- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Περπατώντας στην πληγή
Μια ιστορία για την προσπάθεια του ανθρώπου να αντέξει το «γκρίζο» σε έναν κόσμο που έμαθε να βλέπει μόνο ασπρόμαυρο
Πώς το ασυνείδητο χάος της παιδικής ηλικίας μεταμορφώνεται σε μια ισόβια τρικυμία σχέσεων, για να καταλήξει στα σαράντα σε μια βουβή ομίχλη άγχους
«Αν η ψυχή της Μαρίας μπορούσε να αποτυπωθεί σε μια εικόνα, θα ήταν μια γυναίκα που περπατά ξυπόλητη πάνω σε θρυμματισμένα κρύσταλλα, ματώνοντας σε κάθε σπιθαμή, με τα χέρια απλωμένα μπροστά, έτοιμα να γραπώσουν μια αγκαλιά...»
Το Ξυπόλητο Βήμα πάνω στα Γυαλιά
Καθόμουν στην άκρη του καφέ και την παρακολουθούσα για χρόνια, ένας βουβός βιογράφος μιας ισόβιας, εσωτερικής θαλασσοταραχής. Αν η ψυχή της Μαρίας μπορούσε να αποτυπωθεί σε μια μοναδική, ανάγλυφη εικόνα, θα ήταν αυτή: μια γυναίκα που περπατά ξυπόλητη πάνω σε θρυμματισμένα κρύσταλλα, ματώνοντας σε κάθε σπιθαμή, με τα χέρια απλωμένα μπροστά, έτοιμα να γραπώσουν μια αγκαλιά που πάντα έμοιαζε να γλιστράει μέσα από τα δάχτυλά της.
Το Ραγισμένο Θεμέλιο της Παιδικής Ηλικίας
Αν την κοιτούσες στα παιδικά της χρόνια, έβλεπες ένα κορίτσι-σκιά, καταδικασμένο να κατοικεί στα διάκενα των συναισθημάτων των άλλων. Η μητέρα της, μια φιγούρα κυκλοθυμική και απρόβλεπτη, τη μια στιγμή την τύλιγε σε μια ασφυκτική, σχεδόν ιδιοκτησιακή αγάπη, και την επόμενη αποτραβιόταν, κλειδώνοντας την πόρτα του δωματίου της και βυθιζόμενη σε μια βαρύθυμη κατάθλιψη. Η Μαρία στεκόταν στον παγωμένο διάδρομο, κολλώντας το αυτί της στο ξύλο. Δεν έκλαιγε· το βλέμμα της είχε παγώσει σε εκείνο το αρχέγονο, υπαρξιακό άγχος του βρέφους που νιώθει ότι, αν ο καθρέφτης των ματιών της μητέρας του σβήσει, σβήνει μαζί του και η ίδια του η ύπαρξη. Σε αυτό το άνυδρο, «μη έγκυρο» τοπίο, έμαθε να τεμαχίζει τον κόσμο στα δύο. Οι άνθρωποι γύρω της δεν είχαν αποχρώσεις· ήταν είτε ολόφωτοι άγγελοι είτε σκοτεινά τέρατα. Το ενδιάμεσο ήταν ένας γκρεμός που δεν άντεχε να κοιτάξει.
Η Ηφαιστειακή Έκρηξη της Εφηβείας
Με την έλευση της εφηβείας, η βουβή απελπισία μεταμορφώθηκε σε μια τυφλή, ηφαιστειακή έκρηξη. Στα σχολικά θρανία, οι φιλίες της ήταν μια σειρά από ιεροτελεστίες λατρείας και αιματηρούς αποχωρισμούς. Τη μια εβδομάδα έχυνε την ψυχή της σε γράμματα αιώνιας αφοσίωσης προς την εκάστοτε «κολλητή» της, και την επόμενη την προσπερνούσε στους διαδρόμους σαν να ήταν αέρας, με τα μάτια της να ξερνούν οργή για μια ασήμαντη, ανεπαίσθητη αφορμή — ένα βλέμμα που άργησε, μια λέξη που παρερμηνεύτηκε ως προδοσία. Τις νύχτες, το δωμάτιό της γινόταν το καταφύγιο ενός βουβού μαρτυρίου. Κάτω από τα σεντόνια, χάραζε το δέρμα της με τη μανία κάποιου που ψάχνει μια απόδειξη. Όταν τη ρώτησα κάποτε, σε μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας, γιατί πληγώνει το σώμα της, με κοίταξε με μάτια βαθιά και άδεια: «Μόνο όταν νιώθω τον σωματικό πόνο είμαι σίγουρη ότι δεν έχω διαλυθεί στο σκοτάδι».
Το Χάος των Ενήλικων Δεσμών
Στα είκοσι και τα τριάντα, η ζωή της μετατράπηκε σε μια ιλιγγιώδη, περιστρεφόμενη σκηνή θεάτρου. Άλλαζε σχολές, επαγγέλματα και πόλεις με τη μανία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να εφεύρει μια νέα ταυτότητα κάθε πρωί, επειδή ο εσωτερικός του πυρήνας παρέμενε ρευστός, σαν άμμος που φεύγει κάτω από τα πόδια. Στον έρωτα, η ανάγκη της να προλάβει την απόρριψη γινόταν μια θηλιά που έπνιγε τους πάντες. Τον πρώτο καιρό, ο εκάστοτε σύντροφος ήταν ο Σωτήρας, ένας επίγειος θεός που θα γέμιζε το εσωτερικό της κενό. Λίγους μήνες μετά, τη θυμάμαι να ουρλιάζει στο σαλόνι, να σπάει αντικείμενα επειδή εκείνος καθυστέρησε δέκα λεπτά να απαντήσει σε ένα μήνυμα, και ένα δευτερόλεπτο μετά να καταρρέει στο πάτωμα, γραπώνοντας τα ρούχα του με λυγμούς: «Σε παρακαλώ, μη με αφήνεις... Αν φύγεις, θα σβήσω». Μια διαρκής μάχη ανάμεσα στον τρόμο της εγκατάλειψης και τον φόβο της ασφυξίας.
Η Ομίχλη του Άγχους στα Σαράντα
Όταν πάτησε τα σαράντα, το ηφαίστειο άρχισε να εξαντλείται, αλλά η φωτιά δεν έσβησε· γύρισε προς τα μέσα. Η κόκκινη λάβα μεταμορφώθηκε σε μια γκρίζα, πνιγηρή ομίχλη — αυτό που οι γιατροί ονομάζουν Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή. Το άγχος της απλώθηκε σαν ιστός αράχνης πάνω από κάθε καθημερινή της κίνηση. Την έβλεπα να ελέγχει μανιακά τις κλειδαριές, να καλεί τους ηλικιωμένους γονείς της κάθε ώρα με την καρδιά στο στόμα μήπως έπαθαν κάτι, να τρέμει την οικονομική καταστροφή παρόλο που η ζωή της ήταν τακτοποιημένη. Το μυαλό της, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να προστατευτεί, είχε γεννήσει χίλιους υποθετικούς κινδύνους για να μην έρθει ποτέ αντιμέτωπο με τον έναν, πραγματικό, αρχέγονο τρόμο: το απέραντο, μαύρο κενό της μοναξιάς και τον φόβο ότι ο εαυτός της θα κομματιαστεί.
Η Αντοχή του Γκρίζου
Την προηγούμενη εβδομάδα, την αντίκρισα ξανά στο ίδιο καφέ, δίπλα στο παράθυρο. Στο τραπέζι της δεν υπήρχαν πια σπασμένα ποτήρια, αλλά ένα δερματόδετο σημειωματάριο με σημειώσεις. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, το βλέμμα της δεν είχε την άγρια, κυνηγημένη λάμψη του θηράματος. Μέσα στο σταθερό, ασφαλές πλαίσιο μιας σχέσης, εκεί όπου ένας άλλος άνθρωπος άντεχε την οργή και το σκοτάδι της χωρίς να φεύγει, αλλά και χωρίς να καταστρέφεται, η Μαρία μάθαινε, αργά και επώδυνα, να ριζώνει.
Καθόταν εκεί, παρούσα, λουσμένη στο φθινοπωρινό φως, αντέχοντας τη σιωπή της.
Μαθαίνοντας επιτέλους να κατοικεί στο «γκρίζο» ενός κόσμου που για εκείνη ήταν πάντα μοιρασμένος στα δύο. Τα γυαλιά στο έδαφος ήταν ακόμα εκεί, αιχμηρά και επικίνδυνα, αλλά το βήμα της είχε πια μάθει να βρίσκει τον δικό του, σταθερό ρυθμό πάνω στην πληγή.