπράντφορντ το 1981, Σερ Άντονι Μπέρι το 1984 και Ίαν Γκόου το 1990, ενώ ευθύνεται και για τη δολοφονία του Λόρδου Μαουντμπάτεν το 1979. Στα σχεδόν τριάντα χρόνια που κράτησαν τα Τroubles, τόσο η Μεγάλη Βρετανία, όσο και το σύνολο της Ιρλανδίας, κλονίστηκαν από τη βία και την ανασφάλεια, βλέποντας ζωές πολιτικών, στρατιωτικών, αυτονομιστών, και αμάχων να χάνονται και να καταστρέφονται και από τις δύο πλευρές.

Όμως, κανείς δε θα περίμενε πως ο εφιάλτης των δολοφονιών βουλευτών του βρετανικού κοινοβουλίου θα μπορούσε να επιστρέψει μετά τη λήξη των Troubles. Το γεγονός πως μέσα σε πέντε χρόνια δύο βουλευτές έχουν δολοφονηθεί δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο ανησυχητικό για τους Βρετανούς, καθώς όταν το μίσος ξεχειλίζει τότε κανείς δεν θα μείνει ανεπηρέαστος· το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μία από τις δυτικές χώρες που το γνωρίζουν πολύ καλά. Το γεγονός μάλιστα πως οι δολοφονημένοι βουλευτές ανήκαν σε διαφορετικά κόμματα και είχαν διαμετρικά αντίθετες απόψεις κάνει την κατάσταση ακόμα χειρότερη, ειδικά δε αν αποδειχτεί πως ο δολοφόνος του Άμες είχε και εκείνος πολιτικά κίνητρα. Η μικρή χρονική απόσταση που χωρίζει τις δύο δολοφονίες, οι αντίθετες πολιτικές και ιδεολογικές προελεύσεις των θυμάτων, αλλά και ο πανομοιότυπος τρόπος των επιθέσεων ανασύρουν από τη μια μνήμες από τις σκοτεινότερες γωνίες της βρετανικής ιστορικής μνήμης, ενώ υποδεικνύουν από την άλλη πως η χώρα δεν έχει ακόμα τελειώσει με τέτοια αποτρόπαια περιστατικά.

Παράλληλα, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το ευρύτερο κύμα βίαιης εγκληματικότητας. Μόνο τους τελευταίους μήνες, οι δολοφονίες της Σάρα Έβεραντ τον Μάρτιο, και της Σαμπίνα Νέσσα τον Σεπτέμβριο, ανέδειξαν το πρόβλημα με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των βίαιων εγκλημάτων στις μεγάλες πόλεις έχει σχεδόν υπερδιπλασιαστεί. Μόλις πριν λίγες μέρες ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον προσπαθούσε να πείσει από το βήμα του συνεδρίου των Συντηρητικών πως θα παράσχει στη βρετανική αστυνομία όση βοήθεια χρειάζεται ώστε να αντιμετωπίσει την εγκληματικότητα· αν όμως δεν μπορούν να προστατευτούν από επίδοξους δολοφόνους τα μέλη του βρετανικού κοινοβουλίου, τότε πώς μπορεί οποιοσδήποτε πολίτης ή κάτοικος της χώρας να νιώθει ασφαλής; Η δολοφονία του Άμες βυθίζει το Ηνωμένο Βασίλειο στη θλίψη αλλά παράλληλα δεν μπορεί παρά να αναγκάσει την κυβέρνηση Τζόνσον να κινηθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται στον τομέα της εγκληματικότητας, καθώς τα περιθώρια έχουν από καιρό ξεπεραστεί.

Αντί επιλόγου

Οι εξελίξεις γύρω από τον βίαιο θάνατο του Άμες ακόμα τρέχουν, οπότε είναι ακόμα πολύ νωρίς για μακροσκελείς αναλύσεις. Το κύριο στοιχείο που περιμένουμε είναι η ταυτότητα του δράστη, καθώς και η φύση των κινήτρων του· ακόμα όμως και αν αποδειχτεί πως αυτά ήταν «πολιτικά» δεν υπάρχει καμία περίπτωση ποτέ οποιαδήποτε δολοφονία εκλεγμένου πολιτικού προσώπου, σε οποιαδήποτε δυτική κοινωνία, να δικαιολογηθεί σε αυτή τη βάση. Τον Μάρτιο ου 1981, σε μια επίσκεψη της στο Μπέλφαστ στη γεωγραφική και χρονική καρδιά των Troubles, η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε πει το εξής:

«Δεν υπάρχει πολιτική δολοφονία, πολιτική βομβιστική επίθεση, ή πολιτική βία. Υπάρχει μόνο ποινική δολοφονία, ποινική βομβιστική επίθεση, και ποινική βία. Δεν θα συμβιβαστούμε σε αυτό».

Τη Θάτσερ μπορούσε κανείς να την κατηγορήσει —και δικαίως— για αμέτρητες πολιτικές αποφάσεις ή ιδεολογικές θέσεις. Όμως, οι δολοφονίες του Άμες και της Κοξ υπενθυμίζουν πως στο συγκεκριμένο ζήτημα είχε απόλυτο δίκιο· αδιαπραγμάτευτα.