- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Όταν η αγάπη μάς φοβίζει: Ο Νίκος ξύπνησε λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντας το ταβάνι. Δεν είχε συμβεί τίποτα άσχημο. Κι όμως, η ημέρα είχε ήδη αρχίσει να του φαίνεται δύσκολη.
Άπλωσε το χέρι στο κομοδίνο και πήρε το κινητό του.
Ένα μήνυμα από έναν φίλο που περνούσε μια δύσκολη περίοδο. Ένα άλλο από έναν συνάδελφο που ζητούσε μια εξυπηρέτηση. Και, πιο κάτω, το όνομα της Ελένης.
Το μήνυμα που της είχε στείλει το προηγούμενο βράδυ παρέμενε αναπάντητο.
Ο Νίκος κοίταξε την οθόνη λίγο περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν.
«Μπορεί να έχει δουλειές», σκέφτηκε.
Ύστερα ήρθε μια δεύτερη σκέψη, πιο επίμονη.
«Μήπως είπα κάτι λάθος; Μήπως την κούρασα; Μήπως τελικά δεν ενδιαφέρεται όσο νόμιζα;»
Δεν ήξερε ότι, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, είχε μετακινηθεί από ένα απλό γεγονός —μια γυναίκα δεν είχε απαντήσει ακόμη— σε ένα παλιό, γνώριμο ερώτημα: Είμαι αρκετά σημαντικός για να με κρατήσει κάποιος στη ζωή του;
Από μικρός είχε μάθει να παρατηρεί τους άλλους. Να καταλαβαίνει πότε η μητέρα του ήταν ανήσυχη, πότε ο πατέρας του δεν είχε διάθεση για συζήτηση, πότε έπρεπε να σωπάσει και πότε να φανεί χρήσιμος. Δεν θυμόταν να αποφάσισε ποτέ ότι θα γινόταν ο άνθρωπος που καταλαβαίνει τους πάντες. Κάπως έτσι, όμως, είχε μάθει να διατηρεί την ηρεμία γύρω του.
Μεγαλώνοντας, έγινε ο φίλος που ακούει, ο συνάδελφος που βοηθά, ο άνθρωπος που δεν θέλει να απογοητεύει κανέναν.
Μόνο που, κάπου στη διαδρομή, είχε αρχίσει να μπερδεύει την αγάπη με την προσφορά.
Η Ελένη ξύπνησε σε ένα διαμέρισμα λίγα χιλιόμετρα μακριά.
Δεν είχε δει το μήνυμα του Νίκου. Ή, μάλλον, το είχε δει αργά το βράδυ και είχε αποφασίσει να απαντήσει το πρωί. Το πρωί, όμως, την περίμενε ήδη μια γεμάτη ημέρα.
Άνοιξε το παράθυρο, έφτιαξε καφέ και κοίταξε τον δρόμο.
Κι εκείνη ήθελε να αγαπηθεί. Δεν ήταν αδιάφορη ούτε ψυχρή. Είχε, όμως, μάθει να προστατεύει τον εαυτό της κρατώντας μια απόσταση από όσα μπορούσαν να την κάνουν ευάλωτη.
Όταν κάποιος την πλησίαζε πολύ, άρχιζε να προσέχει τις ατέλειές του. Όταν κάποιος απομακρυνόταν, αναρωτιόταν αν είχε κάνει κάτι που τον έδιωξε.
Η εγγύτητα την ανακούφιζε, αλλά ταυτόχρονα την ανησυχούσε. Η απόσταση την προστάτευε, αλλά την έκανε να αισθάνεται μόνη.
Δεν της ήταν εύκολο να παραδεχτεί αυτή την αντίφαση. Προτιμούσε να λέει ότι ήταν ανεξάρτητη, ότι δεν ήθελε εξαρτήσεις, ότι είχε μάθει να τα καταφέρνει μόνη της.
Και πράγματι, τα κατάφερνε.
Το ερώτημα ήταν πόσο συχνά έπρεπε να κρύβει τις ανάγκες της για να συνεχίσει να τα καταφέρνει.
Η διαδρομή προς τη δουλειά
Ο Νίκος βγήκε στον δρόμο βιαστικά. Στη στάση του λεωφορείου, ένας ηλικιωμένος δυσκολευόταν να ανεβάσει μια τσάντα. Ο Νίκος τον βοήθησε. Έπειτα απάντησε σε ένα μήνυμα. Μετά τηλεφώνησε στη μητέρα του, επειδή είχε περάσει μία ημέρα χωρίς να μιλήσουν.
Όλα αυτά ήταν πράξεις φροντίδας. Δεν υπήρχε τίποτα κακό σε αυτές.
Το πρόβλημα άρχιζε όταν η δική του ανάγκη έμενε πάντοτε για αργότερα.
Στο λεωφορείο, κοίταξε τα πρόσωπα γύρω του. Αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να τον καταλάβει χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσει πολλά. Κάποιος που θα τον ρωτούσε πώς είναι και θα περίμενε πραγματικά την απάντηση.
Ύστερα ντράπηκε για τη σκέψη του.
«Τι θέλω τώρα; Να ασχολούνται όλοι μαζί μου;»
Η ενοχή εμφανιζόταν συχνά όταν πλησίαζε μια προσωπική του επιθυμία. Σαν να έπρεπε να απολογηθεί ακόμη και στον εαυτό του επειδή ήθελε να λάβει κάτι.
Η Ελένη περπατούσε προς το μετρό. Ένας συνάδελφος την κάλεσε για να τη ρωτήσει αν θα μπορούσε να αναλάβει μια επιπλέον εργασία.
Εκείνη ήθελε να αρνηθεί. Είχε ήδη αρκετές υποχρεώσεις.
«Θα προσπαθήσω», απάντησε.
Έκλεισε το τηλέφωνο και εκνευρίστηκε με τον εαυτό της.
Γιατί δεν είχε πει απλώς όχι;
Δεν ήθελε να θεωρηθεί δύσκολη. Δεν ήθελε να δημιουργήσει δυσαρέσκεια. Κάπου μέσα της υπήρχε ακόμη η παλιά ανησυχία ότι, αν δυσαρεστήσει τους άλλους, μπορεί να χάσει τη θέση της κοντά τους.
Η διαφορά από τον Νίκο ήταν ότι εκείνος συνήθως παρέμενε διαθέσιμος μέχρι να εξαντληθεί, ενώ η Ελένη, όταν αισθανόταν ότι οι απαιτήσεις πολλαπλασιάζονται, μπορούσε ξαφνικά να αποσυρθεί.
Εκείνος φοβόταν πως, αν δεν δώσει αρκετά, δεν θα αγαπηθεί.
Εκείνη φοβόταν πως, αν δώσει πάρα πολλά, θα πάψει να ανήκει στον εαυτό της.
Και οι δύο προσπαθούσαν να αποφύγουν τον ίδιο πόνο με διαφορετικό τρόπο.
Το μεσημέρι και οι σκέψεις που δεν λέγονται
Στη δουλειά, ο Νίκος είχε αναλάβει περισσότερα από όσα του αναλογούσαν. Όταν ένας συνάδελφος τού ζήτησε ακόμη μία εξυπηρέτηση, είπε ναι χωρίς να το σκεφτεί.
Λίγο αργότερα ένιωσε θυμό.
Δεν ήταν μόνο η επιπλέον εργασία. Ήταν η αίσθηση ότι όλοι είχαν συνηθίσει να θεωρούν τη διαθεσιμότητά του δεδομένη.
Σκέφτηκε να μιλήσει, αλλά φοβήθηκε μήπως ακουστεί αγενής. Έτσι, συνέχισε να εργάζεται σιωπηλά.
Ο θυμός του έμεινε μέσα του και μετατράπηκε σε πικρία.
Δεν μπορούσε ακόμη να δει ότι, όσο δυσκολευόταν να βάζει όρια, τόσο περισσότερο περίμενε από τους άλλους να καταλάβουν μόνοι τους πού τελείωναν οι δυνάμεις του.
Η Ελένη, την ίδια ώρα, είχε μια διαφωνία με μια συνάδελφο. Η παρατήρηση που δέχτηκε δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρή, αλλά την έκανε να αισθανθεί ότι αμφισβητείται.
Απάντησε απότομα.
Για λίγα λεπτά αισθάνθηκε δυνατή. Είχε υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Αργότερα, όμως, άρχισε να αναρωτιέται αν η συνάδελφος θα την παρεξηγούσε. Σκέφτηκε τι θα έλεγε στους άλλους, αν θα την παρουσίαζε ως δύσκολη ή υπεροπτική.
Η αυτοπεποίθησή της υποχώρησε και στη θέση της εμφανίστηκε η αμφιβολία.
Ένα μικρό γεγονός είχε πάρει μέσα της μεγαλύτερες διαστάσεις. Δεν αφορούσε πλέον μόνο τη διαφωνία της ημέρας, αλλά και τον φόβο ότι οι άλλοι μπορεί να σχηματίσουν μια αρνητική εικόνα γι' αυτήν.
Ο Νίκος φοβόταν να εκφράσει τον θυμό του.
Η Ελένη φοβόταν τις συνέπειες του θυμού της.
Κανείς τους δεν είχε μάθει ακόμη να αισθάνεται ότι μια διαφωνία μπορεί να υπάρξει χωρίς να απειλείται ολόκληρη η σχέση.
Ένα μήνυμα που περιμένει
Το απόγευμα, ο Νίκος άνοιξε ξανά το κινητό του.
Η Ελένη δεν είχε απαντήσει.
Για μια στιγμή ένιωσε ότι όλα όσα είχαν προηγηθεί ανάμεσά τους αμφισβητούνταν. Θυμήθηκε τις όμορφες συζητήσεις τους, το ενδιαφέρον που του είχε δείξει, τις στιγμές που είχε νιώσει ότι κάποιος τον έβλεπε πραγματικά.
Ύστερα θυμήθηκε και τις φορές που εκείνη είχε απομακρυνθεί.
«Ίσως δεν σήμαινα ποτέ τόσα πολλά για εκείνη», σκέφτηκε.
Η σκέψη τον πλήγωσε. Για να προστατευτεί, άρχισε να υποτιμά τη σχέση τους.
«Δεν ήταν και κάτι τόσο σημαντικό. Εγώ έδωσα περισσότερα απ' όσα έπρεπε».
Αλλά η ανακούφιση δεν κράτησε.
Η Ελένη, όταν τελείωσε τη δουλειά, είδε το μήνυμά του. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Ήθελε να του απαντήσει. Ύστερα σκέφτηκε ότι ίσως εκείνος περίμενε περισσότερα από όσα μπορούσε να δώσει.
Αναρωτήθηκε αν μια συνάντηση θα δημιουργούσε προσδοκίες, αν θα έπρεπε να εξηγεί διαρκώς τις διαθέσεις της, αν θα έχανε τον χρόνο και τον χώρο που είχε κατακτήσει με δυσκολία.
Έκλεισε το κινητό.
Δεν το έκανε επειδή δεν ένιωθε τίποτα. Ούτε μπορούσε να είναι βέβαιη ότι αυτό που ένιωθε αρκούσε για να προχωρήσει η σχέση.
Απλώς, εκείνη τη στιγμή, η απόσταση τής φάνηκε ασφαλέστερη από την αβεβαιότητα.
Αυτό που δεν μπορούσε να δει ήταν ότι η προστασία που αναζητούσε είχε και ένα τίμημα: άφηνε τον άλλον να μαντεύει και τον εαυτό της να μένει με όσα δεν είχε τολμήσει να εκφράσει.
Η βόλτα στην πόλη
Όταν τελείωσε τη δουλειά, ο Νίκος αποφάσισε να περπατήσει.
Δεν ήθελε να επιστρέψει αμέσως στο σπίτι. Είχε ανάγκη να αφήσει τη μέρα να καταλαγιάσει μέσα του.
Πέρασε από πολυσύχναστους δρόμους, από μικρά καφέ και φωτισμένες βιτρίνες. Άκουγε αποσπασματικά τις συζητήσεις των περαστικών. Ένα ζευγάρι γελούσε σε ένα παγκάκι. Μια γυναίκα μιλούσε στο τηλέφωνο. Ένας άνδρας περίμενε μόνος στη στάση.
Η πόλη ήταν γεμάτη ανθρώπους που κάπου πήγαιναν, κάποιον περίμεναν, από κάτι έφευγαν.
Ο Νίκος σκέφτηκε ότι κι εκείνος περίμενε συχνά κάτι: ένα μήνυμα, μια επιβεβαίωση, μια κίνηση που θα του έλεγε ότι δεν ήταν ο μόνος που προσπαθούσε.
Στάθηκε μπροστά σε μια βιτρίνα χωρίς να βλέπει πραγματικά όσα υπήρχαν μέσα.
Πόσο συχνά είχε κάνει κάτι που δεν ήθελε, μόνο και μόνο για να μη δυσαρεστήσει κάποιον; Πόσες φορές είχε κρύψει την κούρασή του, επειδή φοβόταν ότι, αν έδειχνε τις αδυναμίες του, θα έπαυε να είναι σημαντικός;
Και πόσες φορές είχε περιμένει από τους άλλους να του προσφέρουν αυθόρμητα εκείνο που ο ίδιος δεν τολμούσε να ζητήσει;
Δεν βρήκε απαντήσεις σε όλα. Για πρώτη φορά, όμως, δεν προσπάθησε να διώξει αμέσως τις ερωτήσεις.
Η Ελένη περπατούσε κι εκείνη στην πόλη. Είχε αποφασίσει να μη γυρίσει κατευθείαν σπίτι. Χρειαζόταν λίγο χρόνο μόνη της.
Περνώντας έξω από ένα καφέ, είδε δύο ανθρώπους να συζητούν έντονα. Ο ένας φαινόταν θυμωμένος, ο άλλος στενοχωρημένος. Κανείς δεν έφευγε.
Σκέφτηκε πόσο δύσκολο της ήταν να παραμείνει σε μια συζήτηση όταν ένιωθε ότι μπορεί να πληγωθεί. Συνήθως προτιμούσε να απομακρύνεται, να επεξεργάζεται μόνη της όσα συνέβαιναν και να επιστρέφει όταν είχε ανακτήσει τον έλεγχο.
Αυτό την είχε προστατεύσει σε ορισμένες περιπτώσεις. Την είχε βοηθήσει να απομακρυνθεί από σχέσεις που δεν της έκαναν καλό.
Άλλες φορές, όμως, την είχε απομακρύνει και από ανθρώπους που ίσως μπορούσαν να τη συναντήσουν ουσιαστικά, αν τους άφηνε λίγο περισσότερο χώρο.
Δεν ήταν κάθε απόσταση φυγή. Δεν ήταν κάθε εγγύτητα αγάπη. Χρειαζόταν να μάθει να ξεχωρίζει πότε απομακρυνόταν επειδή κάτι ήταν πράγματι επιβλαβές και πότε επειδή η ίδια η οικειότητα την έκανε να αισθάνεται εκτεθειμένη.
Η διάκριση δεν ήταν εύκολη.
Αλλά ίσως η ελευθερία να μην ήταν να μην έχει ανάγκη κανέναν. Ίσως να ήταν να μπορεί να επιλέγει χωρίς να αποφασίζει πάντοτε ο φόβος για λογαριασμό της.
Η νύχτα και η επιστροφή στον εαυτό
Ο Νίκος επέστρεψε σπίτι κουρασμένος. Άφησε τα κλειδιά στο τραπέζι, έβγαλε το μπουφάν του και κάθισε στον καναπέ.
Το κινητό παρέμενε σιωπηλό.
Ένιωσε λύπη. Ύστερα θυμό. Έπειτα μια παρόρμηση να στείλει δεύτερο μήνυμα, να εξηγήσει, να προσπαθήσει να αποκαταστήσει κάτι που δεν γνώριζε καν αν είχε χαλάσει.
Δεν το έκανε.
Όχι επειδή έπαψε να ενδιαφέρεται, αλλά επειδή άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματα ή τις αποφάσεις της Ελένης.
Μπορούσε να εκφράσει το ενδιαφέρον του. Μπορούσε να ζητήσει μια συνάντηση. Μπορούσε να ακούσει την απάντησή της.
Δεν μπορούσε, όμως, να δημιουργήσει αμοιβαιότητα μόνο με τη δική του προσπάθεια.
Αυτή η σκέψη τον πόνεσε. Του θύμισε ότι η αγάπη περιέχει πάντα έναν βαθμό αβεβαιότητας. Ότι ο άλλος είναι ξεχωριστός άνθρωπος, με τη δική του ελευθερία, και όχι κάποιος που μπορεί να εξασφαλιστεί με αρκετή προσφορά.
Για πρώτη φορά, προσπάθησε να μην αντιμετωπίσει τη λύπη του ως απόδειξη ότι είχε αποτύχει.
Ήταν λυπημένος επειδή επιθυμούσε κάτι που δεν μπορούσε να εξασφαλίσει.
Και μπορούσε να το αντέξει, έστω και δύσκολα.
Η Ελένη, στο δικό της σπίτι, έφτιαξε ένα τσάι και κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Η σκέψη του Νίκου επέστρεψε.
Αναρωτήθηκε αν τον είχε αδικήσει. Αν η σιωπή της θα τον πλήγωνε. Αν έπρεπε να του εξηγήσει ότι χρειαζόταν χρόνο.
Ύστερα σταμάτησε.
Δεν ήθελε να απαντήσει μόνο από ενοχή. Δεν ήθελε ούτε να εξαφανιστεί επειδή φοβόταν μια συζήτηση.
Ήθελε να καταλάβει τι πραγματικά αισθανόταν και τι μπορούσε να προσφέρει.
Η ειλικρίνεια δεν σήμαινε ότι έπρεπε να υποσχεθεί περισσότερα από όσα ήθελε. Σήμαινε ότι μπορούσε να μιλήσει καθαρά, χωρίς να κρύβεται πίσω από τη σιωπή ή να χρησιμοποιεί την απόσταση ως μοναδική προστασία.
Δεν είχε βρει ακόμη την απάντηση.
Είχε, όμως, αρχίσει να αναγνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στο «δεν θέλω αυτή τη σχέση» και στο «φοβάμαι αυτό που μπορεί να μου προκαλέσει αυτή η σχέση».
Και αυτή η διαφορά άξιζε να διερευνηθεί.
Αυτό που δεν μπορούσαν ακόμη να πουν
Ο Νίκος και η Ελένη δεν ήταν άνθρωποι χωρίς αγάπη. Δεν ήταν ούτε απλώς θύματα του παρελθόντος τους.
Ήταν δύο ενήλικες που είχαν αναπτύξει τρόπους προστασίας μέσα στις σχέσεις τους. Κάποτε αυτοί οι τρόποι τούς είχαν βοηθήσει να αντέξουν την ανασφάλεια. Τώρα, σε ορισμένες στιγμές, τους εμπόδιζαν να ζήσουν την εγγύτητα που επιθυμούσαν.
Ο Νίκος έπρεπε να μάθει ότι η αξία του δεν μετριέται από το πόσα αντέχει και πόσα προσφέρει.
Η Ελένη έπρεπε να μάθει ότι η αυτονομία της δεν ακυρώνεται όταν αφήνει έναν άνθρωπο να την πλησιάσει.
Ο Νίκος χρειαζόταν να αναγνωρίζει τις ανάγκες του πριν γίνουν πικρία.
Η Ελένη χρειαζόταν να αναγνωρίζει τον φόβο της πριν γίνει σιωπή.
Και οι δύο χρειάζονταν να ανακαλύψουν ότι η αμφιθυμία δεν είναι απαραίτητα ένδειξη πως κάτι πάει λάθος. Μπορεί κανείς να επιθυμεί έναν άνθρωπο και συγχρόνως να φοβάται. Να αγαπά και να θυμώνει. Να χρειάζεται εγγύτητα και να θέλει προσωπικό χώρο.
Η ωριμότητα δεν βρίσκεται στην εξαφάνιση αυτών των αντιφάσεων, αλλά στην ικανότητα να τις αντέχουμε χωρίς να καταστρέφουμε τον εαυτό μας ή τη σχέση.
Ίσως κάποια ημέρα ο Νίκος να μπορέσει να πει «σήμερα δεν έχω τη δύναμη να σε ακούσω» χωρίς να φοβάται ότι παύει να είναι καλός φίλος.
Ίσως η Ελένη να μπορέσει να πει «σε θέλω κοντά μου, αλλά χρειάζομαι και τον χώρο μου» χωρίς να θεωρεί ότι πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην αγάπη και στην ελευθερία.
Ίσως τότε να μπορέσουν να συναντηθούν διαφορετικά. Όχι επειδή ο ένας θα σώσει τον άλλον, ούτε επειδή η αγάπη θα εξαφανίσει τις δυσκολίες τους, αλλά επειδή θα έχουν αρχίσει να αναλαμβάνουν ο καθένας την ευθύνη για τον δικό του φόβο.
Και αν τελικά δεν συναντηθούν, αυτή η αλλαγή θα εξακολουθεί να έχει αξία.
Γιατί ο σκοπός δεν είναι να καταφέρουμε να μας αγαπήσει ένας συγκεκριμένος άνθρωπος με κάθε κόστος. Είναι να μπορούμε να αγαπάμε χωρίς να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας και να αποχωρούμε από όσα δεν μας χωρούν χωρίς να πιστεύουμε ότι μαζί τους χάνεται και η αξία μας.
Η τελευταία σκέψη πριν από τον ύπνο
Η νύχτα προχώρησε.
Ο Νίκος έκλεισε το φως. Η Ελένη άφησε το βιβλίο στο κομοδίνο της.
Κανείς τους δεν είχε λύσει όλα τα προβλήματά του. Οι φόβοι τους δεν είχαν εξαφανιστεί. Οι παλιές συνήθειες θα επέστρεφαν σε άλλες δύσκολες στιγμές.
Αλλά κάτι είχε μετακινηθεί ελάχιστα.
Ο Νίκος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι δεν χρειάζεται να προσφέρει διαρκώς για να δικαιούται μια θέση στη ζωή κάποιου.
Η Ελένη είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν η απόσταση που την προστάτευε από την απογοήτευση την προστάτευε, κάποιες φορές, και από την ίδια τη ζωή.
Και οι δύο είχαν μπροστά τους μια δύσκολη διαδρομή: να μάθουν να αναγνωρίζουν τον φόβο χωρίς να τον υπακούν αυτομάτως.
Γιατί ο άνθρωπος δεν ελευθερώνεται όταν παύει να έχει ανάγκες. Ελευθερώνεται όταν μπορεί να τις αναγνωρίζει, να τις εκφράζει και να τις φροντίζει χωρίς να υποτάσσεται σε αυτές.
Ίσως, τελικά, η πιο δύσκολη μορφή αγάπης να μην είναι να βρεις κάποιον που δεν θα σε πληγώσει ποτέ, αλλά να μάθεις να παραμένεις ο εαυτός σου όταν αγαπάς, όταν φοβάσαι, όταν απογοητεύεσαι και όταν χρειάζεται να αφήσεις κάτι να φύγει.
Γιατί η ζωή δεν μας ζητά να γίνουμε άτρωτοι.
Μας ζητά να γίνουμε αρκετά ασφαλείς μέσα μας, ώστε να μπορούμε να είμαστε αληθινοί με τους άλλους.