Αθλητισμος

Ο Μάριος δεν έχει φίλους

Ποιος ηγέτης έχει γύρω του ανθρώπους που μιλάνε με τη γλώσσα της καρδιάς;

Στέφανος Δάνδολος
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο συγγραφέας Στέφανος Δάνδολος γράφει για τη μεγάλη επιτυχία του Μάριου Ηλιόπουλου, τη φιέστα της ΑΕΚ για το πρωτάθλημα και την παγίδα της αυτοπροβολής.

Το αφήγημα είναι γοητευτικό: ένας μεσόκοπος περιπετειώδης τύπος, παντελώς άγνωστος στο ευρύ κοινό, πετυχημένος και με το παραπάνω στον επιχειρηματικό του κλάδο, αναλαμβάνει τα ηνία της ΑΕΚ και, αφού περνάει διά πυρός και σιδήρου, μέσα σε δύο χρόνια όχι μόνο τη θεραπεύει από τις πληγές του πρόσφατου παρελθόντος, αλλά την οδηγεί τόσο στην αφρόκρεμα ενός ευρωπαϊκού κυπέλλου όσο και στην κορυφή της Ελλάδας. Επίτευγμα, όπως και να το δει κανείς (ειδικά για εμάς τους Ενωσίτες, που έχουμε να επιδείξουμε μια αξιοσημείωτη ροπή προς την προσωπολατρεία). Από τη φύση του, ο Μάριος Ηλιόπουλος μοιάζει να δένει απόλυτα με το dna του συλλόγου που διοικεί: παρότι λαμπρός μπίζνεσμαν, φέρει κάτι το αντικομφορμιστικό, μιαν αύρα αντισυμβατική που εξωραΐζει την τάξη του πλούτου. ΑΕΚ σημαίνει αντίσταση, σημαίνει όνειρα, σημαίνει ξεριζωμός, σημαίνει αδιάκοπη πάλη μέσα σε ένα κατεστημένο πανίσχυρων πόλων, και ο ιδιοκτήτης της σαν να ενσαρκώνει ιδιοσυγκρασιακά αυτό το μοτίβο, έχω την εντύπωση ότι αν τον έβαζες να παίξει καουμπόηδες και Ινδιάνους θα γυρνούσε την πλάτη στην οπλισμένη συμμορία του σερίφη και θα γινόταν Απάτσι με ένα τόξο στον ώμο. Μακριά μαλλιά, γιλέκο, σηκωμένα μανίκια, πάθος, ιδρώτας, ταχύτητα, φωνές, τραγούδια, δέστε ζώνες, μπουζούκια, αναβάσεις, φιλιά στον γλόμπο του Νίκολιτς, αμεσότητα με τους παίκτες, τσαγανό να κόβεις βόλτες στο γρασίδι της Τούμπας ενώπιον χιλιάδων ΠΑΟΚτζήδων, όλα αυτά συνθέτουν μια φιγούρα larger than life, που ήρθε να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της ελληνικής πραγματικότητας, αποκτώντας θαυμαστές και εχθρούς, διότι οι άμεσες επιτυχίες αυτό κάνουν, σε εξακοντίζουν σε ένα αστραφτερό σύμπαν όπου είτε θα λατρεύεσαι είτε θα τους κάθεσαι στον λαιμό.

Το πρόβλημα, όμως, με τέτοιες φιγούρες υπερβατικές, είναι η αδυναμία τους συχνά να συνταυτιστούν με τον καλπασμό της κανονικότητας, δηλαδή του συνόλου που τους περιβάλλει. Και είναι λογικό. Άνθρωποι πληθωρικοί, που έχουν συνηθίσει να τα κάνουν όλα σύμφωνα με το my way πρωτόκολλο του Φρανκ Σινάτρα, δυσκολεύονται μερικές φορές να διακρίνουν αυτή τη λεπτή, μα τόσο σημαντική, γραμμή που καθιστά το σύνορο ανάμεσα στην υγιή διαφορετικότητα και στο γκροτέσκο, το χοντροειδές. Η ίδια υπερβολή που τους κάνει να ξεχωρίζουν, μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους μετατρέψει σε μορφές αμφιβόλου αισθητικής, σε πρόσωπα που αποζητούν διακαώς την προσοχή, το χειροκρότημα, την επιδοκιμασία.

Αυτό συνέβη πριν από λίγες μέρες στη Νέα Φιλαδέλφεια. Η στέψη του τίτλου εκτράπηκε σε ένα προσωπικό πάρτι που όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο κακόγουστο. Αντί η βραδιά να επικεντρωθεί στους πρωταγωνιστές του γηπέδου, εξελίχτηκε σε ένα μανιφέστο ιδεών εκ μέρους του ιδιοκτήτη, που έθεσε σε δεύτερη μοίρα τους χιλιάδες ανθρώπους που περίμεναν, ανάμεσά τους και αμέτρητα παιδιά τα οποία το επόμενο πρωί θα σηκώνονταν νωρίς για το σχολείο, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί μια αχρείαστη ομιλία, που θύμιζε προεκλογικό γεγονός, να λάβουν χώρα διάφορες εντυπωσιακές μανούβρες με το αγωνιστικό Ford Fiesta εντός αγωνιστικού χώρου, να τονιστεί μεγαλοπρεπώς το πρώτο πλάνο του ιδιοκτήτη, λες και το χρειαζόταν πραγματικά. Σε κάποιος άρεσε, σε πολλούς δεν άρεσε. Εγώ μελαγχόλησα. Αναρωτήθηκα, Γιατί δεν μπορούν κάποιοι άνθρωποι να απολαύσουν τα κεκτημένα τους, χωρίς να τα βροντοφωνάξουν; Γιατί τέτοια ανάγκη αυτοπροβολής; Είπαμε: τον πάω τον Ηλιόπουλο, πλην της εξαιρετικής δουλειάς που έχει κάνει στις θάλασσες και εσχάτως στην ΑΕΚ, διαθέτει ένα πακέτο που (στα μάτια μου) τον διαχωρίζει από τα πάμπλουτα golden boys του νεοελληνικού ονείρου, φαντάζει ατόφιος, λαϊκός, γήινος, ντόμπρος, άσε που με κάποιον τρόπο εξωτερικεύει και έναν αέρα επαναστατικότητας (όσο παρεξηγημένη κι αν είναι πια η έννοια της επανάστασης), σαν να χλευάζει κάπως την μπουρζουαζία των ισχυρών. Ωστόσο, το γήινό του συγκρούεται με τον νούμερο ένα κίνδυνο που υποβόσκει σε τέτοιες προσωπικότητες, την αίσθηση μεγαλείου. Κι εκεί είναι που έχασε προχτές. Χωρίς να το έχει ανάγκη, συγκέντρωσε όλα τα φώτα πάνω του. Σφάλμα. Όχι επειδή δεν το έκαναν ποτέ άξιοι προκάτοχοί του, όπως ο Μπάρλος, ο Γιδόπουλος, ο Μελισσανίδης. Μα επειδή είναι πάντα καλύτερο να αφήνεις άλλους να μιλούν για σένα, από το να μιλάς ο ίδιος για τον εαυτό σου. Ήταν ένα ενδιαφέρον μανιφέστο, με πολλά ωραία μηνύματα, αλλά διήρκησε πολύ και μοιραία επισκίασε άλλα πράγματα, για τα οποία ο κόσμος αδημονούσε. Και ήταν επίσης άκαιρο. Τη λάθος στιγμή. Θα μπορούσε να γίνει σε μια ωραιότατη συνέντευξη Τύπου, ή σε ένα ειδικό αφιέρωμα για τα πεπραγμένα της εν λόγω διοίκησης, ή σε ένα βιβλίο. Πάντως όχι μπροστά σε σαράντα χιλιάδες πανευτυχείς οπαδούς, και τριάντα κατάκοπους ποδοσφαιριστές ,που τόσες μέρες περίμεναν να πανηγυρίσουν κάτι που ονειρεύονταν εδώ και έναν χρόνο, και κοιτούσαν το ρολόι τους πότε θα ολοκληρωθεί το σόου.

Γεγονός που με οδηγεί στην επόμενη διαπίστωση. Στο ότι άνθρωποι σαν τον Μάριο Ηλιόπουλο χρειάζονται δίπλα τους κάποιους που θα φρενάρουν αυτή τη ροπή προς την υπερβολή που διέπει τις χαρισματικές προσωπικότητες. Δεν φταίει ο ίδιος αν παρασύρεται, γιατί τούτη ακριβώς είναι η φύση του, τούτος είναι ο ψυχισμός του, όπως έχει καθυποτάξει τον ανταγωνισμό στο Αιγαίο πιστεύει ότι μπορεί να καθυποτάξει τα πάντα, τις «παράγκες», τους δρόμους, τη βαρύτητα, ακόμα και σαράντα χιλιάδες ψυχές που δεν πήγαν στο γήπεδο για να τον δουν να αγορεύει, μα για τον άθλο της φετινής ΑΕΚ. Οι Ηλιόπουλοι αυτού του κόσμου, επειδή έφτασαν στην κορφή με το σπαθί τους, δρουν συναισθηματικά, παρορμητικά, θα κάνουν αυτό που τους αρέσει, ασχέτως αν είναι πρέπον ή σκόπιμο ή λογικό. Κι εδώ είναι που θα πρέπει κάποιος να τους πει, Όχι, αυτό δεν είναι απαραίτητο, απόφυγέ το. Εδώ είναι που θα πρέπει κάποιος να τους πει, «Όχι, έτσι δίνεις τροφή σε αυτούς που σε περιμένουν στη γωνία», ή «Δεν χρειάζεται να πεις τόσα πολλά, κόψε», ή «Άστο για άλλη φορά, τώρα είναι η γιορτή της ομάδας, όχι η δική σου». Εδώ είναι που θα πρέπει κάποιος να προστατεύσει τον ισχυρό άντρα. Ποιος, όμως, θα το κάνει αυτό; Ο συμβουλάτορας που πληρώνεται; Ο υφιστάμενος; Ο υπάλληλος; Όχι. Ουδείς εκ των στενών συνεργατών δεν μπορεί να φρενάρει πραγματικά τον εργοδότη, επειδή ακριβώς δεν τολμάει. Τι, να πάει κόντρα στο θυμικό του προέδρου; Δεν τον παίρνει. Και δεν θέλει να μπει και σε περιπέτειες. Κι έτσι, ο larger than life χαρακτήρας αφήνεται ανεξέλεγκτος, η υπερβολή φτάνει στα άκρα, εκτρέπεται σε κάτι άκομψο, που γίνεται τροφή στα στόματα των απέναντι. Την στιγμή που βρέθηκε στο βήμα, κάτω από τους προβολείς, και φώναξε «Λαέ της ΑΕΚ», και την επόμενη στιγμή που σιώπησε και κοίταξε σαν άλλος Ανδρέας Π. τα πλήθη και ξαναφώναξε «Λαέ της ΑΕΚ», αισθάνθηκα μια λύπη, όχι για τον ίδιο (αυτός έκανε ό,τι αισθανόταν, ανόθευτα), αλλά γιατί δεν υπήρξε ένας φίλος δικός του λίγο πριν, να διαβάσει την ομιλία και να του πει, «Μάριε, τσου», ή «Μάριε, ευχαρίστησε την ομάδα και τον κόσμο, στείλε και ένα μήνυμα με πέντε λέξεις, μέχρι εκεί», ή «Μάριε, όχι, αυτό είναι ένα περιττό καπέλωμα, έτσι κι αλλιώς τους έχεις καπελώσει, δεν χρειάζεσαι κάτι παραπάνω».

Μόνο ένας ειλικρινής συνομιλητής θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Πράγμα που μας οδηγεί στην επόμενη διαπίστωση. Στο ότι ο Μάριος δεν έχει φίλους, δεν έχει γενναίους συνομιλητές. Ή δεν είχε εκείνη την ώρα. Και πάλι, δεν ευθύνεται ο ίδιος. Έτσι είναι η ζωή, όσο πιο ισχυρός γίνεται κάποιος, τόσο περισσότερο λιγοστεύουν γύρω του οι άνθρωποι που θα του πουν σταράτα αυτό που πιστεύουν, που θα του εκθέσουν την αλήθεια στεγνά, δίχως περιστροφές, που θα φτάσουν να τον εμποδίσουν από τη φανφάρα, το λάθος, την αποκοτιά. Ποιος ηγέτης έχει γύρω του ανθρώπους που μιλάνε με τη γλώσσα της καρδιάς; Έχει ο πρωθυπουργός; Έχει ο τάδε και ο δείνα υπουργός; Έχουν οι εφοπλιστές; Οι καναλάρχες; Αμφιβάλλω αν το είδος των αληθινών φίλων, που κόπτονται πραγματικά, ευδοκιμεί στον εκάστοτε κύκλο της εξουσίας. Τέτοιοι εσώτεροι κύκλοι απαρτίζονται ως επί το πλείστον από «yes men», από φιγούρες που θέλουν απλώς να είναι αρεστές και δεν εναντιώνονται σε προθέσεις, από άτομα που έχουν κάτι να κερδίσουν και αποφεύγουν να γίνουν δυσάρεστοι. Και κάπως έτσι, κανείς προχτές δεν έγινε δυσάρεστος στον Μάριο, και ο Μάριος μετέτρεψε την Allwyn Arena σε πάλκο δικό του, μίλησε για τράπεζες και funds, και υποσχέθηκε κι άλλες αναταράξεις, και έδειξε πόσο σπουδαίος ραλίστας είναι, και τραγούδησε, και επανέλαβε τη λέξη «Εγώ» κάμποσες φορές, και, και, και...

Μπράβο του, η φετινή σεζόν τού ανήκει. Τα κατάφερε μέσα σε είκοσι τέσσερις μήνες. Απέδειξε ότι, με τις σωστές κινήσεις, και με το οραματικό πάθος που τον χαρακτηρίζει, ο στόχος είναι ζήτημα σκόπευσης, ονείρου, οργάνωσης και δουλειάς. Το φχαριστηθήκαμε. Το πανηγυρίσαμε. Και τον ευχαριστούμε. Μα πρέπει να προσέξει. Αν θέλει αυτή η επιτυχία να αποτελέσει την αρχή ενός μακρόπνοου πλάνου, πρέπει να προφυλάξει τον εαυτό του από τα ξεσπάσματα της εφήμερης δόξας και να προσηλωθεί στην ουσία, με εγκράτεια, ταπεινότητα και ενσυναίσθηση. Ναι, είναι ιδιαίτερος, διαθέτει μια εξωστρέφεια που φλερτάρει με τα όρια, ζει έντονα τη ζωή του, κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει ήρωας μυθιστορήματος. Ένας μποέμ παλαιάς κοπής. Μα τώρα που χαλιναγώγησε το σύστημα, πρέπει να χαλιναγωγήσει και τον εαυτό του.

*Το τελευταίο μυθιστόρημα του Στέφανου Δάνδολου, «Τα Αηδόνια της Σιωπής» (2024), κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.