Οι Ιστοριες σας

Σιωπηλό τέλος, ανεκπλήρωτο ξεκίνημα

Το άλμπουμ των αναμνήσεών τους έκλεινε και οι δρόμοι τους είχαν ήδη χωρίσει, χωρίς επιστροφή...

Μάκης Μάκκας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια νυχτερινή συνάντηση δύο ανθρώπων και το σιωπηλό τέλος μιας σχέσης

Η νύχτα είχε τυλίξει την πόλη με τη σιωπή της, και τα φώτα των δρόμων, λιγοστά και αχνά, προσπαθούσαν να κρατήσουν το σκοτάδι μακριά όσο μπορούσαν. Η πόλη, όμως, δεν κοιμόταν ποτέ. Στους δρόμους περνούσαν αυτοκίνητα, μηχανές, και ήχοι από ανθρώπους που μιλούσαν, έτρεχαν, ή κοιτούσαν τις οθόνες των κινητών τους. Στην άκρη του μπαρ, ο Νίκος κρατούσε το ποτήρι του γεμάτο ποτό, το οποίο είχε πάρει την ίδια απόχρωση με τη θλίψη του. Σχεδόν σαν να ήξερε ότι αυτό το ποτήρι ήταν το τελευταίο του, γεμάτο με ό,τι είχε μείνει από τη σχέση τους.

Αν και γύρω του υπήρχε ζωή, εκείνος αισθανόταν μια περίεργη ηρεμία να τον κατακλύζει, όπως όταν ήταν παιδί και η μητέρα του τον νανούριζε με μια προσευχή, με το χέρι της να τον κρατά. Ήταν μια αίσθηση ασφάλειας που δεν είχε ξαναβιώσει τόσα χρόνια, σαν να μπορούσε να επιστρέψει στην αθωότητα που είχε χάσει. Τώρα, έπαιζαν στο μυαλό του εικόνες που του θύμιζαν όσα δεν είχαν ειπωθεί ποτέ, και η απουσία της Μαρίας ήταν πιο δυνατή από την παρουσία της. Ήξερε ότι αυτό το ποτήρι ήταν το τελευταίο, αλλά δεν ήξερε αν μπορούσε να αποδεχτεί την απώλεια.

Η Μαρία καθόταν απέναντί του, χωρίς να τον κοιτάζει άμεσα. Τα μαλλιά της ήταν ελαφρώς υγρά, και το βλέμμα της φαινόταν αποστασιοποιημένο. Ήταν αυτό το βλέμμα που είχε χρόνια να δείξει σε κάποιον, και σίγουρα δεν τον έβλεπε εκείνη τη στιγμή. Τα χείλη της είχαν σφιχτεί, σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά δεν μπορούσε πια να το πει. Είχε μάθει να κρατά τα συναισθήματά της κλειδωμένα πίσω από ένα χαμόγελο ή μια σιωπή. Αλλά και εκείνη, όπως και ο Νίκος, είχε φτάσει σε ένα σημείο που το να «κρατά» είχε πάψει να είναι λύση.

Η ένταση του αέρα και της σιωπής ανάμεσά τους ήταν σχεδόν χειροπιαστή. Ο Νίκος μπορούσε να νιώσει την αντίφαση που έβγαινε από το σώμα της. Εκείνη ήθελε κάτι από αυτόν, αλλά δεν μπορούσε να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό της. Σαν να την έσπρωχναν αόρατα, μια αόριστη ανάγκη για κάτι πιο ουσιαστικό, για κάτι πιο πραγματικό, χωρίς να είναι έτοιμη να το παραδεχτεί. Δεν ήταν σωματική ανάγκη, ήταν κάτι πιο βαθύ. Ήταν η ανάγκη για ασφάλεια, για συναισθηματική στήριξη, για να μην αισθάνεται μόνη στον κόσμο.

Ο Νίκος την κοίταξε τρομαγμένος, καταλαβαίνοντας πως δεν την ήθελε πια σωματικά, το ήξερε αυτό. Αλλά αυτή η ανάγκη της για ασφάλεια τον άφηνε άφωνο. Ήξερε πως δεν μπορούσε να της προσφέρει αυτό που ζητούσε χωρίς να παραβιάσει τις δικές του συναισθηματικές άμυνες. Το γεγονός ότι εκείνη τον αναζητούσε, τον έκανε να νιώθει ανίσχυρος και ταυτόχρονα να την καταλαβαίνει πιο βαθιά από ποτέ. Ήταν σαν να την είχε πάντα καταλάβει, παρά την απόσταση που τους χώριζε.

Η Μαρία ήξερε τι έκανε. Προσπαθούσε να τον απομακρύνει, να τον ωθήσει μακριά, αλλά η ένταση στα πρόσωπα τους, το εκρηκτικό τους «κοντά-μακριά», την έκανε να παγιδεύεται ξανά και ξανά. Κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα της ήταν μια προσπάθεια να τον κρατήσει, ενώ κάθε ενέργειά της, κάθε βλέμμα, κάθε αδιόρατη κίνηση, ήταν μια αντίφαση, μια έλξη που δεν μπορούσε να αρνηθεί.

Ο Νίκος δεν μπορούσε να καταλάβει αν την ήθελε για τα σωστά ή τα λάθος πράγματα. Στο μυαλό του υπήρχε σύγχυση, αλλά στο σώμα του υπήρχε μια ξεκάθαρη αντίδραση. Η Μαρία δεν τον ζητούσε για όσα της είχε προσφέρει στο παρελθόν, αλλά για κάτι άλλο. Ένα είδος συναισθηματικής στήριξης, μια ανάγκη για ασφάλεια που ξεπερνούσε την σωματική επαφή. Κάτι που εκείνος δεν μπορούσε να της δώσει, αλλά ήξερε πως αν δεν το έδινε, θα την έχανε για πάντα.

Αυτή η συναισθηματική στήριξη που ήθελε να της προσφέρει τον έπνιγε. Η ανάγκη να τη σώσει από τον ίδιο της τον εαυτό ήταν αβάσταχτη, και το ίδιο ένιωθε και για τον εαυτό του. Παρά τη συναισθηματική του απόσταση, κάτι μέσα του τον έσπρωχνε να παραδεχτεί πως δεν μπορούσε να την αφήσει έτσι.

Η ένταση ανάμεσά τους άρχισε να χτίζεται, σαν ένα αόρατο τοίχος που κάθε φορά που το πλησίαζαν, γινόταν πιο συμπαγές. Το σώμα τους ήταν κοντά, αλλά οι ψυχές τους μάχονταν σε έναν πόλεμο που κανένας δεν ήξερε πώς να κερδίσει.

Η Μαρία κοιτούσε τον Νίκο με μάτια γεμάτα θυμό, αλλά και πόνο. Εκείνη τη στιγμή, τα λόγια της φάνηκαν πιο αληθινά από ποτέ, αλλά ήταν σαν να μην τα ήθελε να βγουν από τα χείλη της. Τα λόγια ήταν η προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό της, ενώ ο πόνος της έδειχνε ότι δεν μπορούσε πια να συνεχίσει να παίζει αυτό το παιχνίδι.

«Μην με κοιτάς έτσι. Ξέρω τι σκέφτεσαι... ξέρω ότι με καταλαβαίνεις, αλλά δεν είναι αρκετό. Δεν μπορώ να έχω αυτό που θέλω από εσένα, γιατί δεν είσαι έτοιμος να μου το δώσεις... και εγώ δεν μπορώ να το πάρω, αν δεν είναι αληθινό».

Ο Νίκος την άφησε να μιλήσει, αλλά βαθιά μέσα του ήξερε πως όλα είχαν πια ειπωθεί. Δεν μπορούσε να την αφήσει, δεν μπορούσε να την κρατήσει. Ήταν η θύελλα που ακολουθούσε το τέλος μιας σχέσης που κανένας από τους δύο δεν ήθελε να τελειώσει. Μαζί με τον θυμό, υπήρχε και μια έντονη ανάγκη να τη στηρίξει, να της προσφέρει την ασφάλεια που τόσο ήθελε, αλλά αυτός, ακόμα και τώρα, δεν ήξερε πώς να το κάνει χωρίς να χάσει τον εαυτό του στο δρόμο.

Η Μαρία έστρεψε το βλέμμα της στον ορίζοντα, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εαυτό της. Στο βάθος της ψυχής της, ήξερε πως τίποτα δεν μπορούσε να γίνει όπως πριν. Είχε κουραστεί να ζητάει πράγματα που δεν μπορούσε να πάρει. Αλλά ταυτόχρονα, ο πόνος του αποχωρισμού έριχνε πάνω της μια σκοτεινή σκιά, που δεν μπορούσε να ξεπεράσει. Ο Νίκος ήταν η μόνη σταθερά που της είχε απομείνει, αλλά και αυτός ήταν πολύ μακριά για να της δώσει αυτό που ήθελε – χωρίς να θυσιάσει ό,τι είχε χτίσει για τον εαυτό του.

Το πρώτο φως του ξημερώματος άρχισε να λούζει την πόλη, αλλά οι καρδιές τους είχαν ήδη βαθιά βυθιστεί στο σκοτάδι, σαν να γνώριζαν πως, ακόμα και αν το φως ερχόταν, θα άργησε να τους φτάσει. Το άλμπουμ των αναμνήσεών τους έκλεινε και οι δρόμοι τους είχαν ήδη χωρίσει, χωρίς επιστροφή.