Κοσμος

Ούτε ένας Κινέζος με εισόδημα κάτω από 600 δολάρια

Πώς εξαλείφεται η ακραία φτώχεια στην Κίνα και τι υποστηρίζει το Κομμουνιστικό Κόμμα

Τριαντάφυλλος Δελησταμάτης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η εξάλειψη της φτώχειας στην Κίνα: Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης περιέγραψαν το γεγονός ως το «μεγαλύτερο θαύμα στην ανθρώπινη ιστορία»

Τον περασμένο Νοέμβριο, οι κάτοικοι των ορεινών χωριών στην επαρχία Γκανζού της Κίνας μεταφέρθηκαν σε νεόκτιστα διαμερίσματα με τρεχούμενο νερό και θέρμανση. Σύμφωνα με την κινεζική κυβέρνηση ήταν οι τελευταίοι φτωχοί: το σχέδιο εξάλειψης της φτώχειας του Χσι Τζινπίνγκ προέβλεπε τη μετακόμιση των κατοίκων που έχουν έσοδα λιγότερο από 600 δολάρια ετησίως από τις χωριάτικες καλύβες τους σε λαϊκές πολυκατοικίες. Το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει δαπανήσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια -20,6 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο το 2020- σε στέγαση αγροτικών πληθυσμών, ενώ έστειλε πάνω από 775.000 αξιωματούχους για να ερευνήσουν την κατάσταση των αγροτικών νοικοκυριών. Το 2012 ο αριθμός των ανθρώπων που ζούσαν κάτω από το όριο της ακραίας φτώχειας ήταν 98,99 εκατομμύρια· σήμερα είναι μηδέν. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης περιέγραψαν το γεγονός ως το «μεγαλύτερο θαύμα στην ανθρώπινη ιστορία» και κάλεσαν τις αναπτυσσόμενες χώρες να προσεγγίσουν την Κίνα και να τη μιμηθούν.

Πράγματι, η ζωή πολλών Κινέζων έχει βελτιωθεί με τις νέες υποδομές: δρόμους, αρδευτικά έργα, σχολεία και συστήματα υγειονομικής περίθαλψης ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες κοινότητες. Όμως, όπως και άλλες μορφές πολιτικής στην Κίνα, το πρόγραμμα είναι μια εκτεταμένη προσπάθεια από πάνω προς τα κάτω, ευάλωτη στη διαφθορά - προπάντων, το πρόβλημα, τουλάχιστον στα μάτια των Δυτικών, είναι ότι επικεντρώνεται περισσότερο στην επίτευξη ενός στόχου και μιας συγκεκριμένης προθεσμίας παρά στις συγκεκριμένες ανάγκες εκείνων που επιδιώκει να βοηθήσει. 

Ακόμα και σε περιοχές όπως η Λιανγκέκου, όπου σημειώθηκε μεγάλη επιτυχία, στην εκρίζωση της φτώχειας, και την οποία επισκέφτηκαν δημοσιογράφοι των Los Angeles Times -το ταξίδι διοργάνωσε η κινεζική κυβέρνηση- οι χωρικοί ήταν δυσαρεστημένοι από τις αναγκαστικές μετεγκαταστάσεις. Το κόστος διαμονής στις περιοχές των καινούργιων τους σπιτιών είναι υψηλότερο και δεν υπάρχει γυρισμός στη γη που άφησαν πίσω τους: τα περισσότερα χαμόσπιτα κατεδαφίζονται. Εξάλλου, η μετακίνηση στο εσωτερικό της χώρας δεν είναι απολύτως ελεύθερη: χρειάζεται η γνωστή ειδική άδεια χούκου με την οποία κάθε Κινέζο εγγράφεται σε μια συγκεκριμένη κοινότητα και μπορεί να κινείται σε μια συγκεκριμένη ακτίνα. 

Στα περισσότερα χωριά, θα χτιστούν ξενοδοχεία τα οποία θα μπορούν να απασχολούν μερικούς από τους χωρικούς ως επιστάτες, οικοδόμους ή ως μέλη του υπηρετικού προσωπικού: συμφωνεί και ο τοπικός κομματικός ηγέτης, ο κ. Κάι, ο οποίος προσθέτει ωστόσο ότι με τις μετεγκαταστάσεις «εκπληρώνονται πολλά όνειρα». Οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν αυτή τη δήλωση: οι Κινέζοι αξιωματούχοι είχαν δώσει εντολή στους χωρικούς να μην μιλήσουν με τους ξένους.

Παρατηρείται μετατόπιση από την αγροτική παραγωγή στις υπηρεσίες: το Κόμμα υπόσχεται στους χωρικούς ότι θα τους κάνει μετόχους σε ξενοδοχεία κι ότι θα τους παραχωρήσει τουλάχιστον το 8% των κερδών της τουριστικής ανάπτυξης. Πολλοί ενθουσιάστηκαν που από εργάτες γης θα γίνονταν μέτοχοι· άλλοι πάλι όχι: δεν έγιναν ακριβώς μέτοχοι, έγιναν χτίστες των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων με αμοιβή 15-22 δολάρια την ημέρα.

Η πολιτική των μετεγκαταστάσεων συνοδεύεται από μεταγραφή των νοικοκυριών στην καινούργια πόλη: η αυτόνομη περιοχή των Ουιγούρων, η Σινγιάνγκ, στη βορειοδυτική Κίνα δέχτηκε πλήθος χωρικών οι οποίοι στεγάστηκαν σε έναν πρόχειρο οικισμό δίπλα στον αυτοκινητόδρομο. Πρόκειται για μικρές πόλεις που φυτρώνουν από μία μέρα στην άλλη, παρέχουν κάποιες στοιχειώδεις υπηρεσίες, αλλά δεν έχουν καμιά ιστορία, καμιά παράδοση και καμιά αισθητική. Οι συνθήκες διαβίωσης φαίνονται καλύτερες από εκείνες των χωρικών, μιας και υπάρχουν νέα υδραυλικά, ηλεκτρικές σόμπες και πλακάκια στο πάτωμα, αλλά είναι σαν να ζεις στο πουθενά. Οι χωρικοί νιώθουν οικονομική πίεση από τους λογαριασμούς της ηλεκτρικής ενέργειας και συντήρησης ενώ δεν έχουν πλέον το οικονομικό όφελος από την κατανάλωση τροφής που καλλιεργούσαν στη δική τους γη. Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία το 73% των χωρικών που μετακομίζουν σε τέτοιους τεχνητούς οικισμούς εργάζονται σήμερα ως περιπλανώμενοι εργάτες: οι δουλειές έχουν μειωθεί λόγω της πανδημίας αλλά αναμένεται ανάκαμψη· το 13% είναι αυτοαπασχολούμενοι και το 14% καλύπτει κυβερνητικές θέσεις όπως στον τομέα της δημόσιας υγείας.

Υπάρχουν φήμες ότι όσοι δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στα βουνά, ξυλοκοπήθηκαν από ανθρώπους των τουριστικών επιχειρήσεων, που συνεργάζονταν με την τοπική αυτοδιοίκηση. Η αστυνομία διέταξε τους χωρικούς που είχαν ηχογραφήσει βίντεο με τους ξυλοδαρμούς να τα διαγράψουν. Ο Λιου Ζάι, στέλεχος του προγράμματος για την ανακούφιση της φτώχειας στην πόλη Λονγκάν, αρνείται ότι η μετεγκατάσταση ήταν αναγκαστική. «Όλοι συμφώνησαν και υπέγραψαν», είπε στους Los Angeles Times. Οι χωρικοί είναι συχνά ανέντιμοι και αχάριστοι,» πρόσθεσε συνεχίζοντας με μεγαλύτερη ένταση: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι εντελώς σάπιοι. Προσποιούνται ότι είναι άρρωστοι ή λένε ότι δεν έχουν δουλειά, γιατί ξέρουν ότι τα παιδιά που κλαίνε παίρνουν περισσότερο γάλα».

Στο μεταξύ, υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι που λόγω επιπλοκών με τις εγγραφές των νοικοκυριών τους στον νέο οικισμό βρίσκονται σήμερα μπροστά στους εργάτες της κατεδάφισης του χωριάτικου σπιτιού, χωρίς να τους έχει προσφερθεί εναλλακτικό μέρος διαμονής.

Τα παράπονα αφορούν όλες τις πλευρές του προγράμματος κατά της φτώχειας. Η αναγκαστική μετεγκατάσταση είναι ένα συνηθισμένο παράπονο, όπως και η άδικη διανομή των καινούργιων σπιτιών και των κυβερνητικών πόρων. Το πειθαρχικό όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος έχει ανακαλύψει δεκάδες χιλιάδες αξιωματούχους που δωροδοκήθηκαν ή που στέγασαν στα καλύτερα σπίτια τους φίλους τους και τα μέλη της οικογένειάς τους.    

Η ακραία φτώχεια εξαλείφεται σιγά-σιγά, αν και με τον κινεζικό τρόπο. Το πρόβλημα που επιλύεται δυσκολότερα είναι η ανισότητα: Από το 2018, το 17% του πληθυσμού της Κίνας (237,2 εκατομμύρια άνθρωποι) ζούσαν ακόμη κάτω από το κατώφλι που θέτει η Παγκόσμια Τράπεζα για τη φτώχεια σε χώρες μεσαίου εισοδήματος (και κόστους ζωής). Πολλοί από όσους βγήκαν από τη φτώχεια τα τελευταία χρόνια εξαρτώνται από την κυβερνητική βοήθεια και κινδυνεύουν να ξαναπέσουν κάτω από το όριο αφού η εκστρατεία κηρυχθεί επιτυχημένη και γίνουν οι σχετικοί πανηγυρισμοί.