- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Σώματα που Αγγίζονται, Ψυχές που Χάνονται
"Δεν ψάχνω κάτι στιγμιαίο. Ψάχνω κάτι που να μένει."
Σώματα που Αγγίζονται, Ψυχές που Χάνονται: Κάποια βράδια η Άννα, όταν γύριζε στο διαμέρισμά της, δεν ένιωθε πια την ανάγκη να ανοίξει την οθόνη
Η Άννα ξυπνούσε κάθε πρωί με το ίδιο γνώριμο βάρος στο στήθος: μια αδιόρατη ένταση που, σαν ένα ανεπαίσθητο φορτίο, δεν την άφηνε να ανασάνει βαθιά. Το πρώτο φως της ημέρας έπεφτε πάνω στο κινητό της και, σχεδόν μηχανικά, άνοιγε την οθόνη. Είχε γίνει συνήθεια πια. Ανάμεσα σε εικόνες και μηνύματα, προσπαθούσε να βρει κάτι — αλλά πια δεν ήξερε τι. Ήταν επιθυμία ή φόβος; Εγγύτητα ή φυγή; Οι απαντήσεις κρυβόντουσαν πίσω από κάθε ειδοποίηση, πίσω από κάθε άνοιγμα εφαρμογής γνωριμιών, όπως ένα κρυμμένο μυστικό που αρνιόταν να αποκαλυφθεί.
Στη μεσήλικη ζωή της, η Άννα είχε μάθει να ελέγχει τα συναισθήματά της — όχι να τα ζει. Τα είχε φυλάξει σε μικρές, ασφαλείς δόσεις, σαν αποθήκες, για να μην πληγωθεί ξανά. Οι παλιές πληγές είχαν γίνει μαθήματα επιβίωσης: μην αγαπάς πολύ, μη μένεις πολύ, μην αφήνεις κανέναν να δει τον αληθινό σου πόνο. Και έτσι, ξανά και ξανά, επέλεγε την εικόνα αντί για την επαφή — γιατί η εικόνα δεν ζητούσε, δεν πλήγωνε, δεν εγκατέλειπε. Απλώς αντικαθίσταται. Δεν υπήρχε κάτι που να την κρατούσε εκεί πέρα από τη ρουτίνα.
Αλλά ένα Σάββατο, εκείνη η γνώριμη ρουτίνα έσπασε χωρίς προειδοποίηση. Στο παλιό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς, καθώς άγγιξε ένα μυθιστόρημα που πάντα αγαπούσε, το χέρι της συναντήθηκε με ένα άλλο. Ξαφνικά, κοιτάζοντας ψηλά, βρέθηκε μπροστά στα μάτια ενός άντρα — με βλέμμα ήρεμο, χωρίς βιασύνη, χωρίς κρυψώνες.
"Συγγνώμη", είπε εκείνος με μια ζεστή φωνή.
Η καρδιά της Άννας χτύπησε γρηγορότερα, αλλά όχι με τον φόβο που συνήθιζε. Ήταν μια ένταση διαφορετική, σαν την πρώτη αναλαμπή του ήλιου μέσα από τα σύννεφα — αχνή, αλλά δυνατή. Μια πρόκληση, αντί για απειλή.
"Κανένα πρόβλημα," απάντησε διστακτικά, προσπαθώντας να συγκρατήσει την ταραχή της. "Είναι ένα βιβλίο που αγαπώ."
"Και γιατί το αγαπάς;" ρώτησε εκείνος, με ενδιαφέρον που δεν ήταν πιεστικό, αλλά ήρεμο, σαν να ήξερε ήδη την απάντηση.
Οι λέξεις της Άννας βγήκαν σιγά σιγά, σαν να άνοιγαν μια πόρτα που είχε χρόνια κλειδωμένη: "Γιατί μιλάει για ανθρώπους που θέλουν να αγαπήσουν, αλλά φοβούνται να μείνουν."
Η απάντηση δεν ήταν παιχνιδιάρικη, ούτε επιφανειακή — ήταν η δική της αλήθεια. Εκείνος δεν έδειξε έκπληξη. Απλώς χαμογέλασε, σαν να άκουγε μια αλήθεια που είχαν και οι δύο σιωπηρά συμφωνήσει.
Περπάτησαν μαζί στα στενά, μιλώντας για βιβλία, για ζωή, για μικρές στιγμές που σημαίνουν πολλά. Η Άννα ένιωθε την παλιά ανησυχία να αναδεύεται — όχι για να την σταματήσει, αλλά για να την προκαλέσει να μείνει παρούσα. Κάθε του λέξη, κάθε του βλέμμα, ήταν μια πρόσκληση να ζήσει χωρίς να κρύβει τον εαυτό της.
Όταν κάθισαν σε ένα καφέ δίπλα στο παράθυρο, υπήρξε μια παύση. Η σιωπή τους ήταν σχεδόν ανατριχιαστική, αλλά όχι άβολη· ήταν αληθινή. Εκείνος δεν έσπευσε να γεμίσει τον χώρο με λόγια, ούτε εκείνη. Δεν υπήρχε ανάγκη να γεμίσουν την κενότητα της στιγμής. Και αυτό έκανε την καρδιά της να μαλακώνει.
"Δεν ψάχνω κάτι στιγμιαίο", είπε με σταθερότητα, κοιτώντας την Άννα με ένα βλέμμα που τα έλεγε όλα. "Ψάχνω κάτι που να μένει".
Η Άννα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται — όχι από φόβο, αλλά από την αναγνώριση. Η επιθυμία να αγαπήσει, που κάποτε την τρόμαζε, τώρα χτυπούσε την πόρτα της καρδιάς της με μια ήρεμη επιμονή. Δεν ήταν ανάγκη για εκφόρτιση· ήταν πρόσκληση για συνάντηση. Να μείνουν μαζί, χωρίς να χρειάζεται να φοβούνται την απομάκρυνση.
Τα επόμενα ραντεβού δεν ήταν σχεδιασμένα. Ήταν στιγμές όπου η Άννα δεν έτρεξε να εξαφανιστεί όταν οι λέξεις έμειναν σιωπηλές, όταν οι ματιές έγιναν πιο σταθερές, όταν η αγκαλιά δεν ήταν διέξοδος, αλλά πρόσκληση να μείνουν λίγο ακόμα. Κάθε φορά που ένιωθε το παλιό ένστικτο να τραβάει προς τα πίσω, τον κοίταζε στα μάτια και έβλεπε όχι μια εξαφάνιση, αλλά μια παρουσία που δεν είχε αναζητήσει ποτέ.
Και κάποια βράδια, όταν γύριζε στο διαμέρισμά της, δεν ένιωθε πια την ανάγκη να ανοίξει την οθόνη. Καθόταν στο παράθυρο, κοιτώντας έξω, και ένιωθε την ανάμνηση της ημέρας να ζει μέσα της — όχι σαν εικόνα που αντικαθίσταται, αλλά σαν μια στιγμή που έμεινε.
Ζωντανή. Παρούσα.
Η επιφυλακτικότητά της δεν είχε χαθεί. Ο φόβος της εγκατάλειψης ήταν εκεί, σαν μια σκιά που την ακολουθούσε πάντα. Αλλά τώρα, για πρώτη φορά, ήξερε πως δεν χρειάζεται να τρέξει από αυτή τη φωνή. Μπορεί να την κοιτάξει στα μάτια, να την αναγνωρίσει και να την αφήσει να υπάρχει χωρίς να την ελέγχει. Γιατί ο άνθρωπος που είχε δίπλα της δεν ήρθε να την αντικαταστήσει στην εποχή της απομόνωσης — ήρθε να την προσκαλέσει να μείνει, μαζί του, να ανακαλύψουν τον κόσμο ξανά, με κάποιον άλλον.